Όταν, τον Φεβρουάριο του 2022, η Τουρκία ανακοίνωσε ότι ενεργοποιεί τις διατάξεις της Συνθήκης του Μοντρέ περιορίζοντας τη διέλευση πολεμικών πλοίων των εμπόλεμων πλευρών Ρωσίας-Ουκρανίας προς τη Μαύρη Θάλασσα, η Διεθνής Κοινότητα διαπίστωσε ότι ένα διπλωματικό κείμενο του Μεσοπολέμου εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα της παγκόσμιας στρατηγικής ισορροπίας.
Η σημασία της Συνθήκης του Μοντρέ, όμως, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς επιστροφή στις απαρχές της, δηλαδή στη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, στη Συμφωνία των Μουδανιών, στην απώλεια της Ανατολικής Θράκης και στη μακρά διπλωματική πορεία που οδήγησε από τη Λωζάνη στην επαναφορά του τουρκικού ελέγχου στα Στενά το 1936.
Η Συνθήκη του Μοντρέ υπογράφηκε στις 20 Ιουλίου 1936 και επανέφερε τον πλήρη στρατιωτικό και διοικητικό έλεγχο των Στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων στην Τουρκία.
Η περίοδος 1922-1936 αποτελεί μία από τις σημαντικότερες φάσεις της νεότερης γεωπολιτικής ιστορίας της Ανατολικής Μεσογείου. Μέσα σε δεκατέσσερα χρόνια, η Τουρκία του Μουσταφά Κεμάλ πέρασε από τη θέση ενός ηττημένου κράτους που είχε υποστεί τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη θέση μιας ανεξάρτητης περιφερειακής δύναμης, ικανής να επιβάλει την αναθεώρηση ενός διεθνούς καθεστώτος που θεωρούσε περιοριστικό για την κυριαρχία της.
Η πορεία αυτή δεν υπήρξε αποτέλεσμα μόνο στρατιωτικής ισχύος, αλλά και διπλωματικής αξιοποίησης των διεθνών συγκυριών.
Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 αποτέλεσε το αποφασιστικό σημείο καμπής. Η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου τον Αύγουστο του ίδιου έτους και η είσοδος των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη ανέτρεψαν πλήρως τις ισορροπίες που είχαν διαμορφωθεί μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Συνθήκη των Σεβρών του 1920, η οποία είχε προβλέψει τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την παραχώρηση σημαντικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα, ουσιαστικά κατέρρευσε μαζί με την ελληνική στρατιωτική παρουσία στη Μικρά Ασία.
Για την Ελλάδα, η ήττα δεν σήμαινε μόνον την απώλεια της Μικράς Ασίας και τον ξεριζωμό εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων από τις πατρογονικές τους εστίες. Σήμαινε ταυτόχρονα την απώλεια της στρατηγικής πρωτοβουλίας στην Ανατολική Μεσόγειο και την αδυναμία υπεράσπισης των εδαφικών κεκτημένων που είχαν προκύψει από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η Ανατολική Θράκη αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο διπλωματικό αποτέλεσμα της νέας κατάστασης. Η περιοχή, η οποία είχε ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και είχε αναγνωριστεί διεθνώς μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εγκαταλείφθηκε από την Ελλάδα πριν ακόμη από την τελική ειρηνευτική συμφωνία.
Η Συμφωνία των Μουδανιών, που υπογράφηκε στις 11 Οκτωβρίου 1922, μεταξύ της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης και των Συμμάχων, προέβλεπε την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Ανατολική Θράκη και την παράδοσή της στην Τουρκία.
Η διαδικασία των Μουδανιών αποκάλυψε τη δραματική αλλαγή των διεθνών συσχετισμών. Η Ελλάδα, αν και είχε πολεμήσει επί σχεδόν μία δεκαετία, βρέθηκε στη θέση να μην μπορεί να συμμετάσχει ισότιμα στη διαμόρφωση των όρων της ειρήνης. Η Μεγάλη Βρετανία, η οποία μέχρι τότε αποτελούσε τον σημαντικότερο υποστηρικτή των ελληνικών θέσεων, δεν ήταν πλέον διατεθειμένη να οδηγηθεί σε νέα στρατιωτική αναμέτρηση για την Ανατολική Θράκη.
Η Γαλλία και η Ιταλία είχαν ήδη προσεγγίσει την κεμαλική πλευρά, επιδιώκοντας τη σταθεροποίηση των δικών τους συμφερόντων στην περιοχή.
Η απώλεια της Ανατολικής Θράκης είχε βαθιά στρατηγική σημασία. Δεν αφορούσε μόνον ένα εδαφικό ζήτημα, αλλά τη θέση της Ελλάδας απέναντι στα Στενά και στην Κωνσταντινούπολη.
Η Ανατολική Θράκη λειτουργούσε ως γεωγραφικό ανάχωμα απέναντι στην τουρκική κυριαρχία των Στενών. Με την παράδοσή της στην Τουρκία, η Άγκυρα απέκτησε τον άμεσο γεωγραφικό έλεγχο της ευρωπαϊκής πλευράς των Δαρδανελίων και του Βοσπόρου.
Η Συνθήκη της Λωζάνης, που υπογράφηκε στις 24 Ιουλίου 1923, επιβεβαίωσε τη νέα πραγματικότητα. Η Τουρκία αναγνωρίστηκε ως κυρίαρχο κράτος στα εδάφη της Ανατολίας και της Ανατολικής Θράκης, ενώ οι προβλέψεις των Σεβρών εγκαταλείφθηκαν.
Η Ελλάδα αποδέχθηκε την απώλεια των μικρασιατικών εδαφών και της Ανατολικής Θράκης, ενώ ταυτόχρονα κατοχύρωσε τα νέα της σύνορα και εξασφάλισε διεθνή αναγνώριση.
Ωστόσο, η Λωζάνη δεν έλυσε οριστικά όλα τα ζητήματα. Ένα από τα σημαντικότερα αφορούσε το καθεστώς των Στενών. Οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν επέτρεψαν στην Τουρκία να αποκτήσει τον πλήρη στρατιωτικό έλεγχο. Τα Στενά ετέθησαν υπό διεθνή εποπτεία, αποστρατιωτικοποιήθηκαν και καθιερώθηκε η ελεύθερη διέλευση των εμπορικών πλοίων σε καιρό ειρήνης.
Η ρύθμιση αυτή αντανακλούσε τις ανησυχίες κυρίως της Βρετανίας και της Γαλλίας, οι οποίες θεωρούσαν τα Στενά όχι απλώς τουρκικό ζήτημα, αλλά διεθνή στρατηγικό διάδρομο. Η εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε δείξει ότι ο έλεγχος των Στενών επηρέαζε άμεσα την ισορροπία μεταξύ Ρωσίας, Μεσογείου και Ευρώπης.
Για την Τουρκία, όμως, το καθεστώς αυτό αποτελούσε έναν περιορισμό της κυριαρχίας της. Η κεμαλική ηγεσία είχε αποδεχθεί τη Λωζάνη ως αναγκαίο συμβιβασμό, αλλά δεν εγκατέλειψε την επιδίωξη πλήρους αποκατάστασης του ελέγχου στα Στενά.
Η αναθεώρηση αυτή δεν εκφράστηκε αμέσως με στρατιωτικά μέσα, αλλά μέσω μιας προσεκτικής διπλωματικής στρατηγικής, η οποία θα κορυφωνόταν στη δεκαετία του 1930.
Η δεκαετία του 1930 υπήρξε η περίοδος κατά την οποία η Τουρκία αξιοποίησε τη βαθιά κρίση του διεθνούς συστήματος για να προωθήσει την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών. Η Συνθήκη της Λωζάνης είχε οικοδομηθεί πάνω στην υπόθεση ότι η διεθνής ασφάλεια θα μπορούσε να διασφαλιστεί μέσω ενός συστήματος συλλογικών εγγυήσεων.
Όμως, η άνοδος του ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, η αδυναμία της Κοινωνίας των Εθνών να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις κρίσεις και η σταδιακή κατάρρευση της μεταπολεμικής τάξης δημιούργησαν ένα νέο περιβάλλον.
Η Τουρκία παρακολουθούσε στενά αυτές τις εξελίξεις. Η άνοδος της ναζιστικής Γερμανίας το 1933, η αποχώρηση της Γερμανίας από την Κοινωνία των Εθνών, η επιθετική πολιτική της Ιταλίας στη Μεσόγειο και η αδυναμία των Μεγάλων Δυνάμεων να διατηρήσουν ένα αποτελεσματικό σύστημα συλλογικής ασφάλειας ενίσχυσαν το τουρκικό επιχείρημα ότι η αποστρατιωτικοποίηση των Στενών δεν ανταποκρινόταν πλέον στις πραγματικές συνθήκες.
Η Άγκυρα υποστήριξε ότι δεν ήταν δυνατόν να απαιτείται από ένα κυρίαρχο κράτος να αφήνει ανοχύρωτη μια περιοχή ζωτικής σημασίας για την εθνική του ασφάλεια, ενώ το ίδιο το διεθνές σύστημα που είχε εγγυηθεί αυτήν την κατάσταση είχε πλέον αποδυναμωθεί.
Με αυτό το επιχείρημα, η Τουρκία δεν αμφισβήτησε συνολικά τη Συνθήκη της Λωζάνης, αλλά επικεντρώθηκε σε μια συγκεκριμένη διάταξή της, επιδιώκοντας την τροποποίηση του καθεστώτος των Στενών.
Η τουρκική διπλωματία ακολούθησε μια ιδιαίτερα προσεκτική τακτική. Δεν επεδίωξε μονομερή κατάργηση των διεθνών ρυθμίσεων, καθώς κάτι τέτοιο θα προκαλούσε αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων.
Αντίθετα, παρουσίασε το αίτημά της ως νόμιμη προσαρμογή σε μια νέα διεθνή πραγματικότητα. Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στην Άγκυρα να εμφανιστεί όχι ως δύναμη που παραβιάζει τις συνθήκες, αλλά ως κράτος που ζητεί την επικαιροποίησή τους.
Η κρίση γύρω από την Αιθιοπία το 1935 υπήρξε καθοριστική. Η εισβολή της Ιταλίας του Μουσολίνι και η αποτυχία της Κοινωνίας των Εθνών να επιβάλει αποτελεσματικές κυρώσεις απέδειξαν ότι το σύστημα συλλογικής ασφάλειας είχε ουσιαστικά αποτύχει. Για την Τουρκία, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε ισχυρό επιχείρημα, ότι η διεθνής εγγύηση που είχε επιβάλει το καθεστώς της Λωζάνης δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται επαρκής.
Τον Απρίλιο του 1936, η τουρκική Κυβέρνηση απέστειλε διακοίνωση στις χώρες που είχαν υπογράψει τη Συνθήκη της Λωζάνης, ζητώντας την αναθεώρηση του καθεστώτος των Στενών. Η κίνηση αυτή οδήγησε στη σύγκληση της Διάσκεψης του Μοντρέ στην Ελβετία τον Ιούνιο του 1936.
Η Διάσκεψη πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη βρισκόταν ήδη σε πορεία νέας σύγκρουσης. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Σοβιετική Ένωση είχαν διαφορετικές επιδιώξεις. Η Βρετανία ενδιαφερόταν πρωτίστως για τη διατήρηση της ναυτικής ισορροπίας στη Μεσόγειο και την αποτροπή της ιταλικής επέκτασης.
Η Σοβιετική Ένωση επιθυμούσε ένα καθεστώς που θα περιόριζε την παρουσία ξένων πολεμικών πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα. Η Τουρκία αξιοποίησε αυτές τις διαφορετικές επιδιώξεις και πέτυχε έναν συμβιβασμό που εξυπηρετούσε τα βασικά της συμφέροντα.
Η Συνθήκη του Μοντρέ υπογράφηκε στις 20 Ιουλίου 1936. Η σημαντικότερη αλλαγή ήταν η αποκατάσταση του δικαιώματος της Τουρκίας να στρατιωτικοποιήσει τις περιοχές των Στενών.
Η διεθνής επιτροπή που είχε προβλεφθεί στη Λωζάνη καταργήθηκε και οι αρμοδιότητές της μεταφέρθηκαν στην τουρκική Κυβέρνηση. Η Άγκυρα απέκτησε έτσι τον άμεσο έλεγχο ενός στρατηγικού χώρου που μέχρι τότε βρισκόταν υπό ειδικό διεθνές καθεστώς.
Η σημασία της εξέλιξης αυτής ήταν τεράστια. Για πρώτη φορά μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, η Τουρκία κατόρθωσε να τροποποιήσει ένα βασικό τμήμα του μεταπολεμικού συστήματος προς όφελός της. Το Μοντρέ αποτέλεσε την επιβεβαίωση ότι η διπλωματική ισχύς μπορούσε να μετατρέψει τη γεωπολιτική θέση ενός κράτους σε πολιτικό πλεονέκτημα.
Δεν ήταν μια αναθεώρηση μέσω πολέμου, αλλά μέσω διαπραγμάτευσης και αξιοποίησης των διεθνών συνθηκών. Η Τουρκία απέδειξε ότι μπορούσε να επηρεάσει τη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας χωρίς να καταφύγει σε στρατιωτική σύγκρουση.
Η ελληνική στάση στη Διάσκεψη του Μοντρέ πρέπει να εξεταστεί μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής.
Η Ελλάδα του Μεσοπολέμου ήταν μια χώρα που προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής, την αποκατάσταση εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και την οικονομική ανασυγκρότηση.
Η δυνατότητά της να επηρεάσει τις μεγάλες διεθνείς αποφάσεις ήταν περιορισμένη. Στο Μοντρέ επιτεύχθηκε από την Ελλάδα ο επανεξοπλισμός της Λήμνου και τη Σαμοθράκης, κατοχυρώνοντας έτσι την ασφάλεια του Βορειοανατολικού Αιγαίου.
Η Αθήνα δεν είχε συμφέρον από μια νέα ένταση με την Τουρκία. Μετά την καταστροφή του 1922, η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε στραφεί στη σταθεροποίηση και στη διατήρηση της ειρήνης. Η προσέγγιση Βενιζέλου-Ινονού το 1930 και η ελληνοτουρκική προσέγγιση της δεκαετίας του 1930 αντανακλούσαν αυτή την ανάγκη.
Ωστόσο, η ανάκτηση του πλήρους ελέγχου των Στενών από την Τουρκία δημιουργούσε έναν νέο στρατηγικό συσχετισμό. Η χώρα που το 1922 είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας μεγάλης στρατιωτικής σύγκρουσης είχε πλέον καταφέρει να εδραιώσει μια θέση περιφερειακής δύναμης, βασισμένη όχι μόνο στην επικράτειά της αλλά και στη γεωγραφική της θέση.
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της σύγχρονης τουρκικής στρατηγικής. Η πολιτική που ακολουθήθηκε από τα Μουδανιά έως το Μοντρέ έδειξε μια σταθερή προσπάθεια σύνδεσης της γεωγραφίας με την ισχύ. Τα Στενά δεν αντιμετωπίστηκαν από την Άγκυρα ως ένα απλό ζήτημα κυριαρχίας, αλλά ως θεμέλιο της περιφερειακής της επιρροής.
Η σημασία του Μοντρέ έγινε εμφανής ήδη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Τουρκία, παρά τις πιέσεις τόσο των Συμμάχων όσο και των δυνάμεων του Άξονα, διατήρησε μια πολιτική ουδετερότητας και χρησιμοποίησε τις διατάξεις της Συνθήκης για να ελέγξει τη διέλευση πολεμικών πλοίων από τα Στενά.
Το καθεστώς του Μοντρέ λειτούργησε ως εργαλείο ισορροπίας, επιτρέποντας στην Άγκυρα να αποφύγει την άμεση εμπλοκή και ταυτόχρονα να διατηρήσει σημαντικό διπλωματικό βάρος.
Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η στρατηγική σημασία των Στενών αυξήθηκε ακόμη περισσότερο. Η Τουρκία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 1952 και τα Στενά απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για τη δυτική στρατηγική απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Η Μαύρη Θάλασσα αποτελούσε τον χώρο όπου η Σοβιετική Ένωση διατηρούσε σημαντικές ναυτικές δυνάμεις, ενώ η δυνατότητα πρόσβασης προς τη Μεσόγειο περνούσε αναγκαστικά από τα τουρκικά Στενά.
Η γεωπολιτική αξία της Συνθήκης του Μοντρέ δεν μειώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Αντίθετα, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η ανάδειξη νέων κρατών στη Μαύρη Θάλασσα δημιούργησαν νέες ισορροπίες. Η Τουρκία παρέμεινε ο βασικός ρυθμιστής της ναυτικής πρόσβασης από και προς τη Μαύρη Θάλασσα, γεγονός που της προσέδωσε ιδιαίτερη σημασία τόσο για τη Ρωσία όσο και για το ΝΑΤΟ.
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ανέδειξε εκ νέου τη σημασία του Μοντρέ. Η απόφαση της Τουρκίας να εφαρμόσει τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης και να περιορίσει τη διέλευση πολεμικών πλοίων εμπόλεμων κρατών προς τη Μαύρη Θάλασσα απέδειξε ότι ένα κείμενο του 1936 εξακολουθεί να αποτελεί ενεργό μηχανισμό διεθνούς πολιτικής.
Η Τουρκία διαθέτει σήμερα τον έλεγχο των δύο φυσικών πυλών της Μαύρης Θάλασσας, γεγονός που της επιτρέπει να επηρεάζει τις ναυτικές ισορροπίες ανάμεσα στη Ρωσία, το ΝΑΤΟ και τις χώρες της περιοχής. Ένα εξαιρετικά σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα στα χέρια μιας μόνο χώρας. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που καθιστά τα Στενά κεντρικό ζήτημα της σύγχρονης γεωπολιτικής.
Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τα Μουδανιά και ενενήντα χρόνια μετά το Μοντρέ, τα Στενά εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Η θέση τους ανάμεσα στη Ρωσία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή τα καθιστά ένα από τα σημαντικότερα γεωστρατηγικά σημεία του πλανήτη.
Η πορεία από τα Μουδανιά έως το Μοντρέ αναδεικνύει και μια λιγότερο συζητημένη διάσταση της ελληνικής ιστορίας, τη σταδιακή μεταβολή της στάσης των Συμμάχων απέναντι στην Ελλάδα.
Κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η Αθήνα διαπίστωσε ότι οι αρχικές δεσμεύσεις των νικητριών δυνάμεων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου υποχώρησαν μπροστά στις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές τους προτεραιότητες.
Η Συμφωνία των Μουδανιών αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεταβολής, καθώς η Ελλάδα υποχρεώθηκε να εκκενώσει την Ανατολική Θράκη χωρίς να συμμετάσχει ως ισότιμος διαπραγματευτής στη διαμόρφωση των τελικών αποφάσεων.
Από ελληνική σκοπιά, η ακολουθία αυτή δημιούργησε την αίσθηση ότι οι διεθνείς εγγυήσεις αποδεικνύονται συχνά ευάλωτες όταν μεταβάλλονται οι συσχετισμοί ισχύος. Η εμπειρία αυτή επανήλθε δραματικά το 1974 με την τουρκική στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο και τη συνεχιζόμενη κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού.
Παρά τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία ζητούν τον σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, η κατάσταση παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη επί πέντε δεκαετίες.
Η σύγκριση των γεγονότων του 1922-1936 με την κυπριακή κρίση δεν σημαίνει ότι πρόκειται για ταυτόσημες ιστορικές περιπτώσεις. Ωστόσο, αναδεικνύει μια ευρύτερη διαπίστωση, ότι η εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πολιτική βούληση των Μεγάλων Δυνάμεων και από τη συνολική ισορροπία ισχύος κάθε εποχής.
Η περίπτωση της Κύπρου υπενθυμίζει ότι η ύπαρξη διεθνών κανόνων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την αποτελεσματική επιβολή τους.
Υπό αυτή την οπτική, η ιστορική διαδρομή από τα Μουδανιά έως το Μοντρέ δεν αποτελεί μόνο μια αναδρομή στο παρελθόν. Φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο η Τουρκία αξιοποίησε, σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, τις μεταβολές του διεθνούς περιβάλλοντος για να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση.
Βιβλιογραφία και Πηγές
Πρωτογενείς πηγές
- Treaty of Lausanne, signed 24 July 1923.
- Convention Regarding the Regime of the Straits (Montreux Convention), signed 20 July 1936.
- League of Nations Official Journal, 1923–1936.
- British Foreign Office Archives (FO 371), Turkey and the Straits files, 1922–1936.
- Foreign Relations of the United States (FRUS), Diplomatic Papers, Turkey and the Near East.
- Proceedings of the Montreux Conference, 1936.
- Διπλωματικά Έγγραφα του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών (1922–1936).
- Αρχεία της Βουλής των Ελλήνων – Συζητήσεις για τη Συνθήκη της Λωζάννης και την εξωτερική πολιτική του Μεσοπολέμου.
- Αρχείο Ελευθερίου Βενιζέλου.
- Ελληνικά Διπλωματικά Έγγραφα 1922–1936.
Βιβλιογραφία
- Goldstein, Erik. The First World War Peace Settlements, 1919–1925. London: Longman, 1992.
- Hale, William. Turkish Foreign Policy, 1774–2000. London: Frank Cass, 2000.
- Smith, Michael Llewellyn. Ionian Vision: Greece in Asia Minor, 1919–1922. London: Hurst, 1998.
- Σβολόπουλος Κωνσταντίνος, Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική 1900–1945.
- Αλεξανδρής Αλέξης, Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις 1923–1987.
- Δαφνής Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων (1923–1940).
- Μαζαράκης-Αινιάν, Α. (1948). Απομνημονεύματα. Αθήνα.
Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός