Ένα έργο ζωής σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο από τον Κώστα Μανουρά (Προσφύρη)
Ο Κώστας Μανουράς

Ένα έργο ζωής που μιλά με μοναδικό τρόπο για τους απλούς ανθρώπους που συμμετείχαν στους αγώνες για τη λευτεριά της Κρήτης τα χρόνια της σκλαβιάς και των επαναστάσεων αποτελεί το βιβλίο «Λευτέρης και Ειρήνη» του Κώστα Μανουρά (Προσφύρη) που, αν και κυκλοφόρησε το μακρινό 2008 από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, έχει δημιουργήσει ένα μοναδικό ποιητικό σύμπαν.

Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλά για έναν προσωπικό άθλο που κατάφερε να φέρει εις πέρας, χρησιμοποιώντας μάλιστα στο μυθιστόρημά του ομοιοκατάληκτους κρητικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους, γεγονός που προσέδωσε ακόμα μεγαλύτερη δυσκολία στο όλο εγχείρημα. Μάλιστα, πριν από αυτό δεν μπορούσε, όπως λέει χαρακτηριστικά, να σκαρώσει ούτε ένα δίστιχο…

«Τις περισσότερες φορές -τονίζει για το ταξίδι του στη συγγραφή του βιβλίου- που ο άνθρωπος υπερβαίνει τις δυνάμεις του, τις γνωστές σ’ αυτόν δυνάμεις του, κατορθώνοντας να δημιουργήσει έναν προσωπικό άθλο, θεωρεί ότι οφείλει το κατόρθωμα αυτό σε μια άγνωστη δύναμη που χωρίς αυτή δεν θα μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό του.

Είναι δύσκολο ίσως να πιστέψει μέχρι που μπορεί να φτάσει και ν’ αξιώσει τον εαυτό του για κάτι περισσότερο. Θεωρώ, λοιπόν, το έργο αυτό ένα κατόρθωμα, αν μου επιτρέπεται η έκφραση.

Το μυαλό μου χρόνια τώρα χανόταν σε μια πληθώρα σκέψεων και πληροφοριών χωρίς να ξέρω ουσιαστικά το γιατί. Σκηνές με πρόσωπα εκτυλίσσονταν κυριολεκτικά μπροστά στα μάτια μου, προκαλώντας με να τα αποτυπώσω στο χαρτί. Δεν ήταν εύκολο. Η ψυχή κουρασμένη μετέφερε το βαρύ φορτίο των συναισθημάτων στο εργαστήρι της σκέψης κι εκεί το χέρι σαν πιστός σύντροφος ακολουθούσε τις προσταγές της.

Διαδικασία πότε επίπονη, πότε χαρούμενη. Υπήρχαν στιγμές που το σώμα στεκόταν αντρειωμένο κι άλλες πάλι κειτόταν ωσάν λαβωμένο σε κάποια μάχη. Βίωσα μια κατάσταση πρωτόγνωρη για μένα, και ειδικά όταν ήξερα ότι πριν ακόμα από λίγα χρόνια δεν μπορούσα να σκαρώσω ούτε ένα δίστιχο.

Ήταν τόσες οι συμπτώσεις όσο γραφόταν το έργο, αλλά και πριν απ’ αυτό, που μοιραία κατόρθωσαν ν’ ανοίξουν τον δρόμο και να συμβάλουν στην ολοκλήρωσή του. Όταν σκέφτομαι την ιστορία της συγγραφής αυτού του έργου, με κατακλύζει δέος και οι μόνες λέξεις που φτάνουνε στα χείλη μου είναι: Δόξα σοι ο Θεός, που αξιώθηκα να το ξεκινήσω και να το τελειώσω!»

Η επιμονή και το πείσμα του κρητικού λόγου

Όπως αναφέρει για το βιβλίο στο προλογικό σημείωμα ο μεγάλο ποιητή της Κρήτης, Γιώργης Καράτζης, «αναδεικνύεται πανηγυρικά η επιμονή και το πείσμα του κρητικού λόγου να υπάρξει και να κηρύξει τις δικές του αλήθειες και τις δικές του αγωνίες.

«Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι, που εμπνεύστηκαν από ποιητική διάθεση και αναπτύσσουν έντονο κοινωνικό προβληματισμό, επιλέγουν την παραδοσιακή γλωσσική έκφραση αλλά και τεχνική για να καταθέσουν την πνευματική τους πρόταση.

Προσθέτουν έτσι ισχυρούς κρίκους στη μακρότατη αλυσίδα μιας ποιητικής συνέχειας, που για πεντακόσια περίπου χρόνια παραμένει αδιάσπαστη και συνεχίζει να εκφράζει τον μέσα κόσμο του Κρητικού και να ζωγραφίζει περίτεχνα την ποικιλόμορφη εικόνα του τόπου του».

Μάλιστα, ο Γ. Καράτζης είχε την ευκαιρία να διαβάσει αυτό το γραφτό πριν ακόμη ολοκληρωθεί και πάρει τον δρόμο για το τυπογραφείο, όταν η πλοκή εξελισσόταν και αναζητούσε διεξόδους, πάντα, ωστόσο, -όπως επισημαίνει- στο πλαίσιο του αρχικού σχεδιάσματος, του αιώνιου θέματος, του ερωτικού στοιχείου, σε όλες του τις εκδοχές και του ασίγαστου πάθους για ελευθερία, πάλι σε όλες τις εκδοχές.

«Έτσι μπόρεσα -υπογραμμίζει- να παρακολουθήσω από κοντά την περιπέτεια όχι του Λευτέρη και της Ειρήνης, αλλά του Κώστα Μανουρά, που τον είδα να ζει έντονα τα γεγονότα και να βιώνει παθιασμένα την περιπέτεια των ηρώων του.

Με συναισθηματικές μεταπτώσεις και ηχηρές ιδεολογικές αποκορυφώσεις, αλλά ταυτόχρονα και με τις απαραίτητες ανασφάλειες που συνήθως πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται ο δημιουργός. Έτσι, τον είδα και έζησα από πρώτο χέρι τις αγωνίες και τους δισταγμούς του, τους ενθουσιασμούς αλλά και τον δολοφονικό σκεπτικισμό που εμφανιζόταν ξεδιάντροπα κάθε τόσο στα σταυροδρόμια των ποιητικών εξελίξεων.

Έζησα όλη του την αγωνία και αφομοίωσα σε ικανοποιητικό βαθμό, υποθέτω, τη δημιουργική του μέθη. Αυτό μπορεί βέβαια να μου προκάλεσε ευχαρίστηση αλλά, ωστόσο, υπονόμευσε την αντικειμενικότητά μου και οφείλω να το καταθέσω για να κριθεί επιτέλους και ο βαθμός της αξιοπιστίας του.

Κάποτε ήρθε η ολοκλήρωση κι ο Κώστας απόθεσε με ανακούφιση χάμαι τη βαριά πέτρα που κουβαλούσε στον ώμο του, στάθηκε στην άκρη του δρόμου, πήρε δυο-τρεις βαθιές ανάσες και μας άνοιξε χαμογελαστός την πόρτα να περάσουμε στον δικό του προσωπικό παράδεισο.

Από δω και πέρα η πορεία είναι δική μας, δική σας, είναι δρόμος του νου και της καρδιάς· είναι φυγή και γυρισμός συνάμα. Καθένας ας επιλέξει τον δικό του βηματισμό…».

«Μια ποιητική σύνθεση άκρως εντυπωσιακή»

«Η ποιητική σύνθεση του Κώστα Μανουρά -υπογραμμίζει χαρακτηριστικά ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής Γλωσσολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών- είναι άκρως εντυπωσιακή από άποψη μορφής και περιεχομένου. Σε μια εποχή που η διαλεκτική ποίηση υποχωρεί με ταχύτατους ρυθμούς, έρχεται ως παρήγορο μήνυμα το έμμετρο αυτό μυθιστόρημα το οποίο ανακαλεί αυτόματα στη μνήμη μας τα λαμπρά έργα της Κρητικής Αναγέννησης, με κορυφαίο δημιούργημα τον “Ερωτόκριτο” του Βιτσέντζου Κορνάρου.

Ο έρωτας και η παλικαριά αποτελούν τους κεντρικούς άξονες γύρω από τους οποίους υφαίνεται η πλοκή του έργου σε μια γλώσσα πλούσια και εκφραστική. Ο ποιητής έχει αφομοιώσει δημιουργικά την προφορική παράδοση στη διαχρονική της πορεία, αλλά σε κάθε στίχο διαφαίνεται η προσπάθειά του να δώσει το δικό του στίγμα, να παρουσιάσει πτυχές της προσωπικότητάς του με τις επιλογές και τους συνδυασμούς που κάνει, συνειδητά ή μη, για να διαμορφώσει τελικά το ύφος του.

Το ποίημα έχει έντονο διαπροσωπικό υπόβαθρο που του δίνει τον χαρακτήρα του λαϊκού δημιουργήματος, στην επιφάνεια όμως αναδύονται συχνά λυρικές εξάρσεις που παραπέμπουν στην προσωπική, και με την έννοια αυτή, ανεπανάληπτη, δημιουργία.

Οι παρακάτω στίχοι αποτελούν πραγματικά διαμάντια της λαϊκής σοφίας. Δεν χρειάζονται κανένα σχολιασμό, γιατί διαφορετικά θα έχαναν τη λάμψη τους:

“Το πρώτο ζάλο της ζωής το τέλος θεμελιώνει,

μακρύ του δρόμου το σκοινί, μ’ απολιγού τελειώνει.

Μα και στση φύσης τ’ αργαλειό πράμα δεν γίνετ’ ούργιο,

κι όπου μισεύγει το παλιό, γεννιέται το καινούργιο”.

Ο ποιητής, στον επίλογό του, τονίζει ότι τόλμησε να φτάσει ως την άκρη του γκρεμού για να δρέψει τον γλυκό καρπό της ποίησης, μια επικίνδυνη ακροβασία, που μπορεί να οδηγηθεί σε αίσιο τέλος μόνο αν πιστέψει κανείς στις αστείρευτες δυνάμεις που έχει μέσα του. Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλοι το παράδειγμά του».