Η οικονομική πίεση και η συνεχιζόμενη ακρίβεια παραμένουν οι βασικοί λόγοι που έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές στις συνήθειες των καταναλωτών.
Συγκρίνουν προσφορές, εξετάζουν τις τιμές ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο, επιλέγουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας που είναι πιο φθηνά και λιγότερο επώνυμες μάρκες και προσπαθούν με το εισόδημα που έχουν να «βγάλουν» τον μήνα, κάνοντας περικοπές και ψωνίζοντας τα απολύτως απαραίτητα.
Σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα ερευνών (Circana – Brands Mirror) για τις καταναλωτικές τάσεις, οι πολίτες εμφανίζονται πλέον πιο προσεκτικοί, απαιτητικοί και οργανωμένοι πριν προχωρήσουν σε οποιαδήποτε αγορά.
Η έξαρση του κόστους διαβίωσης αποτυπώνεται ανάγλυφα στα στοιχεία των ερευνών, καθώς το 74% των καταναλωτών δηλώνει ότι διαχειρίζεται τα οικονομικά του με δυσκολία ή ιδιαίτερη προσοχή. Την ίδια στιγμή, ο μέσος δείκτης οικονομικής ασφάλειας διαμορφώνεται μόλις στο 3,89 με άριστα το 10, ενώ το 57% των ερωτηθέντων προβληματίζεται έντονα από τη σχέση μεταξύ του ύψους των αμοιβών και του κόστους διαβίωσης.
Παράλληλα, η στεγαστική δαπάνη αποτελεί μία από τις κύριες πηγές οικονομικού άγχους. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι καταναλωτές περιορίζουν δραστικά τα έξοδά τους σε μη βασικές κατηγορίες, όπως η διασκέδαση και η ένδυση, αναζητώντας τρόπους να διατηρήσουν τον έλεγχο του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Η αναζήτηση της καλύτερης τιμής έχει αναδειχθεί πλέον σε βασικό κριτήριο επιλογής καταστήματος. Οι καταναλωτές συγκρίνουν προσφορές, εξετάζουν τις τιμές ανά κιλό, λίτρο ή τεμάχιο και οργανώνουν πιο προσεκτικά τις αγορές τους, υιοθετώντας περισσότερο συνειδητές αγοραστικές πρακτικές.
Αυτή η τάση αποτυπώνεται και στη στροφή προς τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία αγοράζει συχνά το 63% των καταναλωτών. Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια εξοικονόμησης χρημάτων, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι οι καταναλωτές εγκαταλείπουν συνολικά τις επώνυμες μάρκες.
Η μέση μηνιαία δαπάνη για αγορές από το σούπερ μάρκετ ανέρχεται σε 347 ευρώ, αναδεικνύοντας τη σημασία της συγκεκριμένης κατηγορίας στον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Παράλληλα, η εξοικείωση με την Τεχνητή Νοημοσύνη αυξάνεται, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες. Ο σχετικός δείκτης εξοικείωσης διαμορφώνεται στο 3,63 με άριστα το 5, με βασικές χρήσεις την αναζήτηση πληροφοριών, τον εντοπισμό προσφορών και τις καλύτερες αγοραστικές επιλογές.
Τι λέει στην «Π» ο προέδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας
Ο προέδρος της Ένωσης Εργαζομένων Καταναλωτών Ελλάδας, Απόστολος Ραυτόπουλος, είπε στην «Π» ότι είναι δεδομένο πως «η ακρίβεια κατατρώει το εισόδημα των καταναλωτών στην Ελλάδα» και σχολίασε ότι η συντριπτική πλειοψηφία ψάχνει τα προϊόντα που είναι σε πρόσφορά και όχι τα επώνυμα. Αντίθετα, έχει κάνει μεγάλη στροφή στην ιδιωτική ετικέτα.
«Όποιες πρωτοβουλίες και αν παίρνει η Κυβέρνηση για την ακρίβεια, η ουσία είναι ότι οι τιμές συνεχώς αυξάνονται», σημείωσε ο κ. Ραυτόπουλος, υπενθυμίζοντας ότι σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat η χώρα μας κατατάσσεται στη δεύτερη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ποσοστά φτώχειας.
Eurostat: Το 87% των Ελλήνων δυσκολεύεται να καλύψει τις υποχρεώσεις του μήνα έναντι 42,5% στην Ε.Ε.
Συσσωρευμένοι ανεξόφλητοι λογαριασμοί και μισθοί που «εξαφανίζονται» πολύ πριν βγει ο μήνας, συνθέτουν τη σκληρή πραγματικότητα για το μεγαλύτερο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας.
Στην Κρήτη, σχεδόν το 20% επιβαρύνεται με πολύ υψηλά έξοδα στέγασης.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat για το 2025, περισσότεροι από ένας στους τέσσερις πολίτες στην Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπος με το φάσμα της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.
Στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρώπη
Η χώρα μας κατατάσσεται στη δεύτερη χειρότερη θέση σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση -ξεπερνώντας σε ποσοστά φτώχειας ακόμη και τη Ρουμανία- και βρίσκεται πίσω μόνο από τη Βουλγαρία που κατέχει τη θλιβερή πρωτιά με 29%.
Το ποσοστό στην Ελλάδα αγγίζει το 27,5%, κάτι που μεταφράζεται σε σχεδόν 2,8 εκατομμύρια ανθρώπους, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 20,9% (92,7 εκατομμύρια άνθρωποι συνολικά στην Ευρώπη).
Το στεγαστικό κόστος αποτελεί τη μεγαλύτερη θηλιά για τα ελληνικά νοικοκυριά, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα ευρωπαϊκά επίπεδα. Στην Κρήτη, το 18,5% του πληθυσμού επιβαρύνεται υπερβολικά από τα έξοδα στέγασης, ενώ το πρόβλημα εκτοξεύεται στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη στο 33,9%, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, στην Πελοπόννησο σχεδόν τέσσερις στους δέκα κατοίκους κινδυνεύουν από φτώχεια ή αποκλεισμό, όντας η μόνη περιφέρεια στην Ευρώπη όπου πάνω από το ένα τρίτο των πολιτών διαθέτει άνω του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του αποκλειστικά για τη στέγη.
Εξίσου δραματική είναι η εικόνα στη Δυτική Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά, όπου καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στη χώρα, φτάνοντας το 23,3%. Στα Ιόνια Νησιά το 66,3% και στη Δυτική Ελλάδα το 50,7% των νοικοκυριών καθυστερούν να αποπληρώσουν στεγαστικά δάνεια, ενοίκια, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή δόσεις αγορών, ενώ σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους ζει σε σπίτι που αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς.
Τα στοιχεία της Eurostat για τις συνθήκες διαβίωσης επιβεβαιώνουν το βάθος της κρίσης, καθώς το 87,1% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες στην κάλυψη των μηνιαίων υποχρεώσεών του, έναντι μόλις 42,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Την ίδια στιγμή, το πραγματικό διάμεσο διαθέσιμο εισόδημα στη χώρα μας παραμένει κατά 22,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2010, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει σημειώσει άνοδο κατά 25,4%.
