(ΦΩΤΟ) Τελευταίο αντίο στην Λουίζα Καλοκαιρινού

Πλήθος κόσμου βρέθηκε το μεσημέρι της Τρίτης στον Ιερό Ναό του Αγίου Τίτου για να αποχαιρετίσουν τη Λουίζα Καλοκαιρινού, μία γυναίκα που άφησε πίσω της μια παρακαταθήκη αθόρυβης προσφοράς, αξιοπρέπειας και αγάπης.

Γεννημένη στο Ηράκλειο, έζησε μια ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, επιλέγοντας συνειδητά τη διακριτικότητα και την ουσία. Δεν επιδίωξε ποτέ την αυτοπρόσωπη προβολή και προτίμησε να εκφράζεται μέσα από τις πράξεις της. Μέσα από την προσφορά και τη φροντίδα.

Υπήρξε άνθρωπος με βαθύ αίσθημα ανθρωπισμού και αλληλεγγύης. Η συμβολή της σε δράσεις κοινωνικής προσφοράς και πολιτισμού ήταν ουσιαστική και διαχρονική, τόσο μέσα από τα Ιδρύματα Καλοκαιρινού όσο και στη δημιουργία του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης, έργα στα οποία αφιέρωσε τη ζωή του ο άνθρωπος της δικής της ζωής, Ανδρέας Καλοκαιρινός. Με σεμνότητα αλλά και σταθερότητα, η Λουίζα στάθηκε δίπλα στον συνάνθρωπο, προσφέροντας γενναιόδωρα φροντίδα, ενδιαφέρον και αγάπη.

Ο επικήδειος του Δημάρχου Ηρακλείου Αλέξη Καλοκαιρινού προς την μητέρα του

Μητέρα,

Αυτό που είμαστε είναι από σένα.

Αυτό που είμαστε, το φανερό και το κρυφό, είναι από σένα.

Η ζωή μας ήταν γλυκιά και ήταν σκληρή.

Άλλοτε. Από ΄δω ξεκινάει το «άλλοτε».

Η Λουίζα αγαπούσε τους ανθρώπους.

Στους ανθρώπους σε ανάγκη που βοηθήθηκαν παρέμεινε αθέατη και άγνωστη, από επιλογή.

Η Λουίζα αγαπούσε τα ζώα – και τα λουλούδια. Εκεί άπλωνε το τρυφερό της χέρι.

Η Λουίζα αγαπούσε την τέχνη ολόκληρη. Με τον Ανδρέα ταξίδεψαν και πέρασαν μαζί τα κύματα του μοντέρνου με ασίγαστη έξαψη. Είχε γούστο: μια σπάνια ικανότητα διάκρισης του ωραίου ή του σημαντικού, όταν η αναζήτηση του ωραίου στην τέχνη είχε πια πάψει.

Η Λουίζα αγαπούσε επίσης τη λαϊκή μας τέχνη. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια έσωσε ικανά της δείγματα γυρίζοντας την Κρήτη με τον Ανδρέα, με το τσιπ Willys που χαλούσαν τα φρένα του κι ο Ανδρέας έψαχνε την πρώτη ανηφόρα για να το σταματήσει.

Ήταν μια περιπέτεια για να στηθεί το Ιστορικό Μουσείο στο προορισμένο γι’ αυτό σπίτι των Καλοκαιρινών.

Ήταν μια περιπέτεια με τον Ανδρέα η ζωή της. Η επιλογή του να προτάξει τη δημόσια από την ιδιωτική ωφέλεια ήταν και δική της επιλογή. Εκείνου που επέλεξε τον δημόσιο βίο. Εκείνης που επέλεξε τον ιδιωτικό βίο. Προτάσσοντας μαζί τη δημόσια ωφέλεια.

Κι έτσι μας έμαθαν: Εμείς οφείλουμε στην κοινωνία. Η κοινωνία δεν μας οφείλει.

Η Λουίζα ήταν απαιτητική από μας για να γίνουμε απαιτητικοί από τους εαυτούς μας. Και η απαίτηση ήταν να γίνουμε χρήσιμοι χωρίς επιδίωξη ανταπόδοσης. Η απαίτηση ήταν πολιτική.

Η Λουίζα είχε πολιτική διαίσθηση που εκφραζόταν επιγραμματικά, σαν από απόσταση άγγιζε την καρδιά των πραγμάτων.

Η Λουίζα αγαπούσε τους ανθρώπους.

Μητέρα,

Αυτό που είμαστε είναι από σένα.

Αυτό που είμαστε, το φανερό και το κρυφό, είναι από σένα.

Η ζωή μας μαζί σου ήταν γλυκιά.

Τώρα, στο τέλος, μετά το τέλος, θα διαβάσω αυτό που ήταν για σένα, είναι για σένα:

Εκεί που άνοιξες τα μάτια σου

και καθάρισαν οι εικόνες των πραγμάτων για πρώτη φορά

άρχισε ο κόσμος να γνωρίζεται

Στη γνώριμή του όψη στηρίζεται αθέατος

και υπάρχει

Το αθέατο το αισθάνεσαι με τρόπο υποφερτό

ως εκεί όπου αντέχει ο κάθε ζωντανός

και από εκεί εξαντλεί τη ζωή σου

και γερνάς

Ο κόσμος είναι χάρη στα μάτια σου

αθέατος είναι

από εσένα αχώριστος

εκεί όπου αναίσθητος είναι

Και δεν χωρίζεσαι από τον κόσμο

εκεί που χάνεσαι – και θα χαθείς

Όμως τα μάτια δεν γερνούν

στο γερασμένο πρόσωπο

(Τα ίδια μάτια που άνοιξαν

και οι εικόνες των πραγμάτων καθάρισαν για πρώτη φορά

όταν άρχισε ο κόσμος να γνωρίζεται)

Τα μάτια είναι οι μυλόπετρες του κόσμου

όπου συνθλίβεται

και μαζί με τη ζωή νικιέται ο θάνατος

Επιθυμία της οικογένειας, αντί στεφάνων, παρακαλείται όποιος το επιθυμεί να ενισχύσει τα Ιδρύματα Καλοκαιρινού για τις δραστηριότητες του Κοινωνικού Χώρου.