Χαράλαμπος Σειραδάκης (1886-1970)
Από την προετοιμασία των αεροσκαφών της Λουφτβάφφε, λίγο πριν την επιχειρήσω ΕΡΜΗΣ - κατάληψης της Κρήτης. (αρχείο Ζαχαρία Νικολακάκη, Η Κρήτη στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής 1941-1945)

Το έτος 2024, ο Χάρης Ξηρουχάκης, εγγονός του Χαράλαμπου Σειραδάκη, εξέδωσε ένα βιβλίο για τον παππού του από τις εκδόσεις Επίκεντρο με τίτλο  “Καμιά μάχη χωρίς αυτόν, Χαράλαμπος Σειραδάκης 1886 – 1970”.

Στις 25 Νοεμβρίου 2024, ανήμερα της 84ης επετείου ανατίναξης του Γοργοπόταμου, ο Αχιλλέας Παπαρσένος στη εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, σε άρθρο του με τίτλο “Ο βίος ενός αφανούς ήρωα των πολέμων”, παρουσιάζει τον εμβληματικό Σελινιώτη αξιωματικό Χαράλαμπο Σειραδάκη, αναφέροντας μεταξύ άλλων τα εξής :

«…ο Χαράλαμπος Σειραδάκης (1886-1970) ανήκε στη γενιά των Κρητικών που πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους πολεμώντας για την πατρίδα τους. Ο Σειραδάκης γεννήθηκε το 1886 στο ορεινό χωριό Λειβαδάς, στο σημερινό Ανατολικό Σέλινο της Κρήτης, σε ένα περιβάλλον στο οποίο ήταν αυτονόητη η από γενιά σε γενιά συμμετοχή στους αγώνες της κρητικής ανεξαρτησίας.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μέση Ανατολή. Ο Χαράλαμπος Σειραδάκης Διοικητής Κέντρου Κατατάξεως και Διαλογής (ΚΚΔ). Έρημος Ισμαηλίας, Αίγυπτος 1944. (αρχείο Χ. Σειραδάκη)

Το βάπτισμα του πυρός πήρε ο ίδιος σε ηλικία μόλις 11 ετών, στον ξεσηκωμό των Κρητικών εναντίον των Τούρκων το 1897. Αφοσιωμένος βενιζελικός ήδη από την εξέγερση στο Θέρισσο το 1905, πήρε μέρος στους πολέμους που μεγάλωσαν την Ελλάδα και συνδέθηκε με δραματικά γεγονότα, που σημάδεψαν τη μοίρα του τόπου του, βιώνοντας τους θριάμβους της εθνικής ολοκλήρωσης και τις καταστροφές του εθνικού διχασμού.

Την παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων, τον Φεβρουάριο 1911, σε ηλικία 25 ετών, παραιτήθηκε από σταθμάρχης στο τελωνείο Χανίων για να καταταγεί στην κρητική πολιτοφυλακή, που στρατολογούσε εθελοντές για τον ελληνικό στρατό και από τότε δεν έπαυσε να πολεμά τραυματισθείς επανειλημμένα. Ανέβηκε τη στρατιωτική ιεραρχία από δεκανέας μέχρι τον βαθμό του Συνταγματάρχη, όταν αποστρατεύθηκε το 1947.

…πήρε μέρος στη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο 1941 υπερασπιζόμενος τη μαρτυρική Κάνδανο και καταζητούμενος από τους Γερμανούς κρυβόταν για δύο χρόνια στα Λευκά Όρη, μακριά από την αγαπημένη σύζυγο Φανή και τις τέσσερις κόρες του, οργανώνοντας ένα δίκτυο διαφυγής για τους Άγγλους, Αυστραλούς και Νεοζηλανδούς στρατιώτες.

Τον Μάιο του 1943 διέφυγε και ο ίδιος στη Μέση Ανατολή, όπου συμμετείχε στην οργάνωση του εξόριστου ελληνικού στρατού, με κύρια φροντίδα να μη διαλυθεί από τις εμφύλιες έριδες και ανταρσίες. Εκεί πληροφορήθηκε τη δολοφονία της 16χρονης δευτερότοκης κόρης του Μαρίας έπειτα από επιδρομή των Γερμανών κατακτητών στον Λειβαδά τον Σεπτέμβριο 1943.

Ύστερα από ενάμιση χρόνο στην Αίγυπτο επέστρεψε στα Χανιά τον Νοέμβριο 1944 και μετά την αναχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη από την Κρήτη τον Ιούνιο 1945 ανέλαβε συντονιστής της συμμαχικής ανθρωπιστικής βοήθειας για τον νομό Χανίων…».

Ελληνοκρητική Λεγεώνα στη Λωρραίνη, Γαλλία, Μάιος 1915. Ο Χαράλαμπος Σειραδάκης τρίτος από δεξιά. (αρχείο Χ. Σειραδάκη)

Ο Χαράλαμπος Σειραδάκης έγραψε και άφησε ως παρακαταθήγκη στις επόμενες γενιές, πολυσέλιδε Έκθεση για τη Μάχη της Κρήτης και τη μάχη της Κανδάνου, ονομάζοντάς την :

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ

Από τη μάχην της Κρήτης

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΑΝΔΑΝΟΥ

Με μεγάλο σεβασμό στη μνήμη του γενναίου ήρωα πολεμιστή Χαράλαμπου Σειραδάκη, αναδημοσιεύουμε την Έκθεσή του, διατηρώντας τη σύνταξη και την ορθογραφία της. Γράφει λοιπόν ο Χαράλαμπος Σειραδάκης :

«Όταν υπό το βάρος των μηχανοκίνητων στρατιών των δυο Αυτοκρατοριών ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ-ΙΤΑΛΙΑΣ κατελαμβάνετο η υπόλοιπος Ελλάς, παρά τον απαράμιλλον Ηρωϊσμόν των τέκνων της, παρέμεινεν εισέτι ελεύθερον ένα τμήμα του Ελληνικού Κράτους- που θα μπορούσε ίσως να μη υποκύψη εις της σκλαβιάς τον ζυγόν – και τούτο ήτο η Κρήτη.


Η Βρετανική Κυβέρνησις από συμφώνου μετά της Ελληνικής Κυβερνήσεως απεβίβαζε κατά το φθινόπωρον του 1940 εις την Κρήτην τμήμα του Αγγλικού στρατού με τον σκοπό να οχυρώση την Κρήτην, να κρατήση ταύτην πάση θυσία και μετά την κατάρρευσιν της λοιπής Ελλάδος. Αυτό τουλάχιστον ελέχθη και αυτό τουλάχιστον επίστευε και ο Κρητικός λαός. Η οχύρωσις όμως αύτη δεν εγένετο ή δεν εδόθη η δέουσα σημασία διά να γίνει οία έπρεπε να είναι.

Όταν ο εχθρός προήλαυνεν προς Αθήνας, ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ και η Ελληνική Κυβέρνησις κατήλθον εις Κρήτην.

Εις την Κρήτην κατά την εποχήν εκείνη στρατός Ελληνικός αξιόμαχος δεν υπήρχε. Υπήρχον μόνον τα κάτωθι τμήματα αλλά και ταύτα ατελέστα εξοπλισμένα ήτοι με ατομικά τυφέκια, με ελάχιστα πυρομαχικά, εστερούντο δε παντάπασιν αυτομάτων όπλων και πυροβολικού και το χειρότερον αποτελούντο από αγυμνάστους νεοσυλλέκτους. Οκτώ (8) Τάγματα νεοσυλλέκτων αποσταλέντα εκ Πελοποννήσου την τελευταίαν στιγμήν.

Η πρώτη τάξις του Σχολείου Ευελπίδων – 300 τον αριθμόν – ήτις προς τιμήν της παραλαβούσα την σημαίαν της Σχολής και έχουσα επί κεφαλής ένα κρήτα Υπολοχαγόν εβάδισε δια Πελοποννήσου και υπό αέναον βορβαδισμόν διεκπεραιώθη εις Κρήτην κατά τας τελευταίας ημέρας του Απριλίου και της οποίας ωρίσθη ως χώρος σταθμεύσεως ο περί το Κολυμβάρι Κισσάμου χώρος.
Ένα τάγμα Χωρ/κής, όπερ είχε προαποσταλεί εις Κρήτην και όπερ εστάθμευεν εις Ρέθυμνον.


Η υπό τον Άγγλον Στρατηγόν Ουέστων Αγγλική Στρατιά ήτις μαχόμενη και υποχωρούσα διά Πελοποννήσου απεβιβάζετο εις την Κρήτην την αυτήν εποχήν και της οποίας η μάχιμος δύναμις ανήρχετο εις 18 – 20.000 Βρετανούς, Νεοζηλανδούς και Αυστραλούς, οίτινες όμως ήσαν κυριολεκτικώς αποκαμωμένοι από την ηρωϊκήν αντίστασιν που διεξήγον εις την Ηπειρωτικήν Ελλάδα με οπλισμόν λίαν μειωμένον, εστερούντο δε παντάπασιν πυροβολικού.

Κατά την εποχήν εκείνην ανάγκην να σημειωθή ότι ευρίσκοντο κατανεμημένα εις διάφορα στρατηγικά σημεία της νήσου περί τα 50 πυροβόλα, υπήρχαν δε ελάχιστα αεροπλάνα παλαιού τύπου μεταξύ των οποίων λίγα παντός τύπου χαριγκέι.

Η Μεραρχία Κρήτης υποχωρούσα εξ Αλβανίας ευρίσκετο εις Πελοπόννησον αιχμάλωτος των Γερμανών, πλην των ανδρών της, που διαφύγοντες την αιχμαλωσίαν, ευρίσκοντο διασκορπισμένοι εις τα διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, φιλοξενούμενοι και κρυπτόμενοι από τους κατοίκους, μέχρις εξευρέσεως των μέσων της διαφυγής και διεκπεραιώσεως των εις Κρήτην. Τουταυτό συνέβαινε και διά τους υπηρετούντας εις άλλας μονάδας του στρατού μας.

Ελάχιστοι εξ αυτών των εφέδρων μας κατόρθωσαν να διαπεραιωθούν εις την Κρήτην τη βοηθεία των κατοίκων τη Πελοποννήσου και τη πρωτοβουλία των, οι πλείστοι όμως των ούτω αποπειραθέντων εύρον τον θάνατον κατά τον διάπλουν, βυθισθέντων των πλοιαρίων των υπό του εχθρού, όστις ων κύριος του αέρος επόπτευε τα Κρητικά παράλια και εβύθιζε ταύτα.

Με τους ούτω αφιχθέντας εσχηματίσθησαν τρία εισέτι τάγματα εκ των ενόντων οπλισθέντα και ταύτα με ατομικά μόνο τυφέκια και με ελάχιστον αριθμόν φυσιγγίων.
Οι Κρήτες εφύλαττον πάντοτε ζηλοτύπως τα όπλα των και ουδεμίαν διαταγήν ή νόμος ή καμία πίεσις των κατά καιρούς κατακτητών εστάθησαν ικανά να τους εξαναγκάσωσι να τα παραδώσουν.

Η μακραίων ιστορία της Κρήτης εδίδαξε τον Κρήτα πως εις αυτά πάντοτε εστήριξε τας ελπίδας του και όταν τα μέτρα του εκάστοτε κατακτητού εστένευαν ο Κρητικός έκανε “Επανάστασιν”. Ήταν το μέσο διά του οποίου επεβάλετο εις τον κατακτητήν, παράδοσις που δεν ελησμονήθη μήτε σήμερον, όταν οι Γερμανοί ηθέλησαν, αφού κατέλαβον την Κρήτην, να επιβάλουν  τ΄απάνθρωπα μέσα του εξαφανισμού του Κρητικού λαού.

Πλατεία Κανδάνου. Οι μαρμάρινες στήλες που αποκαλύπτουν τη βαρβαρότητα των αλεξιπτωτιστών του Αντιπτέραρχου Στούντεντ

Διαρκούντος όμως του Ελληνοϊταλικού πολέμου η τότε Κυβέρνησις Μεταξά εξέδοκεν διαταγήν πατριωτικού περιεχομένου με έκκλησιν προς τον Κρητικόν λαόν να παραδώσει τα όπλα του διά να οπλισθούν μονάδες του τακτικού στρατού, να σταλώσιν εις το μέτωπον, να ενισχύσουν μα και να ανακουφίσουν τον μαχόμενον στρατό μας, καθόσον λέγει το Κράτος εστερείτο αναλόγου εφεδρικού οπλισμού, αι δε χώραι παραγωγής και προμηθείας προς την Ελλάδα ή ήσαν εχθρικαί – Ιταλία, Γερμανία – ή εχθροκρατούμεναι – Πολωνία, Βέλγιον, Γαλλία – οι δε Σύμμαχοί μας δεν διέθετον περίσσιαν οπλισμού διά να μας εφοδιάσουν και αι εις το μέτωπον μαχόμεναι δυνάμεις μας είχον ανάγκην ενισχύσεως.

Εν συνεχεία ανέφερεν η διαταγή εκείνη, ως μας την ανακοίνωσεν ο τότε Διοικητής Κρήτης κ. Σφακιανάκης (όταν ο υποφαινόμενος μετ΄ άλλων εκλήθημεν προς τούτο παρ΄ αυτού), ότι ο παραδίδων όπλον προσέφερεν ανεκτίμητον πατριωτικήν υπηρεσίαν, ήτις θα εκτιμηθή εν καιρώ, αμοιβομένης δια τιμητικής διακρίσεως.

Διά την εθνικήν αυτήν ενίσχυσιν προς το Κράτος εις τα δυσκόλους διά το Έθνος και την ύπαρξίν του στιγμάς, καθώς ολόκληρον εκινδύνευεν να υποδουλωθή εις τους Ιταλούς. (Ανέφερα τη γνώμη μου στον τότε Γενικόν Διοικητή Κρήτης Σφακιανάκη, ης ήτο αντίθετος προς το πνεύμα της εγκυκλίου αλλά του εδήλωσα ότι και δεν θα αντιδράσω, διότι δεν γνωρίζω τα βαθύτερα αίτια τούτης της ειδοποίησης).

Η εγκύκλιος αύτη της Κυβερνήσεως έβρεν απήχησιν εις τας ψυχάς του Κρητικού λαού και οι υπερήλικες πατέρες ή οι έφηβοι αδελφοί των εις το μέτωπον δεινώς δοκιμαζομένων ηρώων μας έσπευσαν να παραδώσουν, οι πλείστοι, τα εις την κατοχήν των ευρισκόμενα εύχρηστα όπλα μετά των πυρομαχικών, μόνον η Επαρχία Σελίνου παρέδωκε 364 εύχρηστα όπλα με ανάλογον αριθμόν πυρομαχικών.

Η σκοπιμότης της διαταγής ταύτης δέον να ερευνηθή εν καιρώ καθόσον, ως θα ίδομεν κατιόντες, έπαιξε σπουδαίον ρόλον κατά την διεξαγωγήν της μάχης της Κρήτης ένεκεν του ότι οι χωρικοί εστερήθησαν του οπλισμού εκείνου που συνεπεία της διαταγής εκείνης παρέδωσαν.

Τοιαύτη ήτο η γενική Στρατιωτική κατάστασις εις την Κρήτην κατά την παραμονήν της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών και την οποίαν ασφαλώς εγνώριζε και ο εχθρός και ήτις κατά την γνώμην μου θα συνετέλεσε, μεταξύ άλλων παραγόντων, δια να εξαπολύσει ο εχθρός την επίθεσίν του προς κατάληψιν της Κρήτης.

Διάχυτον ήτο το ερώτημα εις τε τους στρατιωτικούς άλλα και στον Κρητικόν “θα κρατηθή η Κρήτη;”
Οι Κρήτες από ακριβή εκτίμησιν των πραγμάτων, όπως απεδείχθη, αντιλαμβανόμενοι κυρίως την έλλειψιν οπλισμού και πυρομαχηκών εις τε τον στρατόν και τον λαό, ανησυχούν διά την επικείμενην έκβασιν του αγώνος και δεν έχουν άδικον. Είμαι βέβαιος πως αν είχαν οι κάτοικοι όπλα, αι στρατιωτικαί ελλείψεις θα είχον ολιγωτέραν σημασίαν.

Την 30ην Απριλίου 1941 εις σύσκεψιν μεταξύ Ελληνικών αρχών και του Άγγλου Στρατηγού Γουέιβελ ανετίθετο τη εγκρίσει και της Ελληνικής Κυβερνήσεως η Αρχηστρατηγία των εν Κρήτη Ελληνικών και Βρετανικών Δυνάμεων εις τον Άγγλον Στρατηγόν Φράιμπεργκ.

Ολίγους μήνας προ της μάχης της Κρήτης είχε διαδοθή ότι εμελετάτο η οργάνωσις των χωρικών, ορισμένων κλάσεων, σε Σώματα Πολιτοφυλακής εν Κρήτης. Άγνωστον μένει ακόμη διατί δεν επραγματοποιήθη εγκαίρως η ορθή όντως εκείνη σκέψις, όπως απεδείχθη.

Άμα τη καθόδω της Κυβερνήσεως εις Κρήτην και τη εισηγήσει του Αντισυνταγματάρχου Πεζικού κ. Παύλου Γύπαρη, προ της δημιουργουμένης ανάγκης της καταστάσεως, η Κυβέρνησις υιοθετεί πρότασιν αυτού περί ιδρύσεως Πολιτοφυλακής εν Κρήτη, τη υποδείξει του δε εκάλει τότε η Κυβέρνησις ορισμένους Αξιωματικούς, εν αποστρατεία τότε ευρισκομένους, διά να τους αναθέση τον καταρτισμόν (στρατολογίαν και εκπαίδευσιν) των πολιτοφυλάκων τούτων.

Κατά την εποχήν εκείνην εγώ διατελών εν αποστρατεία διέμενα μετά της οικογενείας μου εις το χωρίον μου Λειβαδά Σελίνου, οπότε λαβών γνώσιν της ανακλήσεως μου παρουσιάσθην εις τον τότε Υπουργόν των Στρατιωτικών αείμνηστον Στρατηγόν κ. Τζανακάκην, τοποθετήσα με ως βοηθόν του Στρατιωτικού Διοικητού της Α΄ Στρατιωτικής Διοικήσεως Χανίων Υποστρατήγου κ. Γαγάρα.

Τόσον η Ελληνική Κυβέρνησις όσον και αι στρατιωτικαί Αρχαί είχον την θετικήν πληροφορίαν ότι επίκειται η κατάληψις της Κρήτης υπό των Γερμανών διά εισβολής από αέρος και θαλάσσης. Προς απόκρουσιν τούτων έσπευδον πλέον να λάβουν

τ΄απαιτούμενα μέτρα διά την άμυναν της νήσου, ένα δε εκ των μέτρων τούτων, ως ανωτέρω ελέχθη ήτο και η οργάνωσις ορισμένων κλάσεων του πληθυσμού εις οργανωμένα τμήματα πολιτοφυλάκων.

Τας παραμονάς της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών έλαβε χώραν σύσκεψις εις το Υπουργείον των Στρατιωτικών υπό την προεδρίαν του τότε Στρατιωτικού Διοικητού Κρήτης Στρατηγού κ. Σκουλά Αχιλλέως και εις ην εκλήθησαν : Ο Διοικητής της 1ης Σρατ. Διοικήσεως Κρήτης (Χανίων) Υποστράτηγος κ. Γαργάρας.

Ο Αντισυνταγματάρχης Πεζικού κ. Παύλος Γύπαρης.
Ο Αντισυνταγματάρχης Πεζικού κ. Σειραδάκης Χαράλαμπος.
Ο Ταγματάρχης Πεζικού κ. Νικολούδης Εμμανουήλ.
Ο Ταγματάρχης Πεζικού κ. Μάντακας Μίνως.
Ο Ταγματάρχης Πεζικού κ. Βολάνης Γεώργιος.
Ο Ταγματάρχης Πεζικού κ. Γερογιάννης Σπυρίδων.
Ο Ταγματάρχης Πεζικού κ. Μανωλαράκης Ιωάννης (και τινές άλλοι των οποίων τα ονόματα μου διαφεύγουν).

Κατά την σύσκεψιν εκείνην μας ανεκοινώθησαν ωρισμέναι πληροφορίαι και εξητάσθη η κατάστασις, ως αύτη εδημιουργείτο πλέον, μας εγνώσθη η απόφασις της ιδρύσεως της Πολιτοφυλακής και η ανάθεσις ταύτης εις ημάς, αλλά κυρίως η απόφασις των Αρχών Πολιτικών και Στρατιωτικών ν΄αμυνθούν μέχρις εσχάτων.

Εις την σύσκεψιν αυτήν ελάβομεν γνώσιν και συνεζητήσαμεν επί της υπ΄αριθμόν Α.Π.4 Δ/γής της 1ης Στρατιωτικής Διοικήσεως Χανίων, εκδοθείσης συνεπεία της υπ΄αριθμ. ΑΠ.21 Δ/γής Υπουργείου Στρατιωτικών και των οποίων αντίγραφα επισυνάπτω. Η Πολιτοφυλακή αύτη έδει να οργανωθή το ταχύτερον καθόσον εκ των συνεχών βομβαρδισμών των Αεροδρομίων και Λιμένων της Κρήτης κλπ. Στρατιωτικών στόχων ήτο φανερόν ότι ο εχθρός προπαρασκευάζετο διά την σύντομον επίθεσίν του.

Αι πληροφορίαι άλλως τε τας οποίας είχον αι Αρχαί, ομίλουν περί συγκεντρώσεων μεγάλου όγκου αεροπορίας εις τα Αεροδρόμια Πελοποννήσου και Στερεάς Ελλάδος, ως και μεγάλου αριθμού αλεξιπτωτιστών, ταυτοχρόνως όμως ομίλουν και περί πλωτών μέσων, άτινα κατέπλεον εις τα παράλια της Πελοπονήσου ιδίως.

21 Μαΐου 1941, ρίψη αλεξιπτωτιστών (αρχείο : Greece at WW2 archives)

Κατά την ανωτέρω σύσκεψιν, ως ήτο φυσικόν, εζητήσαμεν τα μέσα που απαιτούντο διά την οργάνωσιν της Πολιτοφυλακής, ιδιαίτατα δε επιμείναμεν, εις την άμεσον χορηγείαν οπλισμού και πυρομαχικών διά τον εφοδιασμόν των ανδρών που θα στρατολογούσαμεν και με τα οποία θα εκάναμε την άμυνα κατά των αλεξιπτωτιστών και θα ενισχύαμεν και τον μαχόμενον στρατόν.

Μας εδόθη η απάντησις ότι επί του παρόντος εστερούμεθα οπλισμού και πυρομαχικών, αλλά ότι ζητηθέντα τοιαύτα και αφικνούμενα εις το αναμεταξύ θα μας απεστέλλοντο διά του ταχυτέρου μέσου.

Διά της ληφθείσης αποφάσεως εις το ανωτέρω μνημονευθέν συμβούλιον διεττασόμεθα οι προαναφερθέντες Αξιωματικοί ν΄αναχωρήση έκαστος το ταχύτερον διά την περιφέρειαν που προορίζετο προς οργάνωσιν της Πολιτοφυλακής. Εγώ διεττασόμην ν΄αναχωρήσω διά την Επαρχίαν Σελίνου οπότε εφοδιασθείς διά του συνημμένου εν αντιγράφω φύλλου πορείας μου και της μνημονευθείσης υπ΄αριθμόν

4 ΑΠ. Δ/γής 1ης Στρατιωτικής Διοικήσεως Χανίων, ανεχώρησα διά Κάνδανον -Κέντρον και Πρωτεύουσαν της Επαρχίας Σελίνου – όπου αφήχθην την 20 ώραν της 19ης Μαΐου 1941, ήτοι την παραμονήν της πτώσεως των αλεξιπτωτιστών.

Η διαρκής κατόπτευσις των Γερμανικών αεροπλάνων, ο συνεχής βομβαρδισμός του λιμένος της Σούδας, εις ον επλήγησαν πολλά ορμούντα εν τω λιμένι πλοία, ο βομβαρδισμός του αεροδρομίου του Μάλεμε, συνεπεία του οποίου εκάησαν όλα τα επί του αεροδρομίου Αγγλικά αεροπλάνα (την παραμονήν της μάχης της Κρήτης δεν υπήρχε πλέον επί της Κρήτης ούτε ένα Βρετανικόν αεροπλάνον), αι επανειλημμέναι επιθέσεις κατά του αυτοκινήτου μου, κατά την διαδρομήν από Χανιά μέχρις Ανάβου, οπότε ενύκτωσε, δεν μου αφήκαν πλέον καμμίαν αμφιβολίαν περί της από ώρας εις ώραν επικείμενης εισβολής προς κατάληψιν της Κρήτης, τελευταίου προμαχώνος εν τη Βαλκανική αλλά και βάσεως σοβαράς αεροπορικής και ναυτικής, ήτις θα εχρησίμευεν εις τας κατά της Αφρικής και γενικώς διά τας εις Μέσην Ανατολήν περαιτέρω επιχειρήσεις του Άξονος προς επίτευξιν των κατακτητικών του σκοπών.