Εκείνο το πρωινό της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου 1940, ήταν διαφορετικό από τα άλλα. Οι Έλληνες ξύπνησαν από ένα συνεχόμενο και διαπεραστικό ήχο από τα καμπαναριά των εκκλησιών. Ο ήχος του πολέμου έφτασε σε κάθε γωνιά της χώρας.
Από το πρωί της Δευτέρας 28 Οκτωβρίου, η μικρή Ελλάδα ήταν σε πόλεμο με το καθεστώς της φασιστικής Ιταλίας, του δικτάτορα Μουσολίνι. Τα μηνύματα του πολέμου είχαν φτάσει δύο μήνες νωρίτερα, στις 15 Αυγούστου 1940, με την άνανδρη βύθιση του καταδρομικού «Έλλη» από ιταλικό υποβρύχιο στο λιμάνι της Τήνου.
Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ξεκίνησε η επιστράτευση και στους τέσσερις νομούς της Κρήτης.
Η Πέμπτη Μεραρχία της Κρήτης κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-1941 αποτελούνταν από τέσσερα Συντάγματα. Το 44ο Σ.Π. Ηρακλείου, το 43ο Σ.Π. Ρεθύμνου, το 14ο Σ.Π. Χανίων και το 5ο Σύνταγμα Πυροβολικού. Στις τάξεις της είχε 565 αξιωματικούς-υπαξιωματικούς και 18.662 οπλίτες. Ακόμη διέθετε 687 υποζύγια και 81 οχήματα. Διοικητής της Πέμπτης Μεραρχίας, ο υποστράτηγος Γεώργιος Παπαστεργίου.
Με τη λήξη του πολέμου, 1.400 Κρήτες στρατιώτες αιχμαλωτίστηκαν από τους άντρες της Βέρμαχτ και οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο αιχμαλώτων που κατασκευάστηκε πρόχειρα στο στρατιωτικό αεροδρόμιο Λάρισας.
Η Πέμπτη Μεραρχία της Κρήτης είχε τις μεγαλύτερες απώλειες από όλους τους ελληνικούς σχηματισμούς στο μέτωπο του πολέμου. Ο κατάλογος των απωλειών συμπληρώνεται από 1.141 νεκρούς (αξιωματικούς-υπαξιωματικούς και οπλίτες) καθώς και 2.025 τραυματίες (τραυματίες μαχών, ανάπηρους και παγόπληκτους).
Στους παραπάνω αριθμούς οφείλουμε να προσθέσουμε:
α) Δεκάδες στρατιώτες μας που «χάθηκαν» στα νερά του Αιγαίου κατά την επιστροφή τους στην Κρήτη (από ενέργειες του Πολεμικού Ναυτικού των Γερμανών).
β) Εκατοντάδες που επέστρεψαν και πέθαναν αργότερα από τις κακουχίες και τα τραύματα των μαχών του πολέμου.
γ) Αυτούς που παρέμειναν στην Αθήνα, μη μπορώντας να επιστρέψουν, καθώς και στο στρατόπεδο αιχμαλώτων της Λάρισας και κατέληξαν από αρρώστιες και ασιτία, (πείνα) και
δ) Έναν ικανό αριθμό Κρητών στρατιωτών της Πέμπτης Μεραρχίας που συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των 1.335 αγνοούμενων του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.
Στις 23 και 25 Νοεμβρίου 1941, αναχώρησαν οι επίστρατοι από τα λιμάνια του Ηρακλείου και των Χανίων για τον Πειραιά. Από τον Πειραιά με αμαξοστοιχίες μεταφέρθηκαν στο Αμύνταιο και από εκεί πεζοπορώντας πέρασαν τα σύνορα της Αλβανίας στις 13 Δεκεμβρίου 1940.
Στις μάχες, η Πέμπτη Μεραρχία πήρε το βάπτισμα του πυρός τον Ιανουάριο του 1941. Στα στενά της Κλεισούρας, στις κορυφές της Τρεμπεσίνας, στον αυχένα Μετζκοράνι, στο Πούντα Νορτ, στο Μάλι Σεντέλι, στα υψώματα 1308, 1816, 1269, 1426, 1598, 1178, στα χωριά Άρτζα Ντι Μέτζο, Άρτζα Ντι Σόττο και Άρτζα Ντι Σόπρα, δόθηκαν οι πιο σκληρές μάχες του πολέμου. Σ’αυτές τις μάχες, οι Κρήτες στρατιώτες της Πέμπτης Μεραρχίας Πεζικού πολέμησαν με θάρρος και γενναιότητα, αψηφώντας τους υπερόπτες Ιταλούς και τις καιρικές συνθήκες.
Η μεγάλη εαρινή ιταλική επίθεση (9 ως 26 Μαρτίου 1941)
Στο ελληνοϊταλικό μέτωπο είχαν περάσει τέσσερις μήνες (Νοέμβριος 1940 ως Φεβρουάριος 1941) και οι ιταλικές δυνάμεις δεν είχαν κατορθώσει να επιβληθούν των ελληνικών. Αντίθετα, οι απώλειες σε στρατιώτες και πολεμικό υλικό των Ιταλών ήταν τεράστιες, με τον Μουσολίνι να στέκεται αμήχανος μπροστά στις νίκες των Ελλήνων.
Οι πληροφορίες που του μετέφεραν οι επιτελείς του ήταν ότι ο Χίτλερ, βλέποντας την κατάσταση στο μέτωπο, είχε αποφασίσει να επέμβει και να επιτεθεί κι αυτός στην Ελλάδα. Γι’ αυτό ο Μουσολίνι σχεδίασε την επιχείρηση «Πριμαβέρα», την εαρινή επίθεση των δυνάμεών του για την τελική του επικράτηση.
Ως έναρξη των επιχειρήσεων όρισε τα ξημερώματα της Κυριακής 9 Μαρτίου 1941. Ο ίδιος με το επιτελείο του εγκαταστάθηκε στο παρατηρητήριο του υψώματος Γκλάβα, ώστε να παρακολουθεί βήμα βήμα την επίθεση των δυνάμεών του. Τόση σφοδρότητα είχαν οι ιταλικές επιθέσεις, ώστε τα δύο υψώματα που κατείχε ο ελληνικός στρατός και που δέχτηκαν την ιταλική επίθεση, το 717 και 731, να ανασκαφούν από τα 100.000 περίπου βλήματα που δέχτηκαν.
Οι έντεκα (11) νέες μεραρχίες, που συγκέντρωσε ο Μουσολίνι στο μέτωπο και ενώθηκαν με τις 15 που από την αρχή του πολέμου ήταν εκεί, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Οι Έλληνες φαντάροι απέκρουσαν όλες τις επιθέσεις χωρίς να υποχωρήσουν καθόλου από τις θέσεις τους.
Στις 21 Μαρτίου, ο Μουσολίνι απογοητευμένος αποφάσισε να επιστρέψει στη Ρώμη, εγκαταλείποντας το μέτωπο. Η επιχείρηση «Πριμαβέρα» έληξε οριστικά στις 26 Μαρτίου 1941. Οι ιταλικές επιθέσεις που απέκρουσαν οι Έλληνες ήταν συνολικά 18. Οι απώλειες των Ιταλών ήταν 12.000 νεκροί τραυματίες και αγνοούμενοι. Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν 1.200 νεκροί τραυματίες και αγνοούμενοι.
Μετά την εαρινή επίθεση των Ιταλών που εκδηλώθηκε στις 9 Μαρτίου 1941 και τη σθεναρή αντιμετώπισή της, ο γερμανικός στρατός επιτέθηκε στην Ελλάδα από τα βόρεια σύνορα στα οχυρά του Ρούπελ. Αυτή η εξέλιξη του πολέμου είχε ως αποτέλεσμα τη διαταγή σύμπτυξης της Πέμπτης Μεραρχίας.
Οι αξιωματούχοι του ελληνικού στρατού, μη μπορώντας να αντεπεξέλθουν σε δύο μέτωπα, παρά τη νίκη των ελληνικών όπλων και την καταβαράθρωση του ιταλικού φασισμού, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν. Η συνθηκολόγηση υπογράφηκε στις 13 Απριλίου 1941.
Πέτρος, Κωνσταντίνος και Αριστείδης Σαλούστρος του Γιαγκάκη
Ο Γιάννης Σαλούστρος ή Γιαγκάκης (καταγωγή από τα Ανώγεια), με τη σύζυγό του Ζουμπουλιά (το γένος Δακανάλη), απέκτησαν εννέα παιδιά. Την Αθηνά, τον Πέτρο, τον Κωστή, τον Αριστείδη, τον Νικόλαο, τη Μαρία, τον Σταύρο, τον Κοσμά και τον Γιώργη. Η οικογένεια του Γιαγκάκη έμενε στο Ηράκλειο, στη συνοικία «Μπρούμη».
Ο Γιαγκάκης ανήκε στο βενιζελικό κόμμα. Μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την είσοδο της Ελλάδας σ’αυτόν, οι εφτά γιοι του εντάχθηκαν στο ΕΑΜ και οι δύο του κόρες στην ΕΠΟΝ.
Τρεις γιοι του Γιάννη Σαλούστρου-Γιαγκάκη βρέθηκαν στο ελληνοϊταλικό μέτωπο. Ο Πέτρος, ο Κωνσταντίνος και ο Αριστείδης. Ο Χαράλαμπος Σαλούστρος, γιος του Σταύρου Σαλούστρου του Γιαγκάκη και πρώτος ανιψιός των παραπάνω στρατιωτών, μας έδωσε ορισμένα στοιχεία της πολεμικής δράσης των θείων του. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, μας ανέφερε γι’ αυτούς τα εξής:
α) Σαλούστρος Πέτρος του Ιωάννου
Ο Πέτρος Σαλούστρος μετείχε στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο ως στρατιώτης του 14ου Σ.Π. (Χανίων), της Πέμπτης Μεραρχίας Κρητών. Με τη λήξη των εχθροπραξιών καταφέρνει να επιστρέψει στην Κρήτη. Τον Μάιο του 1941 παίρνει μέρος στη Μάχη της Κρήτης μαζί με όλα τα αδέρφια του, μικρούς και μεγάλους και τις αδερφές του.
Όλοι μαζί πολέμησαν στις επιχειρήσεις που εξελίχτηκαν γύρω από τη Χανιόπορτα (εκεί κοντά ήταν και το πατρικό του σπίτι, στη συνοικία «Μπρούμη»). Τα χρόνια της Κατοχής 1941-1944 αγωνίζεται εναντίον των Γερμανοϊταλών από τις τάξεις των ανταρτών, τιμώντας και την οικογένειά του και το έπος της Κρητικής Αντίστασης.
β) Σαλούστρος Κωνσταντίνος του Ιωάννου
Πολέμησε ως πολυβολητής στα βουνά της Αλβανίας τους Ιταλούς με το 44ο Σύνταγμα Πεζικού της Πέμπτης Μεραρχίας Κρητών. Διακρίθηκε στις μάχες της Τρεμπεσίνας, στην κατάληψη του όρους Σεντέλι (13 ως 16 Φεβρουαρίου 1941) και στη μεγάλη εαρινή επίθεση του Μουσολίνι.
(Σημείωση: Η Τρεμπεσίνα είναι ένα βουνό της Αλβανίας με υψόμετρο 1.923 μέτρα. Βρίσκεται πολύ κοντά στην Κλεισούρα. Επειδή είχε μεγάλη στρατηγική σημασία η κατοχή της οροσειράς, Έλληνες και Ιταλοί έδωσαν σκληρές μάχες για την κατάληψή της.
Στις μάχες πρωταγωνίστησαν οι Κρητικοί στρατιώτες της Πέμπτης Μεραρχίας. Η Τρεμπεσίνα έπεσε στα χέρια των Ελλήνων στις 31 Ιανουαρίου 1941 και κρατήθηκε ως το τέλος του πολέμου, παρά τις λυσσαλέες αντεπιθέσεις των Ιταλών και τα χιλιάδες θύματα δικών μας παλικαριών στις πλαγιές και τα υψώματά της).
Μετά την κατάρρευση του μετώπου και τις προσπάθειες να επιστρέψει στην Κρήτη, ναυάγησε το πλοιάριο που τον μετέφερε μαζί με άλλους στρατιώτες, καθώς δέχτηκε επίθεση από τα αεροπλάνα της Λουφτβάφφε. Ο Κωνσταντίνος κολύμπησε δύο μερόνυχτα (ήταν δεινός κολυμβητής) και κατάφερε και βγήκε στο Γύθειο.
Μια Μανιάτισσα τον τράβηξε έξω από το νερό ημιλυπόθυμο και με σοβαρή υποθερμία. Τον περιέθαλψαν, τον έκρυψαν, τον έντυσαν με πολιτικά, έκαψαν τη στολή του, καθώς εκείνες τις μέρες του Απρίλη μπήκαν και οι Γερμανοί στο Γύθειο. Εκεί διέμεινε ένα διάστημα και οι άνθρωποι που τον προστάτεψαν, κατάφεραν τελικά και τον φυγάδευσαν στην Κρήτη.
Ο Κωνσταντίνος πολέμησε στη Μάχη της Κρήτης και στη συνέχεια τον βρίσκουμε στο βουνό αντάρτη του ΕΑΜ. Ήταν έμπειρος στα όπλα. Ήταν φίλος με τον Γιάννη Ποδιά και τον ακολούθησε όταν χωρίστηκε το αντάρτικο τον Σεπτέμβριο του 1943.
γ) Σαλούστρος Αριστείδης του Ιωάννου
Στην έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, ο Αριστείδης Σαλούστρος υπηρετεί ως λοχίας στο 29ο Σύνταγμα Πεζικού στην Κομοτηνή, στον 2ο λόχο. Όταν οι Ιταλοί επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940 και κηρύχθηκε γενική επιστράτευση, οι Κρήτες στρατιώτες του 29ου Συντάγματος Πεζικού διασκορπίστηκαν σε διάφορους λόχους.
Το 29ο Σύνταγμα Πεζικού πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη του Πόγραδετς στην Αλβανία (3-10 Δεκεμβρίου 1940) και μετά απ’ αυτήν, το 29ο Σ.Π. ονομάστηκε και Σύνταγμα Πόγραδετς. Ο 2ος λόχος, εκτός από τη μάχη του Πόγραδετς, διακρίθηκε για την ηρωική του παρουσία στις μάχες της Κλεισούρας και του Τεπελενίου, όπου ο 2ος λόχος αντιμετώπισε σκληρές ιταλικές επιθέσεις και είχε σημαντικές επιτυχίες συμπεριλαμβανομένης της σύλληψης αιχμαλώτων.
Ο Χαράλαμπος Σαλούστρος σημειώνει για τον θείο του, Αριστείδη Σαλούστρο, και τα εξής: «Αποστολή στο Πόγραδετς: 27 Νοεμβρίου 1940. Το 29ο Σ.Π. υπαγόταν στη XII Μεραρχία (Γ΄ Σώμα Στρατού). Στις αρχές Δεκεμβρίου, το Σύνταγμα ανέλαβε το κεντρικό και πιο κρίσιμο κομμάτι της επίθεσης.
Η κατάληψη του υψώματος 1211: Το 1ο Τάγμα (που περιλάμβανε τον 2ο Λόχο) επιτέθηκε με απαράμιλλο ηρωισμό και κατάφερε να καταλάβει το ζωτικής σημασίας ύψωμα 1211. Το ύψωμα αυτό δέσποζε σε ολόκληρη την πεδιάδα του Πόγραδετς, επιτρέποντας στον ελληνικό στρατό να ελέγξει την περιοχή και να αναγκάσει τις ιταλικές δυνάμεις σε υποχώρηση. Οι άνδρες του 2ου Λόχου πολέμησαν σώμα με σώμα, μέσα σε ακραίες καιρικές συνθήκες, (χιόνι και παγετό), κατατροπώνοντας την ιταλική μεραρχία “Αρέτσο”.
29ο Σ.Π. Διοικητής συνταγματάρχης Λαμπράκης Γεώργιος (10 Μαρτίου 1941. Στη μάχη στο όρος Σεντέλι). Θάνατος του διοικητή λόχου (πιθανότατα του 3ου λόχου, του Νικολάου Ορφανουδάκη από τη Λούτρα Ρεθύμνου). Τραυματισμός διοικητή 2ου λόχου Ιωάννη Ζιώγα στον μηρό! Τραυματισμός του λοχία του 2ου λόχου Σαλούστρου Αριστείδη στο πρόσωπο. Ο θείος μου βρισκόταν στο επίκεντρο της πιο ένδοξης και δραματικής στιγμής του 29ου Σ.Π.
Σε μία από τις πιο άγριες μάχες. Ήταν η δεύτερη ημέρα της μεγάλης εαρινής επίθεσης! 10 Μαρτίου 1941, στο ύψωμα Σεντέλι. Τη μάχη παρακολουθούσε ο ίδιος ο Μουσολίνι και ο αρχιστράτηγός του Ούγκο Καβαλίερο. Ο Νικόλαος Ορφανουδάκης, όρθιος και ακάλυπτος, ενθάρρυνε τους άντρες του όταν δέχτηκε πυρά πολυβόλου.
Μετά τον τραυματισμό του, ο Αριστείδη Σαλούστρος κατάφερε και επέστρεψε στην Κρήτη παρά τον σοβαρή κατάσταση της υγείας του.
Σχεδόν δύο μήνες μετά τον τραυματισμό του (5 Μαΐου 1941), βρίσκουμε τον Αριστείδη Σαλούστρο να κατατάσσεται στο Έμπεδο Τάγμα Ηρακλείου λίγες μέρες πριν τη Μάχη της Κρήτης. Αναλαμβάνει την εκπαίδευση και παίρνει μέρος στην οργάνωση της άμυνας της πόλης του Ηρακλείου λίγες εκατοντάδες μέτρα από το σπίτι του (περιοχή Χανιόπορτας). Στη μάχη του Ηρακλείου συμμετείχε σύσσωμη όλη η οικογένεια του Γιαγκάκη Σαλούστρου, ακόμα και οι μικρότεροι γιοι και οι κόρες.
Πολέμησε με το Έμπεδο Τάγμα Ηρακλείου στη Μάχη της Κρήτης και στην περιοχή του αεροδρομίου. Μεταπολεμικά ενεπλάκη στην υπόθεση Βαγγελιώς Αρμενάκη-Φωτιάδη και συνελήφθη (ήταν αγαπητικός της Αρμενάκη, σχεδίαζαν να παντρευτούν. Δεν πρόλαβαν! Αυτή την εκτέλεσαν. Αυτόν από φόβο βεντέτας τον έστειλαν στα ξερονήσια για 15 χρόνια. Αποφυλακίστηγκε με αμνηστία από τη Ζάκυνθο τη δεκαετία του ‘50 μαζί με τον Μανόλη Γλέζο».
(Σημείωση: Για τη Μάχη του Πόγραδετς και τον επικεφαλής των ελληνικών δυνάμεων, υποστράτηγο Σωτήρη Μουτούση, διαβάζουμε τα εξής: «Η Μάχη του Πόγραδετς, από 25 Νοεμβρίου έως και την 6η Δεκεμβρίου 1940, αποτέλεσε την πανωλεθρία των ιταλικών δυνάμεων στο μέτωπο της περιοχής. Η πτώση του Πόγραδετς επέφερε σάλο στη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Ρώμης.
Ο αρχιστράτηγος των εν Αλβανία Ιταλικών δυνάμεων, στρατηγός Σοντού, αναφερόμενος την 3η Δεκεμβρίου στον Μουσολίνι για την κατάσταση στο μέτωπο του Πόγραδετς, εξέφρασε την άποψη ότι οποιαδήποτε αντίδραση των ιταλικών δυνάμεων στην περιοχή είναι πλέον αδύνατος.
Ο υποστράτηγος Σωτήριος Μουτούσης υπήρξε μια διακεκριμένη και ηρωική φυσιογνωμία, μετέχοντας σε όλες τις ιστορικές συγκρούσεις του Ελληνισμού του 20ού αιώνα. Οι στρατιωτικές του ικανότητες δοκιμάστηκαν και επιβραβεύτηκαν με πλήθος μετάλλια και τιμητικές προαγωγές, από τους Βαλκανικούς Πολέμους μέχρι και τον Εμφύλιο.
Ο Μουτούσης ανήκε στην επίλεκτη γενιά στρατιωτικών ηγητόρων, η οποία γαλουχήθηκε με το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, το οποίο λίγο έλειψε να πραγματοποιηθεί. Ήταν από εκείνους τους άνδρες που το ήθος τους ωθούσε πάντα να μη φοβούνται τις αποφάσεις, όσο βαρύ και αν ήταν το προσωπικό κόστος.
Αυτό επιβεβαιώθηκε όταν μετείχε στην Κυβέρνηση Τσολάκογλου, γεγονός που μετά την απελευθέρωση τον οδήγησε στο εδώλιο του κατηγορουμένου.
Όμως, η μεταπολεμική δικαίωση επήλθε λόγω των απαράγραπτων επιτυχιών και θριάμβων που πέτυχε στα διάφορα μέτωπα, της Μακεδονίας, της Ηπείρου και της Μικράς Ασίας, πολεμώντας τους εχθρούς του έθνους συναριθμώντας τον στο πάνθεον των Ελλήνων ηρώων. Ο υποστράτηγος Μουτούσης διακρίθηκε ιδιαίτερα στο μέτωπο της Βόρειας Ηπείρου, εκεί όπου απέκτησε το ένδοξο προσωνύμιο του “Ιταλομάχου” πορθητή του Πόγραδετς!»).
Ο Γεώργιος Α. Καλογεράκης είναι δρ. Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής Δημοτικού Σχολείου Καστελλίου
