Γράφει η Θεοδώρα Πασπαράκη
Η τραγική απώλεια των δύο 17χρονων κοριτσιών επαναφέρει με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο την ψυχική επιβάρυνση που βιώνουν σήμερα πολλοί έφηβοι, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ταυτότητα, η αυτοαξία και το μέλλον τους βρίσκονται υπό διαρκή διαπραγμάτευση.
Η εφηβεία αποτελεί μια αναπτυξιακή φάση αυξημένης συναισθηματικής ευαλωτότητας, κατά την οποία η ανάγκη αποδοχής, η αγωνία για το μέλλον και ο φόβος της αποτυχίας συχνά αποκτούν υπαρξιακές διαστάσεις. Όταν η προσωπική αξία συνδέεται μονοδιάστατα με την επίδοση, την κοινωνική καταξίωση ή την επαγγελματική επιτυχία, η αποτυχία δεν βιώνεται ως μια προσωρινή δυσκολία, αλλά ως προσωπική κατάρρευση και ματαίωση νοήματος.
Σε εφήβους με προϋπάρχουσα ψυχική επιβάρυνση, όπως καταθλιπτική συμπτωματολογία, έντονο άγχος ή αίσθημα αδιεξόδου, η σκέψη μπορεί να γίνει απόλυτη και καταστροφική, περιορίζοντας σημαντικά την ικανότητα διαχείρισης της ψυχικής οδύνης.
Οι σύγχρονοι νέοι καλούνται να αναπτυχθούν μέσα σε ένα περιβάλλον πολυεπίπεδης πίεσης και διαρκούς σύγκρισης. Οι υψηλές ακαδημαϊκές απαιτήσεις, η κοινωνική υπερεκτίμηση της επιτυχίας, η έκθεση σε εξιδανικευμένα πρότυπα ζωής μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και η οικονομική αβεβαιότητα της σύγχρονης πραγματικότητας, δημιουργούν ένα έντονο αίσθημα ανασφάλειας και ψυχικής εξουθένωσης. Πολλοί έφηβοι βιώνουν την αίσθηση ότι καλούνται να ανταποκριθούν σε ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις, χωρίς όμως να διακρίνουν ένα σταθερό και ελπιδοφόρο μέλλον. Η εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για διάκριση και στον φόβο ότι ακόμη και η προσπάθεια ίσως δεν επαρκεί, μπορεί να οδηγήσει σε βαθιά απογοήτευση, απελπισία και αίσθηση υπαρξιακής ματαιότητας.
Ιδιαίτερη ψυχολογική σημασία φαίνεται να έχει και η ισχυρή συναισθηματική ταύτιση μεταξύ των δύο κοριτσιών. Στην εφηβεία, οι φιλικές σχέσεις συχνά αποκτούν ένταση και λειτουργούν ως βασικός πυλώνας συναισθηματικής σταθερότητας και ταυτότητας.
Όταν όμως δύο ψυχικά επιβαρυμένοι έφηβοι αλληλεπιδρούν μέσα σε ένα κοινό πλαίσιο απαισιοδοξίας και αδιεξόδου, είναι πιθανό να ενισχύσουν αμοιβαία δυσλειτουργικές σκέψεις και συναισθήματα. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό στη βιβλιογραφία ως συναισθηματική συν-ρύθμιση δυσφορίας, μπορεί να εντείνει την αίσθηση εγκλωβισμού και να περιορίσει την επαφή με εναλλακτικές οπτικές ή πηγές υποστήριξης.
Το συγκεκριμένο περιστατικό αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση την ανάγκη για έγκαιρη ανίχνευση ψυχικών δυσκολιών στους εφήβους, ουσιαστική συναισθηματική διαθεσιμότητα από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, καθώς και για μια κοινωνία που θα πάψει να ταυτίζει την ανθρώπινη αξία αποκλειστικά με την επίδοση, την παραγωγικότητα και την επιτυχία.
