Ξημέρωμα, 27 Οκτωβρίου 1943, ώρα 6.00!

1,560
της Ελένης Μπετεινάκη

Μ΄αρέσει να αφηγούμαι ιστορίες και παραμύθια. Κάποια από αυτά τα γράφω κι όλας. Και συχνά με ακούν τα παιδιά μου να λέω πως τα παραμύθια τα αγαπώ γιατί κρύβουν μέσα τους όλες τις μεγάλες αλήθειες του κόσμου.

Τούτο όμως το παραμύθι είναι για μένα ξεχωριστό και πολύτιμο. Είναι πέρα για πέρα αληθινό και …. Φόρος τιμής σε έναν άνθρωπο, όπως τόσες χιλιάδες άλλοι που χωρίς να υπολογίσουν ούτε στιγμή τον εαυτό τους, έδωσαν ό,τι είχαν και δεν είχαν για ένα σκοπό, ένα στόχο, μια ιδέα …έναν πόλεμο.

Σήμερα συμπληρώνονται 79 χρόνια …

Ξημερώνει η παραμονή της μεγάλης επετείου του Όχι. Θα ΄χει παρέλαση αύριο, ίσως με περισσότερη έπαρση μιας και τα τελευταία χρόνια με αίτιο την πανδημία όλα σταμάτησαν…Για μένα, για την οικογένεια μου, η σημερινή μέρα κι η αυριανή, είναι κάτι σαν μνημόσυνο. Ημέρα θύμησης και μνήμης.

Εκείνη η φράση του πατέρα μου όταν ακόμα ζούσε αναμεσά μας είναι πάντα στο μυαλό μου: «Μην ξεχάσεις τον παππού σου, τον συναντώ συχνά στα σκοτάδια μου!»

Κι επειδη όσο περνούνε τα χρόνια πολλά γεγονότα και σπουδαίοι άνθρωποι τα τριγυρίζει η λήθη, εγω δεν ξεχνώ όσο ζω. Συλλέγω πάντα την παραμικρή πληροφορία, είδηση, για να γεμίσω το πάζλ μιας ζωής γεμάτη αγώνες, ιδανικά, τόλμη και ιδέες.

 27 Οκτωβρίου 1943. Ο Αντώνιος Γ. Μπετεινάκης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς

Έφυγες κάπως νωρίς Παππού, χωρίς να δεις την πατρίδα σου ελεύθερη. Την πατρίδα που της χάρισες τη ζωή σου. Την πατρίδα που έδωσες αμέτρητες μάχες για τη δεις ξανά να σηκώνει το ανάστημά της, για να ζούμε εμείς σήμερα καλύτερα …

Κι αύριο είναι η μεγάλη εθνική γιορτή της επετείου του Όχι… Δεν πρόλαβες τίποτε. Το δικό σου το Όχι το είχες πει εκείνα τα χρόνια, εκείνον το Σεπτέμβρη του 43, που αρνήθηκες να «προδώσεις», ανθρώπους και ιδανικά.

Κάθε χρόνο λοιπόν, σαν σήμερα το δικό μου χρέος είναι να θυμάμαι …

Να θυμάμαι και να μνημονεύω το δικό σου πέρασμα από τούτο τον κόσμο. Δεν σε γνώρισα ποτέ, παππού, όμως σε κουβαλάω μέσα μου από την ώρα που γεννήθηκα. Σε γνώρισα από τον πατέρα μου, από τα υπόλοιπα παιδιά σου, τις φωτογραφίες, τα παράσημα, τα γραφτά σου και νοιώθω πως για κάμποσα πράγματα του δικού μου χαρακτήρα, φταίει η δική σου φύτρα και τα έχω.

Πείσμα, ανοχή, υπομονή, θάρρος …μόνο που εγώ δεν πολέμησα ποτέ σαν εσένα.

Κάθε χρόνο, 27 του Οκτώβρη, μέρα πένθους, μέρα περισυλλογής. Τι και αν έχουν περάσει 79 χρόνια από τότε… Τούτη η μέρα θα είναι πάντα δική σου.

Από χθες το βλέμμα μου είναι καρφωμένο σε ένα ζευγάρι κιάλια πάνω στο γραφείο μου. Η υγρασία, η σκουριά, η ιστορία, είναι εκεί. Δεν τα καθάρισα ποτέ. Είναι από τα ελάχιστα αντικείμενα που σώθηκαν από τη ζωή σου παππού.

Είναι εκείνα που με κάνουν να συλλογιέμαι πόσα να έχουν δει τούτα τα «μάτια». Τα είχες πάνω σου, στο μπέτι σου, όπως λέμε εμείς οι Κρητικοί και μ΄αυτά πολέμησες, ταξίδεψες, είδες τον κόσμο με τα δικά σου μάτια, τα κράτησες με τα δικά σου χέρια. Άψυχο αντικείμενο, όμως τόσο σπουδαίο…

Θυμάσαι μπαμπά τι μου ‘λεγες; Πάμε να θυμηθούμε το πιο γενναίο παραμύθι…

“…Ήταν Σεπτέμβρης του ‘43, θαρρώ 24 του μήνα, απόγευμα, κι είχαμε μόλις γυρίσει από τον τρύγο. Στα Λιάτικα ήμασταν όλη μέρα. Κουρασμένοι κι η μάνα, μας έλεγε πως είχε ένα βάρος που τής πλάκωνε την ψυχή. Δεν είχαμε προλάβει να πλυθούμε όταν από το Μακρύ Σοκάκι ακούστηκαν ρυθμικά βήματα και ένας δυνατός χτύπος από το σπάσιμο της πόρτας μας, μας τράνταξε όλους.

Ήταν γερμανοί στρατιώτες. Ανέβαιναν τα σκαλοπάτια γρήγορα και μπήκαν μέσα. Έψαχναν τον πατέρα μου κι άρχισαν να ρωτούν που ήταν. Τους είπα με σπασμένα γερμανικά πως είχε πάει στην Κομαντατούρ στο φρουραρχείο δηλαδή, να δώσει «το παρών » γιατί ήταν Παρασκευή βράδυ κι έτσι έπρεπε.

Ένας απ’ αυτούς έφυγε να δώσει την πληροφορία, οι υπόλοιποι έκανα το σπίτι αγνώριστο. Δυο – τρεις ώρες μείνανε, έψαχναν, αναποδογύριζαν τα πάντα, ίσαμε στα τσουκάλια μέσα κοιτούσαν, κι έπαιρναν μαζί τους ότι καλό έβρισκαν στο σπίτι. Σύντομα ήρθε ένας δικός τους και τους είπε πως τον βρήκαν και τον συνέλαβαν. Το βράδυ ήρθαν πολλοί, 11 νοματαίοι με σήματα-πέταλα πάνω τους, έψαχναν συνέχεια στις αποθήκες, στο κελάρι, στο πλυσταριό, στα στρώματα.

Τίποτα δεν έμεινε στη θέση του. Όμως και τίποτα δεν βρήκαν. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα έφυγαν. Η αδελφή μου, η μάννα κι εγώ, παλικάρι 14 χρονών τότε, άσπροι σαν τον τοίχο από τον φόβο και την αγωνία μας στεκόμασταν αμίλητοι, ακίνητοι στο ίδιο σημείο μην ξέροντας πώς να αντιδράσουμε, ακόμα και σαν έφυγαν, για ώρα πολύ.

Τον μεγάλο μου αδελφό, το Γιώργη μας τον είχαν ειδοποιήσει να μην πλησιάσει το σπίτι κι εκείνο το βράδυ έμεινε έξω, στην εξοχή. Το επόμενο πρωί μάθαμε πως ο πατέρας μου ήταν στο Ηράκλειο, στο Φρουραρχείο. Εκεί έμεινε τρεις μέρες στο σπίτι του Πλεύρη κάτω στο υπόγειο και βρήκαμε σαν φύγανε οι Γερμανοί γραμμένο ένα μήνυμα μέσα σε κύκλο με μολύβι:

« Αντώνιος Γεωρ. Μπετεινάκης, κινδυνεύει , ελπίζει εις τον Θεόν.

Άχ παιδιά μου. 24 Σεπτεμβρίου 1943 ».

Και οι στιίχοι:

« Τις μέρες παίρνω δανικές, τις ώρες υστερούμαι

Κοντό να ξανασμίξομε, να φάμε και να πιούμε»

Ύστερα τον πήγαν στα Χανιά, στο χωριό Αγυά . Κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει τις φυλακές. Πήγε ο Γιώργης μας, αλλά δεν τον άφησαν να τον δει. Ούτε καν έναν Έλληνα δικηγόρο δεν του πήγανε. Κάνανε μόνοι τους το δικαστήριο. Στις 26 του Οκτώβρη. Ο παππούς και πέντε άτομα ακόμη.

Τους καταδίκασαν γιατί προσπάθησαν να ειδοποιήσουν τον Μπαντουβά πως έπρεπε να φύγει από τα βουνά και να παραδοθεί γιατί οι Γερμανοί θα καίγανε τα χωριά της Βιάννου. Πιάσανε πολλούς τότε, τους αφήσανε, μόνο αυτοί οι έξι δεν γλύτωσαν. Κάποιος τους πρόδωσε, μακάρι πριν κλείσω τα μάτια μου να μάθω ποιος ήταν, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά να ξέρω, να φύγω ήσυχος. Ο Γιώργης ήταν εκεί την ημέρα του δικαστηρίου.

Η μάννα μου δεν ήθελε να πάω κι εγώ στα Χανιά, μικρό παιδί έλεγε, δεν ήθελε άλλες φουρτούνες, φτάνει όσα υποφέραμε ήδη. Μας είπε πώς πλησίασε λίγο στη φυλακή σε απόσταση περίπου εκατό μέτρα. Τι να δεις;

Ήταν όλοι με τα ίδια ρούχα, κάτι γκρίζο φορούσαν και δυο τρεις χαιρετούσαν από το παράθυρο. Ήταν πολύ κοντά κουρεμένοι και δεν τους αναγνώριζε. Ένας του φάνηκε πιο ψηλός, τον χαιρετούσε με μανία, μπορεί και να ‘ταν αυτός ο πατέρας μας. Ποιος ξέρει…

Την άλλη μέρα έγιναν όλα …

Μόλις χάραξε, ψιλόβρεχε κιόλας, το χώμα μύριζε έντονα, τα σκυλιά γαύγιζαν σαν να χαλούσε ό κόσμος. Ξημέρωμα,27 Οκτωβρίου 1943, ώρα 6.00…

Βαρύ τούτο το πρωινό και άχαρο και με μια σιωπή παντού. Κάτι πλανιόταν στον αέρα όμως τίποτα δεν κουνιόταν, ούτε ο νους τους ήθελε να το σκεφτεί… Κρυμμένοι μέσα στα χωράφια, ο Γιώργης και καμιά δεκαριά άλλοι σηκώθηκαν να δουν γιατί γινόταν τόση φασαρία από τα γαυγίσματα. Κάτι είχαν μυριστεί τα σκυλιά. Φοβόταν μην τους πάρει κανένα μάτι. Και τότε άκουσαν με μια φωνή να τραγουδούν οι κρατούμενοι…

« Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή

σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη»

Κι ύστερα πάλι φωνές και γερμανικά παραγγέλματα για να σταματήσουν, όμως αυτοί συνέχιζαν ακόμη πιο δυνατά. Τίποτα δεν τους τρόμαζε πια, απολύτως τίποτα.

Καμιά εικοσαριά στρατιώτες με ειδικό βηματισμό παρατάχθηκαν στον αύλιο χώρο της φυλακής. Η βροχή συνέχιζε να πέφτει κι αυτή ρυθμικά και τότε: Ω θεέ μου! Έξι άνδρες με συνοδεία Γερμανών αξιωματικών βγήκαν έξω. Οι άνδρες φανερά κουρασμένοι όμως με το κεφάλι ψηλά συνέχιζαν να λένε τον εθνικό ύμνο.

Τους έβαλαν να ακουμπήσουν στον τοίχο και τους έδεσαν τα χέρια. Τους έκλεισαν τα μάτια με ένα άσπρο πανί. Ο πατέρας γύρισε το κεφάλι του στο πλάι. Δεν ήθελε να του δέσουν τα μάτια, ήθελε να βλέπει κατάματα το μεγαλύτερο θεριό, αυτό που κανένας δεν νίκησε ποτέ, το θάνατο.

Ήθελε να χορτάσει και την τελευταία σταγόνα της ζωής, το αμυδρό φως της μέρας που μόλις είχε αρχίσει να ξυπνά. Ύστερα ακούστηκε μια πολύ δυνατή φωνή και ο αέρας γέμισε από τους πυροβολισμούς … Οι κρατούμενοι μέσα από τα μικρά τους παράθυρα έκλαιγαν σιωπηλά… Δεν ακούστηκε τίποτα άλλο, η απόλυτη σιωπή. Όλα είχαν τελειώσει …

Άραγε μήπως ήταν όνειρο, εφιάλτης ή συνέβη στ΄αλήθεια. Ο πατέρας μου ήταν εκεί ανάμεσα τους, νεκρός!…»

Θυμήθηκα και τον πατέρα όταν μου διηγούνταν τούτη την ιστορία. Της ζωής του ήταν…

Κι όπως λέει κι ο μεγάλος συγγραφέας μας που κι αυτός σαν χθες άφησε την τελευταία του πνοή κι ήθελε στο νησί του να θαφτεί στο τόπο του, θυμήθηκα και τούτη τη ρήση: «…Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου, ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα, είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και χτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί.

Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ, έκαμα το χρέος μου…Έχετε γεια!…»

27 Οκτωβρίου 1943.

Ο Αντώνιος Γ. Μπετεινάκης εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στις φυλακές της Αγυιάς Χανίων.

Ήταν 57 χρονών!

Όσο κι εγώ, περίπου!

ΠΗΓΕΣ:

Ηχογραφημένα ντοκουμέντα από τον Ιωάννη Μπετεινάκη

Αρχείο Οικογένειας Αντ. Μπετεινάκη

http://zhtunteanagnostes.blogspot.gr 

 

 

Μπορεί επίσης να σας αρέσει