Τις τελευταίες εβδομάδες, με αφορμή την τραγική υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη, γράφτηκαν πολλά και συνεχίζουν να γράφονται για τους γιατρούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με μια γενικευμένη και συχνά ισοπεδωτική επίθεση απέναντι σε ολόκληρο τον ιατρικό κόσμο.

«Πρόκειται για ένα άδικο «τσουβάλιασμα» που αδικεί τη συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων. Τους ανθρώπους που εργάζονται ατελείωτες ώρες, εφημερεύουν, ξενυχτούν, εκπαιδεύονται διαρκώς και κουβαλούν στο σπίτι τους την αγωνία και την ευθύνη για την υγεία κάθε ασθενή», σημειώνει ο Κώστας Ιντζόγλου, γιατρός και ο ίδιος ο οποίος «μίλησε» με το κείμενό του στις «καρδιές» πολλών ανθρώπων.

«Η απάντηση σε αυτή την κριτική -ανέφερε- δεν μπορεί να είναι μια τυφλή, συντεχνιακή άμυνα. Οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Δεν λειτουργούν όλα σωστά. Υπάρχει μια μειοψηφία που δεν τιμά ούτε τον όρκο ούτε το λειτούργημα της Ιατρικής. Η ζημιά που προκαλεί αυτή η ομάδα είναι δυσανάλογα μεγάλη, διότι η εμπιστοσύνη χτίζεται καθημερινά από χιλιάδες ειλικρινείς επιστήμονες, αλλά μπορεί να γκρεμιστεί από ελάχιστους μέσα σε μία στιγμή». Και συνέχισε:

«Για να κατανοήσουμε τη ρίζα του προβλήματος, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω. Οι γιατροί που βρίσκονται σήμερα στο μέσον της επαγγελματικής τους διαδρομής μεγάλωσαν ως παιδιά τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές του 1990, σε μια εποχή κοινωνικής ανόδου, έντονου καταναλωτισμού και τελείως διαφορετικών οικονομικών συνθηκών. Τότε, η εικόνα του γιατρού ήταν ταυτισμένη όχι μόνο με την προσφορά, αλλά και με το κοινωνικό κύρος, την οικονομική άνεση και την εξουσία.

Για ορισμένους, η Ιατρική δεν επιλέχθηκε με ανθρωποκεντρικά κριτήρια, αλλά ως μια υπόσχεση πλουτισμού.

Τα χρόνια όμως άλλαξαν, η κοινωνία μετασχηματίστηκε και η Ιατρική -ιδιαίτερα στην Ελλάδα- έπαψε να αποτελεί εγγυημένη διαδρομή προς τον πλούτο (όπως εξ άλλου δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ποτέ). Σήμερα, ένας έντιμος γιατρός μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια από την εργασία του. Ωστόσο, η οικονομική επιτυχία δεν αποτελεί τεκμήριο επιστημονικής αξίας, όπως ούτε η οικονομική δυσκολία συνιστά απόδειξη ανεπάρκειας.

Το ουσιαστικό πρόβλημα γεννιέται όταν κάποιος μπήκε στο επάγγελμα με αποκλειστικό κίνητρο το χρήμα και, βλέποντας τις προσδοκίες του να διαψεύδονται, αναζητά οιονδήποτε τρόπο για να τις ικανοποιήσει.

Εκεί ακριβώς βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να αναπτυχθούν οι ανυπόστατες «θεραπείες» και η ψευδοεπιστήμη.

Η λεγόμενη «κβαντική ιατρική» και οι συσκευές «βιοσυντονισμού».

Οι δήθεν «θαυματουργές» αποτοξινώσεις, η οζονοθεραπεία και η «σαμανική ιατρική».

Κάθε μέθοδος που περιβάλλεται με επιστημονικοφανείς όρους, με μοναδικό σκοπό να εντυπωσιάσει και να παραπλανήσει τον ασθενή.

Η πραγματική Ιατρική είναι συχνά λιγότερο θεαματική, αλλά απόλυτα στιβαρή. Βρίσκεται μόνο στα έγκριτα επιστημονικά περιοδικά, στις οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, στις τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες και τη συνεχή έρευνα. Βασίζεται στην τεκμηρίωση, τη διαφάνεια και την ειλικρινή ενημέρωση.

Ο υπεύθυνος γιατρός δεν φοβάται να πει τις πιο δύσκολες αλλά και πιο έντιμες κουβέντες: «Δεν γνωρίζω», «Δεν το χρειάζεστε», «Δεν είναι αυτή η εξειδίκευσή μου, θα σας παραπέμψω στον αρμόδιο συνάδελφο».

Η ιατρική εργασία ασφαλώς και πρέπει να αμείβεται δίκαια. Πίσω από κάθε γιατρό κρύβονται χρόνια σπουδών, εξειδίκευσης, στερήσεων και τεράστιας ευθύνης.

Η αμοιβή, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί το πρώτο μέλημα όταν απέναντι βρίσκεται ένας άνθρωπος φοβισμένος, ευάλωτος και ανήμπορος να αξιολογήσει επιστημονικά όσα του προτείνονται.

Η χαώδης ασυμμετρία γνώσης μεταξύ γιατρού και ασθενούς δημιουργεί μια σχέση εξουσίας. Και κάθε εξουσία χωρίς ηθικό έρμα μπορεί να αποβεί επικίνδυνη.

Ο γιατρός οφείλει να συμβουλεύει τον ασθενή του όπως θα συμβούλευε το ίδιο του το παιδί, τον γονέα ή τον εαυτό του αν καθόταν στην απέναντι καρέκλα. Για τον λόγο αυτό, είναι πολύτιμο για κάθε πολίτη να διατηρεί έναν γιατρό εμπιστοσύνης, έναν σύμβουλο που θα τον προστατεύσει από περιττές ή επικίνδυνες παρεμβάσεις.

Η κοινωνία μας δεν έχει ανάγκη από γιατρούς που αυτοπροβάλλονται ως παντογνώστες, σωτήρες ή θαυματοποιοί. Χρειάζεται ειλικρινείς επιστήμονες με γνώση, όρια, ακεραιότητα και ταπεινότητα. Επιστήμονες που συμμετέχουν στη διεθνή έρευνα, μοιράζονται τη γνώση και αναγνωρίζουν τα όριά τους.

Διότι πριν από κάθε διάγνωση, εξέταση, επέμβαση ή αμοιβή, υπάρχει ένας συνάνθρωπος που μας εμπιστεύεται ό,τι πολυτιμότερο διαθέτει: την υγεία και την ίδια τη ζωή του. Και αυτή την εμπιστοσύνη κανένας έντιμος γιατρός δεν έχει το δικαίωμα να την προδώσει».