Το 1905 υπήρξε μια από τις πλέον καθοριστικές χρονιές της νεότερης κρητικής ιστορίας.
Η Κρήτη εξακολουθούσε να βρίσκεται εκτός των συνόρων του Ελληνικού Κράτους, ως αυτόνομη πολιτεία υπό τη διεθνή προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων. Την ίδια χρονιά εκδηλώθηκε το ιστορικό Κίνημα του Θερίσου, με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το οποίο ανέδειξε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση το αίτημα της Ένωσης με την Ελλάδα και εξέφρασε την επιθυμία για πολιτικό, κοινωνικό και θεσμικό εκσυγχρονισμό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον προσδοκιών και μεταρρυθμίσεων ιδρύθηκε στο Ηράκλειο το 1905 το Λύκειον «Ο Κοραής» από τον διαπρεπή φιλόλογο και παιδαγωγό Ιωάννη Περδικάρη.
Η ίδρυσή του δεν αποτελούσε απλώς μια εκπαιδευτική πρωτοβουλία. Ήταν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας δημιουργίας των προϋποθέσεων για μια νέα κοινωνία βασισμένη στη γνώση, την παιδεία και την ευρωπαϊκή προοπτική.
Η Κρήτη προετοιμαζόταν να ενταχθεί στον εθνικό κορμό, αλλά οι πρωτεργάτες της εποχής γνώριζαν ότι η πολιτική ελευθερία από μόνη της δεν αρκούσε. Απαιτείτο και η διαμόρφωση μορφωμένων πολιτών ικανών να ανταποκριθούν στις προκλήσεις του νέου αιώνα.
Μόλις τέσσερα χρόνια μετά την ίδρυση του ιστορικού σχολείου, ένα δημοσίευμα της 4ης Ιουλίου 1909 για τις ετήσιες εξετάσεις του σχολείου αποκαλύπτει μια πραγματικότητα που προκαλεί ακόμη και σήμερα εντύπωση.
Πίσω από τις αναφορές στις επιδόσεις των μαθητών διακρίνεται ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα με χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρωτοποριακά ακόμη και για αρκετές δεκαετίες αργότερα.
Το δημοσίευμα είναι από την εφημερίδα ΔΑΦΝΗ του Δημοσιογράφου- Δικηγόρου Περικλή Μαλαγαρδή. Το φύλλο της εφημερίδας είναι από το ψηφιοποιημένο αρχείο της Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης. Παρατίθεται μια περίληψη του δημοσιεύματος.
Το Λύκειον «Ο Κοραής» δεν περιοριζόταν στην παροχή στοιχειώδους εκπαίδευσης. Αντίθετα, επιδίωκε να προσφέρει ολοκληρωμένη μόρφωση, καλλιεργώντας τόσο τις γνώσεις όσο και την προσωπικότητα των μαθητών του.
Σε μια εποχή κατά την οποία η αποστήθιση αποτελούσε τον κυρίαρχο τρόπο διδασκαλίας σε μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου, το σχολείο φαίνεται να υιοθετούσε μια πιο ουσιαστική παιδαγωγική αντίληψη, δίνοντας έμφαση στην κατανόηση και στην πραγματική αφομοίωση της γνώσης.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η έμφαση που δινόταν στις ξένες γλώσσες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η διδασκαλία των γαλλικών γινόταν από καθηγητή προερχόμενο από την Ελβετία.
Το γεγονός αυτό δεν ήταν καθόλου συνηθισμένο για την εποχή. Αντιθέτως, αποκαλύπτει ένα σχολείο που επιδίωκε να συνδέσει τους μαθητές του με τον ευρωπαϊκό πνευματικό χώρο και να τους εφοδιάσει με δεξιότητες απαραίτητες για έναν κόσμο που γινόταν ολοένα και πιο ανοιχτός και διεθνής.
Η επιλογή αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες της εποχής. Η Κρήτη των αρχών του 20ού αιώνα βρισκόταν ακόμη σε διαδικασία πολιτικής και οικονομικής ανασυγκρότησης. Παρ’ όλα αυτά, οι υπεύθυνοι του σχολείου είχαν αντιληφθεί ότι η πρόοδος δεν μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά στην εθνική παιδεία αλλά απαιτούσε και επαφή με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Πρόκειται για μια αντίληψη εξαιρετικά σύγχρονη, η οποία προηγήθηκε κατά πολλές δεκαετίες των μεταγενέστερων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων.
Το δημοσίευμα αναδεικνύει επίσης τον καθοριστικό ρόλο του διευθυντή του σχολείου, του καθηγητή μαθηματικών Νικολάου Νυστεράκη. Οι αναφορές της εποχής μαρτυρούν ότι επρόκειτο για μια ισχυρή προσωπικότητα με όραμα και υψηλές απαιτήσεις.
Η παρουσία τέτοιων εκπαιδευτικών υπήρξε καθοριστική για την επιτυχία των ιδιωτικών και κοινοτικών σχολείων της Κρήτης, τα οποία συχνά κάλυπταν κενά που δεν μπορούσε ακόμη να καλύψει η δημόσια εκπαίδευση.
Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει είναι η στενή σχέση του σχολείου με την τοπική κοινωνία. Οι εξετάσεις αποτελούσαν δημόσιο γεγονός στο οποίο παρευρίσκονταν οι Αρχές της πόλης, γονείς, κληρικοί και εξέχοντα μέλη της κοινωνίας του Ηρακλείου. Η εκπαίδευση δεν θεωρείτο μια ιδιωτική υπόθεση που αφορούσε μόνον τους μαθητές και τους δασκάλους τους.
Αντιθέτως, αντιμετωπιζόταν ως υπόθεση ολόκληρης της κοινότητας, γεγονός που προσέδιδε ιδιαίτερο κύρος στο σχολείο και στον κοινωνικό του ρόλο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά στη συμμετοχή μουσουλμάνων μαθητών. Το στοιχείο αυτό υπενθυμίζει ότι η Κρήτη των αρχών του 20ού αιώνα εξακολουθούσε να είναι μια κοινωνία με πολυπολιτισμική διάσταση.
Το Λύκειον «Ο Κοραής» φαίνεται ότι λειτουργούσε ως χώρος συνάντησης και συνύπαρξης διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών ομάδων, συμβάλλοντας στη διαμόρφωση ενός κλίματος αμοιβαίου σεβασμού μέσα από την κοινή εκπαιδευτική εμπειρία.
Η αξία του σχολείου δεν περιορίζεται όμως στα όσα πέτυχε κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του. Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας μορφωμένης γενιάς Κρητών.
Οι νέοι αυτοί άνθρωποι επρόκειτο να ζήσουν τις μεγάλες ιστορικές εξελίξεις που ακολούθησαν όπως την ανακήρυξη της Ένωσης το 1908 (De Facto) , την επίσημη ενσωμάτωση της Κρήτης στο Ελληνικό Κράτος το 1913 (De Jure), τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό και τις δραματικές περιπέτειες του 20ού αιώνα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το Λύκειον «Ο Κοραής» δεν υπήρξε απλώς ένα επιτυχημένο σχολείο του Ηρακλείου. Υπήρξε ένας θεσμός που ενσάρκωσε το όραμα μιας κοινωνίας η οποία επιδίωκε να προχωρήσει μπροστά μέσω της γνώσης.
Η ύπαρξή του μόλις λίγα χρόνια πριν από την Ένωση αποδεικνύει ότι η Κρήτη δεν προετοιμαζόταν μόνον πολιτικά για το μέλλον της, αλλά και πνευματικά.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, το δημοσίευμα του 1909 εξακολουθεί να εκπλήσσει και να προκαλεί θαυμασμό. Όχι μόνον επειδή καταγράφει τις επιτυχίες ενός σχολείου, αλλά επειδή αποκαλύπτει τις φιλοδοξίες μιας ολόκληρης εποχής φανερώνοντας το επίπεδο των φιλοδοξιών μιας κοινωνίας που επένδυε στη γνώση.
Σε μια Κρήτη που ακόμη δεν είχε ενωθεί επίσημα με την Ελλάδα, λειτουργούσε ήδη ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, υψηλές απαιτήσεις και σαφές παιδαγωγικό όραμα.
Σε μια εποχή χωρίς σύγχρονα μέσα διδασκαλίας, χωρίς ηλεκτρονικούς υπολογιστές, χωρίς διαδικτυακές βιβλιοθήκες και χωρίς τις τεχνολογικές ευκολίες που θεωρούμε σήμερα αυτονόητες, το Λύκειον «Ο Κοραής» κατόρθωσε να εφαρμόσει αρχές που ακόμη και σήμερα θεωρούνται δείκτες ποιοτικής εκπαίδευσης, όπως εξωστρέφεια, ξενόγλωσση παιδεία, αξιοκρατική αξιολόγηση, σύνδεση με την κοινωνία και καλλιέργεια ολοκληρωμένων προσωπικοτήτων.
Λειτουργούσε ακόμη και μετεωρολογικός σταθμός, ο οποίος, όπως αναφέρεται στο άρθρο: «Συνεδέθη και προς το Αστεροσκοπείον Αθηνών δια τηλεγραφικής καθ’ εκάστην ανακοινώσεως των γενομένων παρατηρήσεων.
Υπάρχει δ’ ελπίς «όταν συν Θεώ γίνει η Ένωσις» (ως γράφει ο κ. Αιγινίτης), να έχομεν και εκείθεν τηλεγραφήματα προαγγέλλοντα επικείμενας καταιγίδας ή τρικυμίας χάριν των παρ’ ημίν αμπελοκτημόνων και των ναυτιλλομένων».
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη παρακαταθήκη του ιστορικού αυτού σχολείου. Μας υπενθυμίζει ότι η εκπαιδευτική πρωτοπορία δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα της σύγχρονης εποχής.
Υπήρξε και στο παρελθόν, όταν φωτισμένοι εκπαιδευτικοί και διορατικοί πολίτες είχαν το θάρρος να οραματιστούν ένα καλύτερο μέλλον μέσα από τη δύναμη της παιδείας.
Το Λύκειον «Ο Κοραής» αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα αυτής της διαχρονικής αλήθειας και δικαιωματικά κατέχει ξεχωριστή θέση στην εκπαιδευτική ιστορία του Ηρακλείου και της Κρήτης.
Το ιστορικό σχολείο συνέχισε τη λειτουργία του για πολλά χρόνια αλλά τελικά έκλεισε το 1998.
Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή, Δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας – Ιστορικός