Ένας παλιός καλός φίλος ορφάνεψε τον κύκλο των επιζώντων φίλων του με την απουσία του.
Από τότε που άρχισε να λειτουργεί η Μνήμη μου, μικρό κοριτσάκι ακόμη, είχα φίλες.
Σε όλη τη διαδρομή της ζωής μου, που δεν ήταν καθόλου απλή αλλά πολύ πλούσια, αποκτούσα φίλες και φίλους.
Στο Σχολείο, στο Πανεπιστήμιο, στην Εκπαίδευση ως καθηγήτρια, στο εξωτερικό ως υπότροφος, απέκτησα φίλους πολλών εθνικοτήτων και υψίστης μορφώσεως και ήθους. Με όλους όσοι επιζούν, διατήρησα και διατηρώ επικοινωνία, αραιή ίσως, αλλά ποτέ δεν χαθήκαμε.
Χθες μου τηλεφώνησε από την Αυστραλία ο Alfred Vincent και μιλούσαμε σχεδόν 1 ώρα. Από την Ολλανδία, από την Αμερική, από τη Γαλλία, από την Ιταλία, από την Ιαπωνία, μου έστειλαν μηνύματα συμπαράστασης για την απώλεια του Κώστα μου. Για εμένα η φιλία είχε πρωταρχική θέση στη ζωή μου.
Ήταν κάτι το Ιερό. Ήμουν πιστό σκυλί και πάντα δίπλα στους φίλους μου. Γενικά στον τομέα αυτό, στάθηκα πολύ τυχερή. Ηγαπήθηκα με πάθος από ανθρώπους ξένους και τα δικά μου αισθήματα, όμως, ήταν αμοιβαία. Ελάχιστοι με πρόδωσαν και μάλιστα σε στιγμές μεγάλης αδυναμίας μου, αν και είχαν ευεργετηθεί πολύ από τη γράφουσα. Αυτοί οι ελάχιστοι όμως δεν αλλάζουν την εικόνα της ειλικρινούς σχέσης φιλίας, που είχα και έχω σε όλη μου τη ζωή.
Κάθε τόσο πέφτει και ένα φύλλο από το φουντωτό δέντρο της νιότης μας. Δεν προλαβαίνουμε να θρηνήσουμε το φύλλο που έπεσε και ακολουθεί άλλο και άλλο. Και ολοένα αυτό συμβαίνει και το άλλοτε περήφανο και γεμάτο χυμούς δέντρο γίνεται πιο γυμνό και θλιβερό.
Γεράσαμε, είναι η σειρά μας που φεύγει. Κι όσο κι αν προσπαθούμε, κι όσο κι αν πολεμήσαμε στο παρελθόν, κι όσο κι αν κερδίσαμε μάχες απίστευτες, τη Μάχη αυτή θα τη χάσουμε. Όλοι. Το συνειδητοποίησα με τον σύζυγό μου, τον Κώστα. «Το ‘βαλα πείσμα -του ‘λεγα- να ζήσεις τουλάχιστον 5 χρόνια ακόμη και το δικό μου πείσμα πάντα υπερισχύει. Το ‘χω αποδείξει πολλές φορές».
Όμως αυτή τη φορά τη Μάχη την έχασα, όχι αμαχητί, αλλά πολεμώντας μέχρι την τελευταία στιγμή. Νικήθηκα και έζησα άμεσα την τραγικότητα της ανθρώπινης Μοίρας και την αδυναμία του ανθρώπου να αποφύγει το Μοιραίο.
Ούτε η Λογική, ούτε η Φιλοσοφία ζωής -όσο εξελιγμένη και αν είναι- μπορεί να απαλύνει τον πόνο του αποχωρισμού. Τα πρόσωπα που χάνομε υπάρχουν πάντα μέσα μας, ζούμε με τις αναμνήσεις τους και θα ηρεμήσομε μόνο όταν και αν τα συναντήσομε, όταν έλθει και το δικό μας Τέλος.
Ζητώ συγγνώμη για την εισαγωγή που οφείλεται στην πρόσφατη απώλεια του συζύγου μου και τη συναισθηματική φόρτιση που έχω.
Ας έλθω όμως στον κύριο λόγο του δημοσιεύματος μου, την απώλεια του καλού μου φίλου, Γιώργου Καραντινού.
Με τον Γιώργο συνδεόμαστε με βαθιά φιλία από τα φοιτητικά μας χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Ο Γιώργος Καραντινός, φοιτητής της Ιατρικής και ο Γιώργος Κουτουλάκης συμφοιτητής μου, ήταν η καθημερινή μου παρέα και τόπος συνάντησης το τριάρι διαμέρισμα που έμενα επί της Βασιλίσσης Σοφίας, 5 λεπτά από το πανεπιστήμιο.
Σχεδόν κάθε ημέρα περνούσαν για καφέ. Τότε ο Γιώργος ήταν αρραβωνιασμένος με την εκλεκτή της καρδιάς του από τα μαθητικά τους χρόνια, Μαριάνθη Κουράκη, και μετέπειτα σύζυγό του.
Ο Γιώργος ήταν φίλος και με τον δεύτερο σύζυγό μου, τον Κώστα, στα μαθητικά τους χρόνια. Επίσης γνωρίστηκε από τον Σύλλογο Κρητών Φοιτητών στη Θεσσαλονίκη και με τον πρώτο μου σύζυγο Μανώλη Φραγκούλη, ο οποίος ήταν κι αυτός φοιτητής της Ιατρικής.
Την περίοδο αυτή εγώ δεν ήμουν σε καλή ψυχολογική κατάσταση, λόγω του πρόσφατου χωρισμού μου με τον Κώστα.
Οι φίλοι μου, Γιώργος Καραντινός και Γιώργος Κουτουλάκης, έρχονταν καθημερινά στο σπίτι μου και προσπαθούσαν να με βοηθήσουν να ξεπεράσω τον πρόσφατο χωρισμό μου.
Θυμάμαι κάποια ημέρα που ήλθε για την καθημερινή του επίσκεψη ο Γιώργος και μου είπε: «Ρένα, γνώρισα ένα καλό κοπέλι, Σητειακός είναι, και παίζει καταπληκτική κιθάρα και βιολί, να τον φέρω καμιά μέρα να κάνομε παρέα»; «Φέρε τον», του απάντησα απρόθυμα.
Έτσι άρχισε η γνωριμία μου με τον Μανώλη, τον μετέπειτα πρώτο σύζυγό μου. Ο Μανώλης ήταν ένα σπάνιο ταλέντο στη Μουσική και αδικήθηκε που δεν ακολούθησε αυτή του την κλίση.
Δεν με άφησε αδιάφορη η εμφάνισή του. Το όλο του παρουσιαστικό έδειχνε έναν νέο ωραίο με περιποιημένο ντύσιμο, καλής οικογενείας και ανατροφής. Και όντως, η μετέπειτα σχέση μας δικαίωσε την αρχική μου εντύπωση. Ήταν πολύ σοβαρός και αν και είχαμε την ίδια ηλικία, φαινόταν πολύ μεγαλύτερος διότι είχε δύο άσπρες τούφες στους κροτάφους του. Ήταν μόλις 20 ετών.
Εμένα τη δεδομένη χρονική στιγμή, δεν με ενδιέφερε το κεφάλαιο «άνδρας» και ούτε φαντάστηκα ποτέ ότι ήταν δυνατόν να του αρέσω, καθώς διαφέραμε εντελώς σα χαρακτήρες, εκείνος ήταν σοβαρός και εγώ τρελάρα.
Όταν άρχιζε να παίζει κιθάρα και να ερμηνεύει τραγούδια της εποχής μας, γοητεύτηκα. Τελειώνοντας η βραδιά, και ο Μανώλης και εγώ υπήρξαμε θετικοί στο να επαναληφθούν οι συναντήσεις στο διαμέρισμά μου. Το ακροατήριο αυξήθηκε με πολλούς Κρητικούς φοιτητές και φοιτήτριες, την Κατερίνα τη Χατζάκη, φοιτήτρια Ιατρικής από τον Άγιο Μύρωνα και πολλούς άλλους.
Σιγά-σιγά άρχισε να ξυπνάει μέσα μου η διάθεση να φανώ εντάξει Κρητικιά οικοδέσποινα και ετοίμαζα το μενού χωρίς εξεζητημένα εδέσματα, φοιτητικά και λίγο κρασάκι ίσα-ίσα για να υπάρχει κάτι να τσιμπολογούμε.
Περάσαμε αξέχαστες βραδιές, συνοδεύαμε τον Μανώλη στα τραγούδια και ήταν μια πραγματική πανδαισία ξέγνοιαστων νιάτων. Το αγαπημένο τραγούδι του Καραντινού ήταν: το «Ξύπνα μωρό μου και άκουσε κάποιο μινόρε της αυγής».
Ο σαματάς που προκαλούσαμε, όπως ήταν φυσικό, ενόχλησε τους ενοίκους της πολυκατοικίας. Πόσες φορές ήλθε το Εκατό και μας πήγε στο Τμήμα, ούτε που θυμάμαι. Αλλά εμείς ήμαστε νέοι και το διασκεδάζαμε και δεν καταλαβαίναμε τίποτα.
Θυμάμαι ένα γεγονός σχετικά με τον Γιώργο. Ο αδερφός μου και αυτός φοιτητής είχε αντιπροσωπεύσει την Κρήτη ως πρωτοχορευτής σε μια δημόσια εκδήλωση στο Καυταντζόγλειο Στάδιο. Ήταν το έτος 1965. Την επομένη το πρωί, κάποιος χτυπούσε επίμονα το κουδούνι του διαμερίσματός μου. Ήταν ο Γιώργος Καραντινός. «Ξύπνα μωρέ να δεις τον αδερφό σου που τον έχουν βάλει στη βιτρίνα όλα τα φωτογραφεία της Θεσσαλονίκης».
Ο Γιώργος είχε μία επιτυχημένη σταδιοδρομία τόσο στην Επιστήμη του, αλλά και σε κοινωνική προσφορά. Κλινικάρχης, διακρίθηκε για τις σωστές διαγνώσεις του και την ανθρωπιά με την οποία αντιμετώπιζε τον ασθενή.
Συμμετείχε στα κοινά της πόλης ως δημοτικός σύμβουλος και προσέφερε τις υπηρεσίες του και στον Αθλητικό Τομέα.
Και τέλος και το σημαντικότερο. Ως οικογενειάρχης. Ευτύχησε να έχει σύντροφο της ζωής του τη Μαριάνθη, έναν υπέροχο άνθρωπο από οικογένεια με αρχές και ανατροφή αρίστη.
Την έζησα από κοντά στη Θεσσαλονίκη, όταν παντρεύτηκαν και ανέβηκαν μαζί με τη μητέρα του Γιώργου, την αείμνηστη κυρία Αλίκη. Η Μαριάνθη σεβάστηκε και αγάπησε τη μητέρα του Γιώργου -η οποία έμεινε χήρα με μωρό τον Γιώργο- ως πραγματική της μητέρα και συγκατοίκησαν αρμονικά μαζί μέχρι το βιολογικό της τέλος.
Ο Γιώργος απέκτησε 3 γιους.
Ο Γιώργος «έφυγε» γρήγορα, άρρωστος για αρκετά χρόνια. Ήταν ευτυχής όμως γιατί είχε γιατρό γιο και συνεχώς ήταν δίπλα του και τα άλλα δύο παιδιά του να τον περιβάλλουν με αγάπη και η ακούραστη Μαριάνθη στο πλευρό του.
Επίσης ο πιστός του φίλος, Γιώργος Κουτουλάκης, τον επισκεπτόταν σχεδόν καθημερινά.
Ο θάνατος είναι σκληρός, αναπόφευκτος όμως για όλους.
Τι αξίζει όμως περισσότερο από την Εύφημο μνεία, που αφήνει ως παρακαταθήκη στην κοινωνία και στην οικογένειά του ο Εκλιπών;
Ας ζήσουν με υπερηφάνεια για τον πατέρα τους οι τρεις γιοι του και η σύζυγός του, η αγαπημένη του Μαριάνθη.
Δεν του έδωσα το τελευταίο φιλί και δεν του είπα αυτά που αισθάνομαι για αυτόν, διότι οι οικογενειακές μου συνθήκες ήταν πολύ σοβαρές.
Καλή αντάμωση, Γιώργο μου!
Είμαι και εγώ υπερήφανη που υπήρξα φίλη σου.
Ρένα
Το αφιέρωμα έγραψε η κυρία Ρένα Βλαχάκη-Μαρκάκη, ερευνήτρια-ιστορικός