Η πρόσφατη νουβέλα, που επιγράφεται το «Κόκκινο φαράγγι», του Ηρακλειώτη συγγραφέα Γιάννη Νικολούδη (γεν. 1987), που κυκλοφόρησε σχετικά πρόσφατα από τις Εκδόσεις Πατάκη, είναι κείμενο που διαφέρει αισθητά από τα περισσότερα που αφορούν την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

Πυκνογραμμένο, ονειρικό από μια αίσθηση, με εμφανή τη σημαίνουσα, περίεργη και μυστικιστική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, προσφέρει στον πολλαπλώς προβληματισμένο αναγνώστη μια πολυεπίπεδη ανάγνωση που άπτεται σημαντικών εννοιών. Η νουβέλα, σε γενικές γραμμές, αφορά την ενηλικίωση του ατόμου και τον τρόπο που αυτή επηρεάζεται από πρότερες άλλες καταστάσεις.

Σε όλη την έκταση του κειμένου αναδύονται στην επιφάνεια η πολυδύναμη μνήμη, ειδικά εκείνη που παλινδρομεί αργά, σταθερά και βαθιά στα σκοτεινά διαμερίσματα της εφηβικής ηλικίας, η πορεία του ανθρώπου που την σέρνει μαζί του σε αυτό το εύθραυστο ταξίδι της ενηλικίωσης, και ο τρόπος που όλα αυτά αναμιγνύονται, ώστε κάποια στιγμή αργότερα να οδηγήσουν σε απρόσμενες και πρωτόγνωρες καταστάσεις, μέσα στις οποίες εμφιλοχωρεί ικανή δόση κακίας και γιατί όχι και αυτοδικίας, για να πλησιάσουμε εις τα του καιρού μας.

Πολλαπλές αναγνώσεις και προσπάθειες ερμηνείας του βιβλίου, οδηγούν σε ακόμα περισσότερες αντιλήψεις μας για τον κόσμο που μας περιβάλλει και για τις δύσκολες και πολλές φορές δύστροπες σχέσεις των ανθρώπων.

Η όλη αφηγηματική δομή του βιβλίου ξεδιπλώνεται σε δύο παράλληλες ιστορίες. Στην πρώτη εξ αυτών, τρεις έφηβοι περιπλανώνται, για κάποιο άγνωστο εκ πρώτης όψεως λόγο, μέσα σε ένα δάσος και σε δεδομένη στιγμή έρχονται μπροστά σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι κατάλληλα κρυμμένο από την πλούσια και πυκνή βλάστηση του περιβάλλοντος.

Χρησιμοποιούν τα ονόματα Foxy, Snake και Dark, που προφανώς μεταχειρίζονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στις μεταξύ τους διαδικτυακές συνομιλίες που παραπέμπουν στην ηλικία και στον τρόπο, ή σωστότερα στις φράσεις με τις οποίες εκείνοι συνήθως επικοινωνούν.

Πλησιάζοντας σε αυτό και προσπαθώντας να εισέλθουν και να εξερευνήσουν το εσωτερικό του, με εμφανή περιέργεια αλλά και τον απαραίτητο φόβο για το άγνωστο, σταδιακά έρχονται ενώπιον βαθύτερων αποκαλύψεων αναφορικά με το σημείο του δάσους και το συγκεκριμένο σπίτι.

Παράλληλα, με αυτή την εξιστόρηση βαδίζει μια δεύτερη, όπως είπαμε προηγουμένως. Εδώ ένας ενήλικας άντρας επιστρέφει στον τόπο που μεγάλωσε, εκείνον της παιδικής του ηλικίας, και σταδιακά βρίσκεται, τώρα ανοιχτά πια, αντιμέτωπος με αναμνήσεις και ψυχολογικά τραύματα που έχουν παραμείνει άλυτα, αθεράπευτα, μερικώς ανεξήγητα και τα οποία ενώ μέχρι τώρα βρίσκονταν σε σχετική ύπνωση, αιφνιδίως αναδύθηκαν επικίνδυνα προοιωνίζοντας για το μέλλον τα χειρότερα.

Το ξεδίπλωμα και η σκιαγράφηση αυτών των δύο αφηγήσεων βαίνουν παράλληλα, σηματοδοτώντας παλιές και νέες συμπεριφορές και μεθοδεύσεις των ολίγων, ούτως ή άλλως, χαρακτήρων της νουβέλας.

Το παρελθόν έρχεται πολλάκις μπροστά στο παρόν με ορμητικό τρόπο, η παιδική αθωότητα δίνει τη θέση της στην ενήλικη ωριμότητα, και ο αναγνώστης παρατηρεί συμπεραίνοντας τη διαδικασία με την οποία οι όποιες εμπειρίες της παιδικής ηλικίας αποδεικνύονται -σε κάποια φάση της μετέπειτα ζωής- εμμονικές και καθοριστικές για τους ενήλικες.

Ένα από πλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κειμένου είναι η αναφορά, και κυρίως η συνεχόμενη περιγραφή του φυσικού τοπίου, το οποίο είναι συγκεκριμένα ένα δύσκολα προσπελάσιμο φαράγγι, και η οποία εναλλάσσεται με εκείνη της πυκνής δασώδους έκτασης, σε συνδυασμό πάντοτε με τις ακανόνιστες συμπεριφορές των χαρακτήρων, κάποιοι από τους οποίους έρχονται αντιμέτωποι με ιδιαζόντως τραυματικές αναμνήσεις.

Το «Κόκκινο φαράγγι» του Γιάννη Νικολούδη εμβαθύνει στη φύση του κακού και του ανθρώπινου ψυχισμού, και ακολουθεί κατά βήμα την επιτυχία του «Άδειου τόπου» του συγγραφέα.

Γραφή σκοτεινή, υπαινικτική και μυστηριώδης που εξελίσσεται μέσα από τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων που συναντιούνται σε έναν άγριο, σχεδόν μεταφυσικό τόπο και που δημιουργεί σε συνεχόμενη βάση την αίσθηση κάποιας αόρατης απειλής και ανάλογης αγωνίας στον αναγνώστη, χωρίς φυσικά να προσφέρει εύκολες εξηγήσεις και απαντήσεις.

Εκείνος ο άντρας που αποφασίζει να επιστρέψει τη συγκεκριμένη στιγμή στα γενέθλια χώματα, έχει απεκδυθεί από κάθε έννοια νοσταλγικής επιστροφής και αντιμετωπίζει κατάματα το παρελθόν και ταυτόχρονα τον θάνατο, μια εξωτερική απειλή τραυματισμένος ων μέσα στο αφιλόξενο φαράγγι, προσπαθώντας να ανασυνθέσει, κατά το δυνατόν, τα κομμάτια της μνήμης του.

Η θεματική του εστίαση σε άγνωστα, σκοτεινά και υπαρξιακά θέματα, προσδίδει στο κείμενο περισσότερο στοχαστική παρά περιγραφική χροιά, αφού αρκετά συχνά το τοπίο δίνει έναυσμα για ανάδυση ψυχικών καταστάσεων που παραπέμπουν σε παρελθούσες ανθρώπινες εμπειρίες και βιώματα.

Παράλληλα, επιβεβαιώνεται η εμφανής δυσκολία των εφήβων που πρωταγωνιστούν στη νουβέλα να προσαρμοστούν και κυρίως να κατανοήσουν τον κόσμο που τους περιβάλλει και στον οποίο ζουν και δραστηριοποιούνται με τον δικό τους, βεβαίως, τρόπο.

Κι εδώ έρχεται ξανά η λογοτεχνία μέσα από πολλαπλούς υπαινιγμούς, συμβολισμούς και σχετική αβεβαιότητα, να προσδώσει καινούργιες διεξόδους στους ανθρώπινους προβληματισμούς, και βεβαίως να ανοίξει καινούργια παράθυρα θέασης της πραγματικότητας του κόσμου που μας περιβάλλει πανταχόθεν!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας