Πριν λίγες μέρες διάβασα ένα κείμενο στο διαδίκτυο που μιλούσε για ανθρώπους οι οποίοι αποφεύγουν να ζητήσουν βοήθεια, επειδή φοβούνται πώς θα τους χαρακτηρίσει η κοινωνία.

Άντρες που δεν κάνουν προληπτικές εξετάσεις, γιατί φοβούνται μήπως θεωρηθούν αδύναμοι. Άνθρωποι που χρειάζονται ψυχολογική ή ψυχιατρική υποστήριξη, αλλά δεν απευθύνονται ποτέ σε ειδικό, γιατί φοβούνται τη λέξη «τρελός». Άτομα που παλεύουν με την παχυσαρκία, τις εξαρτήσεις ή την κατάθλιψη και κρύβουν ακόμη και τη θεραπεία τους.

Και όσο διάβαζα αυτές τις γραμμές, σκεφτόμουν πόσο βαθιά ριζωμένος παραμένει ο φόβος του στιγματισμού μέσα στην κοινωνία μας.

Ως συστημική σύμβουλος ψυχικής υγείας, βλέπω συχνά ανθρώπους που έχουν μάθει από μικροί να μην εκφράζουν τον φόβο, τη θλίψη, την ευαλωτότητα ή την ανάγκη τους για βοήθεια. Πολλοί μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι πρέπει πάντα να αντέχουν, να μη μιλούν και να μη «φορτώνουν» τους άλλους με τα συναισθήματά τους.

Όμως, τα συναισθήματα που δεν βρίσκουν χώρο να εκφραστούν δεν εξαφανίζονται. Συσσωρεύονται. Και πολλές φορές εκδηλώνονται μέσα από θυμό, απομόνωση, εξαρτήσεις, βία ή βαθιά ψυχική εξάντληση.

Γι’ αυτό και η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια κοινωνία. Δεν γεννιέται στο κενό.

Χτίζεται μέσα σε οικογένειες όπου δεν επιτρέπεται η συναισθηματική έκφραση. Σε περιβάλλοντα όπου η ευαισθησία θεωρείται αδυναμία. Σε κοινωνίες που μαθαίνουν στους ανθρώπους να κρύβουν τον πόνο τους αντί να τον επεξεργάζονται.

Και μετά όλοι σοκάρονται, με τις γυναικοκτονίες, με την ενδοοικογενειακή βία, με τους ανθρώπους που ξεσπούν ανεξέλεγκτα, με νέους που βυθίζονται στις ουσίες, στην απομόνωση ή στην απόγνωση.

Όμως, πίσω από πολλές τέτοιες ιστορίες υπάρχει κάτι κοινό: Άνθρωποι που δεν έμαθαν ποτέ ότι μπορούν να ζητήσουν βοήθεια χωρίς να ντρέπονται.

Η ψυχολογική υποστήριξη δεν είναι αδυναμία. Η ψυχιατρική βοήθεια δεν είναι αποτυχία. Η θεραπεία δεν σημαίνει ότι κάποιος «δεν τα κατάφερε».

Σημαίνει ότι ένας άνθρωπος αποφάσισε να φροντίσει τον εαυτό του πριν καταρρεύσει.

Χρειαζόμαστε μια κοινωνία που να εκπαιδεύει τους ανθρώπους όχι μόνο να επιβιώνουν, αλλά και να εκφράζονται. Μια κοινωνία όπου το «δεν είμαι καλά» δεν θα προκαλεί ειρωνεία ή φόβο. Μια κοινωνία όπου η πρόληψη, η θεραπεία και η ψυχική φροντίδα θα θεωρούνται πράξεις ευθύνης και όχι ντροπής.

Γιατί τελικά δεν καταστρέφει τους ανθρώπους η βοήθεια. Τους καταστρέφει ο φόβος ότι θα κριθούν αν τη χρειαστούν.

Και ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή που χρειαζόμαστε σήμερα να είναι αυτή: Να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τον ψυχικό πόνο με κατανόηση αντί με στίγμα.

Με σεβασμό προς κάθε άνθρωπο που παλεύει αθόρυβα.

Η Μαρία Κονταξάκη είναι σύμβουλος Ψυχικής Υγείας ατόμου, ζεύγους, οικογένειας και ομάδας, πιστοποιημένη στη Συστημική Ψυχοθεραπεία και επιστημονική συνεργάτιδα της Αλληλεπίδρασις ΙΚΕ