Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

Πρόσφατα πήρα μια πρόσκληση από ομάδα συναδέλφων καθηγητών από Πανεπιστήμιο της Κων/πολης, με τους οποίους είχα συνεργαστεί στο ΕΛ.ΜΕ.ΠΑ. μέσω του προγράμματος Erasmus, για να συμμετάσχω σε ένα 4ήμερο ταξίδι στην ανατολική Τουρκία σε μια περιοχή άγνωστη σε μένα.

Με προθυμία δέχτηκα την πρόσκληση, αφού με το γκρουπ αυτό είχα επισκεφτεί και στο παρελθόν πολλά ιστορικά και αρχαιολογικά μέρη της Τουρκίας, όπου ελληνικά ταξιδιωτικά γραφεία δεν οργανώνουν εκδρομές, όπως Μαρντίν, Γκαζιαντέπ, όρος Νεμρούτ και Γκεμπεκλί Τεπέ.

Το ταξίδι άρχισε με μια πτήση 2 ωρών από την Κων/πολη στη πόλη IGDIR. Πρώτος σταθμός το σπήλαιο, ορυχείο αλατιού, TUZLUCA. Η εξόρυξη γίνεται σε βάθος 250 μ., αλλά το επισκέψιμο μέρος είναι εντυπωσιακός χώρος με ατμοσφαιρικό φωτισμό στους διαδρόμους και στους τεράστιους χώρους, όπου υπάρχουν καθίσματα και τραπέζια για πικ νικ, καθώς ο χώρος προσφέρεται για οικογένειες που θέλουν να περάσουν κάποιες ώρες στο σπήλαιο με τη σταθερή του θερμοκρασία, που θεωρείται θεραπευτική για άτομα με αναπνευστικά προβλήματα.

Μετά από μια διαδρομή 1.5 ώρας κατά μήκος των συνόρων με το Ιράν και με καταπληκτική θέα το χιονισμένο Αραράτ, φτάσαμε στο ανάκτορο του ΙΣΑΚ ΠΑΣΑ που χρονολογείται από τον 18ο αιώνα κτισμένο στην κορυφή ενός λόφου. Η κατασκευή του άρχισε το 1685 και ολοκληρώθηκε το 1784.

Στην πορεία του χρόνου υπέστη πολλαπλές καταστροφές από σεισμούς, αλλά και από βομβαρδισμούς κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το κτήριο είναι ένα μίγμα της αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας της Ανατολίας, της Μεσοποταμίας και του Ιράν. Η κατασκευή του κτηρίου έγινε από Αρμένιους και Γεωργιανούς τεχνίτες με εμφανή την επίδραση της αρμενικής επίδρασης, όπως φαίνεται και από τις χαρακτηριστικές τοξωτές επιφάνειες.

Το κτηριακό σύμπλεγμα έχει σήμερα ανακαινιστεί από το 2004 και το 2011 με επεμβάσεις που έχουν αλλοιώσει τον ιστορικό χαρακτήρα του κτηρίου. Γύρω από τον λόφο του παλατιού, υπάρχουν ερειπωμένα σπίτια και χαλάσματα ενός οικισμού, προφανώς Αρμενίων που εκδιωχθήκαν και τα σπίτια τους, και καταστράφηκαν ολοσχερώς

Επόμενη σταθμός η πόλη ΒΑΝ, η βάση των εκδρομών μας για τις υπόλοιπες μέρες.

Η Βαν είναι μια ιστορική πόλη της ανατολικής Τουρκίας, πρωτεύουσα του Βασιλείου των Ουραρτού από τον 9ο π.Χ. αιώνα, χτισμένη στις ανατολικές όχθες της ομώνυμης λίμνης. Είναι γνωστή για την πλούσια ιστορία της, την ιδιαίτερη γαστρονομία και την πανέμορφη φυσική της ομορφιά.

Το Βαν υπήρξε ένα σημαντικό κέντρο του Αρμενικού Πολιτισμού μέχρι τη γενοκτονία των Αρμενίων το 1915. Σήμερα, στο Βαν υπάρχει κουρδική πλειονότητα. Η περιοχή του Βαν είναι κυρίως αγροτική με έμφαση στην εκτροφή αλόγων και βοοειδών, αλλά και πλούσια παραγωγή φρούτων και λαχανικών.

Ο πληθυσμός της πόλης είναι γύρω στις 600 χιλιάδες κατοίκους. Τον Οκτώβριο του 2011, η πόλη κτυπήθηκε από σεισμό 7.2 ρίχτερ που προκάλεσε χιλιάδες θύματα και καταστροφές κτηρίων σε όλη την περιοχή. Στην πόλη αυτή κατέφυγαν πολλοί Ιρανοί όταν ξέσπασε ο πόλεμος με το Ισραήλ τον περασμένο Φεβρουάριο.

Σε κοντινή απόσταση από την πόλη βρίσκεται το φρούριο ΒΑΝ σε μια τεράστια έκταση με οχυρωματικά τείχη, κτισμένο μεταξύ του 9ου και 7ου αιώνα π.Χ. από το αρχαίο Βασίλειο των Ουραρτού (Urartu).

Το βασίλειο των Ουραρτου εκτεινόταν κατά τον 9ο π.Χ. αιώνα στις περιοχές που σήμερα συναντώνται τα σύνορα Τουρκίας, Ιράν και Αρμενίας. Το φρούριο Βαν κατακτήθηκε στη συνέχεια από Πέρσες, Ασσύριους, Αρμένιους, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Άραβες, Σελτζούκους και Οθωμανούς, αλλά και από Ρώσους κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο φρούριο υπάρχουν τα ερείπια τεμένους που έκτισε ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής (1494-1566). Στο φρούριο επίσης υπάρχει μια τρίστηλη επιγραφή του 5ου αιώνα από τον Ξέρξη σε 3 διαφορετικές γλώσσες, αρχαιά περσικά, ελαμιτικά και βαβυλωνιακά.

Επόμενη επίσκεψη στο CAVUSTEPE, στα ερείπια μιας αρχαίας πόλης, πρωτεύουσας του Βασιλείου των Urartu του 8oυ αιώνα π.Χ., κτισμένη στην κορυφή ενός λόφου με μαγευτική θέα στην εύφορη κοιλάδα που περιβάλλεται από πανύψηλα βουνά.

Η πόλη περικλείεται από κυκλώπεια Τείχη, με διάφορους χώρους και με λιθόστρωτους δρόμους. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα είναι μια εντοιχισμένη πλάκα με σφηνοειδή cuneiform γραφή των Urartu που περιέχει σημαντικές πληροφορίες για την ίδρυση και την ιστορία της πόλης.

Το κάστρο ΗOSAP του 17ου αιώνα, κτισμένο σε ύψωμα στρατηγικής σημασίας, σε προϋπάρχουν φρούριο των Αρμενίων. Στους πρόποδες του κάστρου εκτείνεται η πόλη με το ίδιο όνομα που μέχρι το 1850 είχε 1.500 οικογένειες Αρμενίων και Κούρδων, οι οποίοι εκτοπίστηκαν από τους Οθωμανούς εκείνη την περίοδο.

Λίμνη Βαν

Η λίμνη ΒΑΝ είναι η μεγαλύτερη λίμνη στην Τουρκία και μια από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Είναι αλμυρή, αλκαλική λίμνη, στην οποία εκρέουν πολυάριθμα μικρά ρέματα που κατεβάζουν τα βουνά που την περιτριγυρίζουν.

Αν και βρίσκεται σε υψόμετρο 1.640 μέτρων με δριμείς χειμώνες, δεν παγώνει εξαιτίας της πολύ μεγάλης περιεκτικότητας σε αλάτι. Το μέγιστο βάθος που έχει καταγραφεί είναι 451 μέτρα, ενώ το μέσο βάθος της είναι 171 μέτρα.

Η επόμενη επίσκεψη ήταν στο AHLAT, το μεγαλύτερο νεκροταφείο στον κόσμο. Είναι ο χώρος ταφής επιφανών Σελτζούκων με 9.000 επιτύμβιες στήλες του 12ου έως 15ου αιώνα που εντυπωσιάζουν για την αρχιτεκτονική, την τεχνοτροπία και τα μεγέθη τους, που παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για τους προύχοντες και τους τεχνίτες της περιόδου αυτής.

Η τελευταία μέρα περιλάμβανε επίσκεψη στο νησί AKDAMAR, το μεγαλύτερο από τα 4 νησιά που υπάρχουν στη λίμνη Βαν, 3 χλμ από την ακτή. Στο νησί βρίσκεται ο εντυπωσιακός Ναός του Τίμιου Σταυρού, του 10ου αιώνα της Αρμενικής Εκκλησίας, στον οποίο υπήρχε και μοναστήρι.

Μοναδικό χαρακτηριστικό του ναού είναι οι ανάγλυφες βιβλικές παραστάσεις που κοσμούν τους εξωτερικούς τοίχους του ναού και ο κωνικός πυραμιδοειδής τρούλλος, χαρακτηριστικός των Εκκλησιών της Αρμενίας.

Τον Απρίλιο του 1915, με τα γνωστά γεγονότα, οι μοναχοί της μονής σφαγιάστηκαν, ο ναός και η μονή λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν.

Μετα το 1915, ο ναός υπέστη πολλαπλούς βανδαλισμούς, μέχρι που το 1951 δόθηκε εντολή να κατεδαφιστεί ο ναός. Τότε, ένας τούρκος συγγραφέας έκανε διάβημα στην Κυβέρνηση με την παράκληση να σταματήσει την κατεδάφιση, υποστηρίζοντας ότι ο ναός αυτός είναι ένα μοναδικό μνημείο της Ανατολίας που πρέπει να διατηρηθεί και να συντηρηθεί.

Με τον σάλο που προκάλεσε αυτή η παρέμβαση, υπουργοί της Κυβέρνησης επισκέφτηκαν το νησί και, τελικά, μετα από πολλές δυσκολίες και υπαναχωρήσεις, δόθηκε έγκριση για να ξεκινήσει η αποκατάσταση των ζημιών και φθορών το 2006, με την εποπτεία του τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού.

Τον Αύγουστο του 2007, ο ναός άνοιξε σαν μουσείο, με παρουσία και του υπουργού Πολιτισμού της Αρμενίας στην τελετή εγκαινίων. Τον Σεπτέμβριο του 2010, επετράπη για πρώτη και μοναδική φορά η τέλεση λειτουργίας, ενώ απαγορεύτηκε η τέλεση λειτουργίας μια φορά το χρόνο, όπως είχε ζητηθεί.

Με τις πολλές αυτές εικόνες και εμπειρίες από τη μακρινή και πολύ ενδιαφέρουσα αυτή περιοχή της Τουρκίας, η ομάδα επέστρεψε στην Κων/πολη, με πτήση από την πόλη Βαν.

Ο Γιάννης Βλάχος είναι ομότιμος καθηγητής Σχολής Γεωπονικών Επιστημών του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου