Σεπτέμβριος του 1924. Μία λίαν επείγουσα επιστολή του Νομάρχη Ηρακλείου Εμμανουήλ Λυδάκη αναφέρεται στο ζήτημα λειτουργίας των σφαγείων και κρεοπωλείων της πόλης μας, η οποία αναφέρει: «Το ζήτημα του σφαγείου και των κρεοπωλείων της πόλεως, σχετιζόμενον αμέσως με την Δημόσιαν Υγείαν, έχει επισύρει την ημετέραν προσοχήν από πολλού, γνωσταί δε τυγχάνουσιν εις υμάς αι μέχρι σήμερον ενέργειαί μου, αι αποσκοπούσαι εις την λήψιν και εκτέλεσιν ριζικών μέτρων, προς απόκτησιν σφαγείου και κρεοπωλείων, προσαρμοζομένων προς τους καθόλου υγιεινούς κανόνας εφόσον μάλιστα, ούτε τοπικά, ούτε οικονομικά κωλύματα υφίστανται και συνεπώς μόνον η υπάρχουσα θέλησις όλων των αρμοδίων πρόκειται να εξυπηρετήσει τοιούτον κοινοφελή σκοπόν, του οποίου την σπουδαιότητα περιττόν θεωρούμεν να εξάρωμεν.

Παρακολούθησα προ ημερών το οικτρόν θέαμα της μεταφοράς κρεάτων από του σφαγείου εις τα κρεοπωλεία, έσπευσα να καλέσω εκ νέου την υπό την προεδρείαν μου συνεστημένην Επιτροπήν, αποτελούμενην ως γνωστόν εκ των κ.κ. Διοικητού της Χωροφυλακής, Νομιάτρου, Νομοκτηνιάτρου, προέδρου Κρεοπωλών και Σφαγέων, ανθ’ υμών δε, απουσιάζοντος εκλήθη ο κ. πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου». Φυσικά η Επιτροπή, ύστερα από μία μακρά συζήτηση, αναγνώρισε την ανάγκη προκειμένου να ανοικοδομηθεί νέο σφαγείο και κρεοπωλεία και να τηρηθούν στο ακέραιο οι κανόνες υγιεινής.

Βέβαια, αυτό το θέμα να μην πάρει καμία αναβολή για το καλό των δημοτών και της πόλης μας. Το ήδη υπάρχον σφαγείο επρόκειτο να καταργηθεί και στο εξής θα χρησιμοποιείτο το σφαγείο έξω από τη Χανιόπορτα, στο οποίο σφάζονταν χοίροι και αυτό επρόκειτο στο εξής να εξυπηρετεί τις ανάγκες, αφού θα γινόταν μελέτη διασκευής του. Επίσης τα κρέατα θα μεταφέρονταν με αυτοκίνητο του Δήμου για την οποία μεταφορά ήταν εξασφαλισμένη η δαπάνη. Βέβαια και αν δεν υπήρχε η δαπάνη επειδή ο σκοπός της μεταφοράς ήταν κοινωφελής, έτσι θα έπρεπε να γίνει.

Για την εξασφάλιση βέβαια του αυτοκινήτου, απαιτείτο να γίνει μειοδοτικός διαγωνισμός. Αυστηροί βέβαια ήταν οι όροι της μεταφοράς και της πώλησης των κρεάτων, οι οποίοι έπρεπε να συμμορφούνται με την αστυνομική διαταγή. Και ο Νομάρχης Ηρακλείου καταλήγει με την επιστολή του προς τον Δήμαρχο Ηρακλείου: «Επί τούτοις παρακαλώ όπως εν τη επιθυμία μου παραστώ εις την συνεδρίαν ταύτην, εάν αι υπηρεσιακαί ασχολίαι μού επιτρέψωσιν τούτο, μοι γνωστοποιήσετε την ημέραν και την ώραν της συγκλήσεως του Δημοτικού Συμβουλίου». Έτσι το σφαγείο μεταφέρθηκε έξω από τη Χανιόπορτα, αργότερα πήγε προς την περιοχή του Τάλου και η περιοχή αυτή πήρε το όνομα χοιροσφαγεία.

Ήταν βέβαια κοντά στη θάλασσα. Σιγά-σιγά με την πάροδο του χρόνου αυτά καταργήθηκαν και έγιναν άλλα πιο σύγχρονα σφαγεία στην Αλικαρνασσό. Εκεί έσφαζαν απ’ όλα τα ζώα: μοσχάρια, χοίρους, αρνιά, κατσίκια και άλλα. Επίσης τότε στα χάνια της πόλης έφερναν αρκετά ζώα οι χωριάτες, τα οποία κατέληγαν στα κρεοπωλεία, τα λεγόμενα κασαπιά. Κασάπης! Είναι λέξη τουρκική και σημαίνει αυτόν που σφάζει ζώα και πουλάει το κρέας. Τότε δεν υπήρχαν ειδικοί χώροι για σφαγεία και ο ίδιος ο κρεοπώλης αναλάμβανε να σφάξει το ζώο και να το πουλήσει στη συνέχεια. Πολλές φορές, παραμονές εορτών συνήθως, διάφοροι βοσκοί έφερναν μικρά κοπάδια με ζώα έξω από τη Χανιόπορτα, τότε υπήρχαν χωράφια και όχι σπίτια. Τα ζώα αυτά τα πουλούσαν ζωντανά στους πελάτες τους, οι οποίοι τα αγόραζαν υπολογίζοντας τα κιλά τους με το μάτι. Τα παλιά κασαπιά βρίσκονταν στην οδό Χάνδακος.

Αργότερα μεταφέρθηκαν στην οδό 1866 τα περισσότερα και κάποια στην πλατειά στράτα, σημερινό δρόμο Καλοκαιρινού.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας υπήρχαν τουρκικά και χριστιανικά κρεοπωλεία και την περίοδο της Σαρακοστής οι χριστιανοί δεν έσφαζαν ζώα. Στις μεγάλες εορτές είχαν ιδιαίτερα αυξημένη κίνηση, έχοντας την τιμητική τους.

Θα κλείσω το σημερινό μου άρθρο με μια αναφορά σ’ έναν από τους γραφικούς τύπους του Μεγάλου Κάστρου τον Γκιαουρογιάννη, έναν χαρακτηριστικό τύπο που έζησε μέχρι το 1930 περίπου. Ο Γκιαουρογιάννης πάντοτε πείραζε, σατίριζε, έλεγε μαντινάδες και γενικά ήταν ένας ευχάριστος τύπος για πολλούς ανθρώπους και γενικά για τους ανθρώπους της αγοράς!

Μία μέρα ένας Τούρκος χασάπης καθόταν περίλυπος γιατί δεν μπορούσε να πουλήσει το κρέας. Ήταν περίοδος Σαρακοστής βέβαια. Μετά από λίγο περνάει από το κασαπιό του ο Γκιαουρογιάννης και ο Τούρκος τον παρακαλεί να πει κάτι για να τον κάνει να γελάσει. Φυσικά ο Γκιαουρογιάννης δεν χάνει την ευκαιρία και του λέει:

«Θωρείς εκείνο το μερί που σιέται και λυγιέται

Σαρακοστή ‘χουν οι Ρωμιοί, για ‘κείνο δεν πουλιέται».