Γιάννης Μοσχονάς
του Γιάννη Μοσχονά

Όταν, το μακρινό 1982, τραγουδούσε ο αείμνηστος Τζίμης Πανούσης με τις «Μουσικές Ταξιαρχίες» το τραγούδι τους, «πάρε το χαπάκι σου…», κανένας δεν φανταζόταν πως, σαράντα χρόνια μετά θα έφτανε μια στιγμή, όπου ο τίτλος του σατυρικού αυτού, αλλά προφητικού τραγουδιού, θα αποτελούσε μια θλιβερή συνήθεια, όπως αυτή που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη καθημερινότητα.

Μια ιδιαίτερα σκληρή καθημερινότητα, που «παλεύει» τη μιζέρια της με χούφτες από ψυχοφάρμακα.

Οι στατιστικές έρευνες των τελευταίων ετών, αναδεικνύουν τις τρομακτικές διαστάσεις που τείνει να λάβει αυτό το φαινόμενο.

Μόνο μέσα σε μια εξαετία, από το 2015 έως και το 2021 η συνταγογράφηση ψυχοτρόπων φαρμάκων σε ανθρώπους ηλικίας 15 έως 29 χρόνων, αυξήθηκε κατά 100%, ενώ η συνταγογράφηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων αυξήθηκε κατά 400%.

Παράλληλα, ένα στα έξι φάρμακα που καταναλώνουν άτομα ηλικίας 45 έως 59 ετών, είναι ψυχοφάρμακα. Δηλαδή, ηρεμιστικά, αγχολυτικά, υπνωτικά κ.α. Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περισσότεροι από 2,5 εκατομμύρια ασθενείς που αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές. Το 22,8% του πληθυσμού στη χώρα μας αντιμετωπίζει κάποιο θέμα ψυχικής υγείας, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία που αποκάλυψε η υφυπουργός Υγείας.

Και αν τα παραπάνω νούμερα είναι εξόχως εντυπωσιακά, στο δημόσιο διάλογο σπάνια γίνονται αντικείμενα προβληματισμού. Δεν είναι καν ορατά τα όρια μεταξύ της κοινωνικής ψυχολογίας και της ψυχοπαθολογίας. Δεν τίθενται ερωτήματα, αλλά και δεν δίνονται απαντήσεις για το τι ακριβώς συνιστά μια ψυχική διαταραχή.

Δίνονται όμως φάρμακα. Πολλά φάρμακα, για να θεραπεύσουν όμως τι ακριβώς;

Το άγχος και τη δυσφορία που γεννά η σκληρή καθημερινότητα; Το στρες που δημιουργούν τα αδιέξοδα της επιβίωσης, που γίνονται όλο και περισσότερα στη δυστοπική εποχή που ζούμε, μέσα σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων; Τον φόβο και την ανασφάλεια που επιβάλουν η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός;

Αν υπήρχε κοινωνικό κράτος σε τούτη ‘δω τη χώρα, θα φρόντιζε να «θεραπεύσει» πρώτα την δική του αναλγησία απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της κοινωνίας, και μετά τους πολίτες που ασθενούν ψυχικά εξ’ αιτίας αυτών των προβλημάτων. Αντί να θριαμβολογεί λοιπόν η κυβέρνηση, για κάθε νέο κέντρο ψυχικής υγείας που θέτει σε λειτουργία – και καλώς το θέτει – είτε για παροχή ψυχολογικής υποστήριξης, είτε με τη μορφή ατομικής συμβουλευτικής, καλό θα είναι να διαβάσει πρώτα τους δείκτες των παραγόντων που ευθύνονται για τις σύγχρονες ψυχικές νόσους, και αν μπορεί να βελτιώσει κάποιους από αυτούς τους δείκτες. Είναι υποχρέωσή της εξάλλου να το πράξει.

Ο περασμένος Νοέμβριος ήταν ο χειρότερος μήνας για την απασχόληση τα τελευταία 22 χρόνια. Και ενώ στους νέους κυριαρχεί η μερική απασχόληση και η εκ περιτροπής εργασία, το σύνολο των εργαζομένων δυσφορεί με την αλματώδη άνοδο του κόστους ζωής, ενώ το 97% των πολιτών διακατέχεται από τον φόβο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Το 37,31% των εργαζομένων επιβιώνει με μισθό μικρότερο από τα 800 ευρώ μικτά, ενώ το 66% δηλώνει ότι το βιοτικό του επίπεδο έχει πέσει λόγω των συνεπειών της πανδημίας. Στα 488 εκατομμύρια ευρώ ανέρχεται η ετήσια δαπάνη για ψυχοτρόπα και αντικαταθλιπτικά σκευάσματα στη χώρα μας.

Στην Ελλάδα, η πρώτη «έκρηξη» στη χρήση των ψυχοφαρμάκων έγινε στην εποχή των μνημονίων, φτάνοντας τη χώρα δεύτερη σε κατάταξη μεταξύ των χωρών της Ευρώπης, σε ρυθμό αύξησης χρήσης τέτοιων φαρμάκων. Μια αποκλιμάκωση στη χρήση τους άρχισε να διαφαίνεται το 2016, αλλά η κατανάλωσή τους αυξήθηκε και πάλι την περίοδο της πανδημίας.

Αντίστοιχα βεβαίως φαινόμενα παρατηρούνται σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο. Επίσης, υπάρχουν μετρήσεις που αποκαλύπτουν ότι, τόσο στη χώρα μας, όσο και στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, ο περισσότερος όγκος ψυχοφαρμάκων, συνταγογραφούνται σε ασθενείς που διαβιώνουν σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές.

Ο δείκτης της κοινωνικής δυστυχίας είναι πολύ ψηλά σήμερα και υπάρχει εξήγηση γι’ αυτό. Ωστόσο, τα κοινωνικά και πολιτικά αίτια της δυστυχίας, παρακάμπτονται επιμελώς και κουκουλώνονται με αοριστολογίες, με μπερδεμένα επιστημονικά αφηγήματα και με βιοϊατρικές ερμηνείες. Έλα όμως που η μιζέρια δεν «γιατρεύεται» με ψυχοφάρμακα…

Όλο και πιο συχνά πάντως είναι τα περιστατικά «εν βρασμού ψυχής» που καταγράφονται στον γενικό πληθυσμό, διαμορφώνοντας ένα κλίμα και μια δυναμική έντασης, που χαρακτηρίζεται από αγχώδεις καταστάσεις έως και καταθλιπτικές διαταραχές, από αύξηση της επιθετικότητας, κυρίως στο νεότερο πληθυσμό, από αυτοκτονίες και από εγκληματικές ενέργειες.

Παράλληλα, οι κοινωνίες υποβάλλονται σήμερα σε διαρκείς και εξοντωτικούς ρυθμούς ανταγωνισμού, μέσα στους οποίους είναι αδύνατον να ευτυχίσουν όλοι και όλες. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν την έκφραση της αγωνίας μιας κοινωνίας που προσπαθεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες μιας σειράς αλλεπάλληλων κρίσεων – τεχνιτών και μη – οι οποίες αναδύονται μέσα από μια διαρκώς επιταχυνόμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που στις μέρες μας είναι γνωστή και ως, «Τέταρτη Βιομηχανική Επανάσταση».

Η γνωστή πλατφόρμα Netflix, ανέβασε πρόσφατα αποκαλυπτικό ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Παρ’ τα χάπια σου», όπου ασθενείς και ειδικοί εμφανίζονται να βάζουν στο μικροσκόπιο το ευρέως συνταγογραφούμενο αγχολυτικό φάρμακο «Xanax», αναρωτώμενοι αν αποτελεί θεραπεία ή κατάρα;

Πριν από τέσσερα χρόνια στην ίδια πλατφόρμα διαβάζαμε: «Σε έναν υπερβολικά ανταγωνιστικό κόσμο, φάρμακα όπως το Adderall ενισχύουν την απόδοση μαθητών, αθλητών, προγραμματιστών και άλλων ομάδων. Όμως, ποιο είναι το τίμημα;».

Εδώ όμως τίθεται μια σειρά από πολύ σοβαρά ερωτήματα: Έχουν πράγματι αυξηθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό τα περιστατικά που χρήζουν φαρμακευτικής υποστήριξης, ή μήπως οι γιατροί συνταγογραφούν σήμερα πιο εύκολα από ποτέ; Η υπερκατανάλωση ψυχοφαρμάκων είναι αποτέλεσμα της βιοϊατρικής παρέμβασης, ή είναι θέμα νοοτροπίας και κουλτούρας των σύγχρονων κοινωνιών; Και αν είναι θέμα κουλτούρας, ποιος είναι ο ρόλος των φαρμακοβιομηχανιών;

Οι φαρμακοβιομηχανίες, ως κατ’ εξοχήν πολυεθνικές, καπιταλιστικές επιχειρήσεις, στοχεύουν ξεκάθαρα στο κέρδος τους και αντιμετωπίζουν τα φάρμακα ως εμπορικά προϊόντα. Είναι γνωστό πλέον ότι ελέγχουν την έρευνα, αφού οι ίδιες την χρηματοδοτούν, και δεν διστάζουν να κατασκευάζουν πρώτα τις επιθυμίες και τις ανάγκες των ανθρώπων και μετά τα φάρμακα που τις ικανοποιούν.

Είναι γεγονός ότι οι δυσμενείς κοινωνικοοικονομικές συνθήκες συνδέονται άρρηκτα με τις ψυχικές νόσους. Σε όλο αυτό που συμβαίνει σήμερα, έχουν συμβάλει και άλλοι παράγοντες. Το εργασιακό άγχος, τα ενδοοικογενειακά προβλήματα, αλλά και η ίδια μας η φύση που μας σπρώχνει στις εξαρτήσεις, εντείνουν το πρόβλημα.

Είναι γνωστή η κοσμοθεωρία του νεοφιλελευθερισμού, η οποία επικαλείται τη θετική σκέψη, ενάντια στην απαισιοδοξία της λογικής, και βασίζεται στο αφήγημα του ανθεκτικού και προσαρμοστικού ανθρώπου. Είναι γνωστή άλλωστε και η ρήση του Πέτσα, «όποιος δεν προσαρμόζεται πεθαίνει…».

Ωστόσο, αν δεν ανήκεις στην παραπάνω κατηγορία, κάποια στιγμή σε περιμένει μια αναπαυτική θέση στο ντιβάνι ενός ειδικού, για να πεις τον πόνο σου και μετά να πάρεις το χαπάκι σου…

https://moschonas.wordpress.com