Με αφορμή την επέτειο του εορτασμού των ογδόντα πέντε χρόνων από τη Μάχη της Κρήτης, αξίζει να γίνει μνεία στη συμμετοχή των τριακοσίων εικοσάχρονων Θρακιωτών στρατιωτών στη θρυλική αυτή μάχη.
Αντλώντας στοιχεία από το ημερολόγιο του Θρακιώτη στρατιώτη Χρήστου Ρουσσόπουλου («Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ» έκδοση: ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΙΚΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ. ΗΡΑΚΛΕΙΟ 2014), οι 300 νεαροί Θρακιώτες επιστρατεύτηκαν στις 3 Απριλίου 1941, μεταφέρθηκαν στο Ναύπλιο και από εκεί με πλοία στη Σούδα, όπου έφτασαν στις 20 Απριλίου, ημέρα του Πάσχα. Από τη Σούδα, πεζοπορώντας, πήγαν στο Ηράκλειο, όπου στρατοπέδευσαν στο Κακόν Όρος, ανατολικά της πόλης.
Στις 19 Μαΐου οι νεοσύλλεκτοι Θρακιώτες μετακινήθηκαν από το Κακόν Όρος στην περιοχή του Μασταμπά, όπου στρατοπέδευσαν κάτω από τα ελαιόδεντρα.
Στις 20 Μαΐου 1941, λίγο μετά το μεσημέρι, έγιναν μάρτυρες του τρίωρου αεροπορικού βομβαρδισμού του αεροδρομίου, του λιμανιού και της πόλης του Ηρακλείου.
Κατά τις 4 μ.μ., άρχισαν οι ρίψεις των Γερμανών αλεξιπτωτιστών σε Γάζι, Τσαλικάκι, Σταυρωμένο, Γιόφυρο, Θέρισο, Μασταμπά, Άη Γιάννη, αεροδρόμιο, Καρτερό, Γούβες, Γούρνες.
Κατά τη διάρκεια των δεκαήμερων εχθροπραξιών μεταξύ των Γερμανών εισβολέων, των Ελλήνων στρατιωτών, των στρατιωτών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας και των κατοίκων της Κρήτης, οι νεοσύλλεκτοι Θρακιώτες πολέμησαν με γενναιότητα και αυτοθυσία, παρά το νεαρό της ηλικίας, την ελλιπέστατη εκπαίδευση, τον απαρχαιωμένο οπλισμό, την έλλειψη, νερού και τροφής, τον ακατάλληλο για την εποχή ιματισμό, τη μεγάλη διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ μέρας και νύχτας, τον ελλιπή συντονισμό.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των επιζώντων, πολέμησαν σε μάχες, πολλές φορές σώμα με σώμα, στις περιοχές Θέρισο, Μασταμπά, Χανιώπορτα, Γιόφυρο, Κατσαμπά, Κνωσό-Σπήλια, μέσα στην πόλη.
Από τα στοιχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, προκύπτει ότι είκοσι τέσσερις (24) από αυτούς έπεσαν στο πεδίο της μάχης!
Την 31η Μαΐου, οι πολεμικές επιχειρήσεις έλαβαν τέλος, με τραγικές συνέπειες για την Κρήτη! Από την 1η Ιουνίου, ξεκινούσε η γερμανική Κατοχή! Οι περισσότεροι από τους Θρακιώτες, ήδη από την 30ή Μαΐου, είχαν μεταφερθεί στις Αρχάνες. Από εκεί διατάχτηκαν να μεταβούν στα Πεζά και να παραδώσουν τον οπλισμό τους στους Γερμανούς (2 Ιουνίου 1941).
Και ενώ στους Κρήτες αιχμαλώτους στρατιώτες επετράπη να επιστρέψουν στα σπίτια τους, για τους μη Κρητικούς τέθηκαν ζητήματα σίτισης, στέγασης και ελέγχου. Αποφασίστηκε, λοιπόν, πέντε λόχοι Ελλήνων αιχμαλώτων στρατιωτών να μεταφερθούν στην πεδιάδα της Μεσσαράς, όπου οι τοπικές Αρχές θα επέλεγαν οικογένειες που θα αναλάμβαναν να τους εξασφαλίσουν στέγη και τροφή, μέχρις ότου οι κατοχικές δυνάμεις αποφαίνονταν για την τύχη τους. Αρκετοί από τους στρατιώτες ήταν Θρακιώτες. Στις 3 Ιουνίου η φρουρούμενη φάλαγγα των Ελλήνων στρατιωτών ξεκίνησε για τη Μεσσαρά. Μετά από διανυκτέρευση στο ύπαιθρο, νηστικοί και σε πορεία πολλών ωρών, οι αιχμάλωτοι έφτασαν στον Σωκαρά, όπου οι κάτοικοι τούς υποδέχτηκαν, προσφέροντάς τους νερό, παξιμάδι και ελιές.
Τις επόμενες ημέρες, οι αιχμάλωτοι διασκορπίστηκαν στα χωριά Άγ. Δέκα, Πλάτανος, Λούρες, Μοίρες, Πόμπια. Οι ιερείς, οι δάσκαλοι και οι πρόεδροι των παραπάνω χωριών ανέλαβαν την ευθύνη να αναζητήσουν, ο καθένας στην περιοχή του, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, οικογένειες που διέθεταν κατάλληλους χώρους και ανάλογους πόρους, για να φιλοξενήσουν τους αιχμαλώτους.
Ο λόχος του Ρουσσόπουλου βρέθηκε στην Πόμπια, τόπος καταγωγής του λοχαγού του, ονόματι Κοιλιαράκης. Από εκεί ο Ρουσσόπουλος μεταφέρθηκε στη Μονή Απεζανών και τέλος στο Αντισκάρι, στο σπίτι του Βαγγέλη Κουρτικάκη. Στο ημερολόγιο αναφέρονται μαρτυρίες και άλλων Θρακιωτών στρατιωτών που μεταφέρθηκαν σε χωριά της Μεσσαράς.
Ο Χριστόδουλος Πατρίκης στους Αγ. Δέκα, όπου εργάστηκε στον αλευρόμυλο των αδελφών Λουλουδάκη. Κατόπιν πήγε στον Αμπελούζο, όπου δούλεψε σε καφενείο.
Ο Πέτρος Κούπας πήγε στην Πλουτή, στο σπίτι της Μαρίας και του Ιωάννη Σφακιανάκη. Ο Πασχάλης Νικολακάκης στην Πόμπια, στο σπίτι του Κωστή Σαβουλάκη (μάλλον Σαβιολάκη). Ο Θεόδωρος Μίρτσος στον Αμπελούζο και αργότερα στην Πλουτή. Ο Άγγελος Θεοφανίδης στο Πετροκεφάλι στο σπίτι του Χαρίλαου και της Αθηνάς Τσικνάκη κ.λπ.
Οι Θρακιώτες στρατιώτες, κατά της διάρκεια της παραμονής τους στη Μεσσαρά, βοηθούσαν τις οικογένειες που τους φιλοξενούσαν στις αγροτικές εργασίες (θερισμός, αλώνισμα, επίβλεψη ζώων), ενώ μια φορά την εβδομάδα έπρεπε να παρουσιάζονται στις κατοχικές Αρχές.
Σταδιακά, από τα μέσα Ιουλίου ξεκίνησε η μεταφορά των αιχμαλώτων στρατιωτών από τη Μεσσαρά στο Ηράκλειο. Κάποιοι παρέμειναν στη Μεσσαρά μέχρι και δύο μήνες, ενώ κάποιοι άλλοι, λίγοι στον αριθμό, φυγαδευτήκαν στο βουνό.
Στο Ηράκλειο, οι στρατιώτες φυλακίστηκαν στο τότε ημιτελές κτήριο του Καπετανάκειου, το οποίο οι Γερμανοί είχαν μετατρέψει σε στρατόπεδο συγκέντρωσης Ελλήνων και Βρετανών στρατιωτών συλληφθέντων κατά τη μάχη της Κρήτης.
Οι αιχμάλωτοι Θρακιώτες κρατήθηκαν εκεί κάτω από άθλιες συνθήκες μέχρι τον Γενάρη του 1942, όταν ξεκίνησε η μεταφορά τους στα Χανιά, από εκεί στο λιμάνι του Πειραιά και από τον Πειραιά σιδηροδρομικώς στη Θεσσαλονίκη. Από τη Θεσσαλονίκη, όπου αφέθηκαν ελεύθεροι, ο καθένας με δικά του μέσα επέστρεψε στο σπίτι του.
Μετά από χρόνια, ο Ρουσσόπουλος, ο Κούπας και άλλοι Θρακιώτες πολεμιστές στη Μάχη της Κρήτης ήρθαν στην Κρήτη, προκειμένου να ξαναβρεθούν στον τόπο που με αυταπάρνηση υπερασπίστηκαν.
Όλοι τους αναφέρθηκαν στη φροντίδα, στη στοργή και στην καλοσύνη με την οποία τους περιβάλανε οι οικογένειες που τους φιλοξένησαν εκείνους τους δύσκολους μήνες, Ιούνιο, Ιούλιο, του 1941.
Το 2010, ο Πέτρος Κούπας, υπερήλικας πλέον, συνοδευόμενος από τον γιο του, Παναγιώτη, επισκέφθηκε το σπίτι του ζεύγους Μαρίας και Ιωάννη Σφακιανάκη, στην Πλουτή Δήμου Φαιστού, όπου είχε φιλοξενηθεί.
Με θλίψη πληροφορήθηκε την απώλειά τους. Κατόπιν, επισκέφθηκε τα σπίτια των τεσσάρων παιδιών του ζεύγους, όπου έγινε δεκτός με τη γνωστή φιλοξενία του τόπου μας. Βαθύτατα συγκινημένος εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για τη θαλπωρή και τη στοργή, με την οποία η οικογένειά τους τον φρόντισε σε μια από τις κρισιμότερες περιόδους τής ζωής του.
Με ιδιαίτερο σεβασμό αναφέρθηκε στη μνήμη του Ιωάννη Σφακιανάκη, Σφακιανογιάννη, ο οποίος από την πρώτη στιγμή τον περιέθαλψε σαν δικό του παιδί, καθώς είχε περάσει και ο ίδιος οκτώ χρόνια από τη νιότη του μέσα στις φλόγες του πολέμου (Βαλκανικοί πόλεμοι, Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία).
Η Μάχη της Κρήτης, σύμβολο της ηρωικής αντίστασης της Κρήτης κατά της φοβερότερης πολεμικής μηχανής που είχε γνωρίσει ως τότε ο κόσμος, υπήρξε και το πεδίο του αγώνα που ανέδειξε τη γενναιότητα των νεοσύλλεκτων Θρακιωτών, οι οποίοι πολέμησαν με ηρωισμό και αυτοθυσία στο πλευρό των Κρητικών.
Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφορμή για να σφυρηλατηθούν σχέσεις φιλίας μεταξύ Κρητικών και Θρακιωτών.
Ο Μιχάλης Δ. Παπαηλιάκης είναι γεωπόνος, ιστορικός ερευνητής
ΥΓ. Θερμές ευχαριστίες στην κα Μαίρη Τσιβελέκη, τον κ. Παναγιώτη Κούπα, απόγονοι Θρακιωτών στρατιωτών, και την κα Μαρία Σφακιανάκη, εγγονή του Σφακιανογιάννη, για τις ευγενικές υποδείξεις τους και την αποστολή φωτογραφικού υλικού