Οι ΗΠΑ μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ότι εμπλέκονται, με άλλοτε άλλο βαθμό, στις διενέξεις στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, αλλά στην ουσία το πραγματικό τους ενδιαφέρον εστιάζεται στην Κίνα. Στο βιβλίο, «Περιορισμός, Υπεράσπιση, Ανταγωνισμός: Εξασφάλιση του μέλλοντος της Αμερικής έναντι μιας ανερχόμενης Κίνας» (Charles L. Glaser: “Retrench, Defend, Compete: Securing America’s Future Against a Rising China”), που κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2025, ο Τσαρλς Λ. Γκλέιζερ, γνωστός μελετητής διεθνών σχέσεων, προωθεί διάφορα σενάρια για την εξασφάλιση ζωτικών συμφερόντων των ΗΠΑ ενόψει της συνεχούς ανόδου της Κίνας.
Πολλοί πιστεύουν ότι αυτή η πρόοδος κάποια στιγμή θα την οδηγήσει σε πόλεμο με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, γράφει ο συγγραφέας, αυτό κάθε άλλο παρά αναπόφευκτο είναι, αφού η γεωγραφία και το πυρηνικό οπλοστάσιο διασφαλίζουν την ασφάλεια των ΗΠΑ.
Ο πραγματικός κίνδυνος, υποστηρίζει ο Γκλέιζερ, έγκειται στις εδαφικές διαμάχες της Ανατολικής Ασίας, ιδίως για την Ταϊβάν. Για να μειωθεί ο κίνδυνος σύρραξης, υποστηρίζει τον τερματισμό των δεσμεύσεων ασφαλείας των ΗΠΑ προς την Ταϊβάν και την προσεκτική βαθμονόμηση των πολιτικών τους για την προστασία των θαλάσσιων χαρακτηριστικών της Νότιας Σινικής Θάλασσας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, συνεχίζει, θα πρέπει να ενισχύσουν τις συμμαχίες τους με την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα και να εξαλείψουν τις άσκοπα προκλητικές πολιτικές για τα πυρηνικά και τα συμβατικά όπλα.
Αυτά τα μέτρα, υποστηρίζει, θα εκτονώσουν τις ανησυχίες ασφαλείας της Κίνας, διατηρώντας παράλληλα τα βασικά στρατηγικά συμφέροντα της Αμερικής. Συνδυάζοντας θεωρητικές γνώσεις με πολιτική ανάλυση, το βιβλίο παρουσιάζει μια ξεχωριστή και συναρπαστική προσέγγιση για τη διαχείριση της συγκεκριμένης γεωπολιτικής αντιπαλότητας στον κόσμο πριν να είναι αργά.
Η προσέγγιση του Γκλέιζερ σχετικά με την πολιτική ικανότητα και δεξιοτεχνία των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα ήδη προκαλεί συζήτηση στην Ουάσιγκτον.
Ο συνδυασμός θεωρητικής βάσης και λεπτομερειών εξωτερικής πολιτικής που προσφέρει το βιβλίο, το κατέστησε απαραίτητο ανάγνωσμα για το Κογκρέσο, την εκτελεστική εξουσία και τους λάτρεις της εθνικής ασφάλειας σε όλο τον κόσμο.
Η άνοδος της Κίνας θέτει τις Ηνωμένες Πολιτείες αντιμέτωπες με δύσκολες επιλογές στον τομέα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι εμφανές στη συντριπτική πλειοψηφία των συζητήσεων και αναλύσεων των ΗΠΑ.
Αν και οι προκλήσεις που δημιουργούνται από την άνοδο της Κίνας ελκύουν τεράστια προσοχή, η ανάλυση και ο διάλογος λαμβάνουν χώρα κυρίως εντός αυστηρών πολιτικών ορίων, με κύριο θέμα ότι οι ΗΠΑ πρέπει να συνεχίσουν να προστατεύουν τα συμφέροντά τους στην Ανατολική Ασία.
Και η σχεδόν συναινετική προσέγγιση για την προστασία αυτών των συμφερόντων είναι η εμβάθυνση των δεσμεύσεων των ΗΠΑ και η υιοθέτηση ολοένα και πιο ανταγωνιστικών στρατιωτικών και κυρίως διπλωματικών πολιτικών. Οι διαφωνίες, ωστόσο, τείνουν να βρίσκονται στο περιθώριο των συζητήσεων.
Καίρια ερωτήματα είναι αν, δεδομένης της τεράστιας ανάπτυξης της οικονομίας και των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Κίνας, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να διατηρήσουν και να εμβαθύνουν τις συμμαχίες τους στην Ανατολική Ασία, να υιοθετήσουν μετριοπαθέστερη στρατιωτική και πολιτική προσέγγιση ή, αντί όλων αυτών, να τερματίσουν τις σχετικές δεσμεύσεις και να αποσυρθούν από την περιοχή.
Η δέσμευσή τους στην Ταϊβάν είναι πιο επικίνδυνη από τις δεσμεύσεις των ΗΠΑ προς τους συμμάχους τους, Ιαπωνία, Νότια Κορέα και Φιλιππίνες. Η Κίνα, από τη μεριά της, θεωρεί ότι η Ταϊβάν αποτελεί ουσιαστικό μέρος της πατρίδας της και είναι αποφασισμένη να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο του νησιού.
Επιπλέον, οι δεκαετίες στρατιωτικού εκσυγχρονισμού της έχουν αυξήσει σημαντικά την ικανότητά της να κερδίσει έναν πόλεμο επί της Ταϊβάν, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα να χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα. Έτσι, είναι ευνόητο ότι η δυναμική της Κίνας στη Νότια Σινική Θάλασσα θέτει ένα ιδιαίτερα ενοχλητικό σύνολο πολιτικών επιλογών για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Για δεκαετίες, οι διαφορές στην περιοχή φαίνονταν να περιορίζονται σε μικρές νησίδες, βράχους και υφάλους που διεκδικούνται από αρκετές χώρες. Αυτά τα μικρά κομμάτια γης αποτελούσαν πηγή διεθνούς ανησυχίας, επειδή τροφοδότησαν πολυάριθμες περιορισμένες συγκρούσεις, αλλά τα ίδια είχαν μικρή υλική αξία ή στρατηγική σημασία.
Ωστόσο, τώρα η Κίνα φαίνεται να θέλει να ελέγξει μια τεράστια υδάτινη μάζα σε μια κρίσιμη περιοχή του κόσμου. Εδώ και καιρό αυξάνει το μέγεθος, την ποικιλομορφία και την πολυπλοκότητα του πυρηνικού της οπλοστασίου και συνεπώς την ικανότητά της για αντίποινα, με αποτέλεσμα σημαντικές επιπτώσεις για την ασφάλεια των ΗΠΑ.
Παράλληλα, όμως, έχει βελτιώσει σημαντικά και τις συμβατικές της δυνάμεις. Ενώ τη δεκαετία του 1990, εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες έσπευδαν να υπερασπιστούν την Ταϊβάν, η Κίνα δεν είχε την ικανότητα να εισβάλει ή να αποκλείσει την Ταϊβάν, τώρα έχει σενάρια επιτυχούς εισβολής στην Ταϊβάν.
«Ποιες, όμως, είναι οι προοπτικές εισβολής της Κίνας εκεί;», αναρωτιούνται πολλοί στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Η αρχική υπόθεση του προαναφερόμενου βιβλίου του Γκλέιζερ είναι ότι η σημαντικά βελτιωμένη στρατιωτική ικανότητα της Κίνας στην Ανατολική Ασία απαιτεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες να επανεξετάσουν το πιο βασικό ερώτημα σχετικά με την εξωτερική και στρατιωτική τους πολιτική, κι αυτό γιατί η Κίνα μπορεί πλέον να αμφισβητήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες με τρόπους που ήταν κάποτε πέρα από τις δυνατότητές της.
Οι πολιτικές των ΗΠΑ που είχαν σχεδιαστεί για την προστασία αυτών των συμφερόντων είναι τώρα λιγότερο εφικτές και πιο επικίνδυνες. Σε αυτό το επίκαιρο και εξαιρετικό βιβλίο, λοιπόν, ο Γκλέιζερ προσφέρει μια ενδελεχή ανάλυση της παρουσίας των ΗΠΑ στην Ασία και συστηματική ανάλυση της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα, εξετάζοντας το κόστος και τα οφέλη διαφόρων επιλογών σε βασικές διαστάσεις, τη στρατηγική, τις πολιτικές δεσμεύσεις και τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας