Η εγκληματική επίθεση στα σπίτια τριών Νεοδημοκρατών στελεχών στη Θεσσαλονίκη, από την οποία η 70χρονη Βάγια Νέστορα έχασε τη ζωή της, δεν είναι μόνο μια αήθης πράξη του κοινού Ποινικού Δικαίου. Είναι πράξη που εξοργίζει την ελληνική κοινωνία, η οποία στέκεται σύσσωμη απέναντι σε κάθε είδους βία, από όπου και αν προέρχεται.
Οι μύθοι περί της ασφάλειας των πολιτών στη χώρα μας είναι αρκετοί, όπως πικρές είναι οι αλήθειες που πρέπει να λέγονται, γιατί δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός επί του θέματος για να καταλάβει ότι υπάρχουν εκδηλώσεις κοινωνικής αυθαιρεσίας και βίας από εξτρεμιστικές ομάδες, που χρήζουν δραστικής επέμβασης για την αντιμετώπισή των.
Έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, πολύ συχνά βλέπουμε ομάδες κουκουλοφόρων να βανδαλίζουν δημόσια κτήρια, πανεπιστήμια, πλατείες, καταστήματα, σπίτια, δημαρχεία, ακόμη και νοσοκομεία, πρεσβειών και αστυνομικών υπηρεσιών. Από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες πόλεις ανά την Ελλάδα, εμφανίζεται ένας σύγχρονος πραγματικός εφιάλτης στον ελληνικό ορίζοντα.
Αξιοσημείωτο θεωρείται το γεγονός ότι όλα αυτά που συμβαίνουν τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα έχουν ελάχιστους υποστηρικτές, η κοινωνία επιτέλους αφυπνίστηκε εκδηλώνοντας φανερά την αντίδραση της, ενώ η Κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη για την αποκατάσταση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών.
Το τελευταίο περιστατικό στη Θεσσαλονίκη με τη στοχοποίηση κατοικιών Νεοδημοκρατών πολιτών εν κρυπτώ και κατά τη διάρκεια της νύχτας από άγνωστους δράστες, έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Οι γνωστοί άγνωστοι πυρπολητές της Θεσσαλονίκης δεν λειτούργησαν σύμφωνα με τις συνηθισμένες μεθόδους, ως «παρέμβαση», όπως χαρακτηρίζουν τέτοιες δράσεις οι συνήθεις «αλληλέγγυοι».
Αλληλεγγύη δεν είναι να πετάς γκαζάκια και μολότοφ τη νύχτα στα σπίτια των ανθρώπων για να τους εκφοβίσεις.
Ο κάθε πολίτης έχει τη δική του άποψη για το θέμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι υποχρεωμένος να ανήκει σε ένα από τα δύο «στρατόπεδα» που κάποιοι προσπαθούν να διαμορφώσουν στην κοινωνία. Όποιος υποστηρίζει την εκκένωση των καταλήψεων, να χαρακτηρίζεται φασίστας, και όποιος καταγγέλλει τους αστυνομικούς, υποστηρικτής των καταληψιών.
«Πυρήνα» από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης βλέπει η Αστυνομία, αφού τρία άτομα με δύο μοτοσυκλέτες ήταν ο αντιεξουσιαστικός «εμπρηστικός» μηχανισμός της δολοφονικής επίθεσης στη Θεσσαλονίκη, όπως αποτυπώνεται σε βιντεοληπτικό υλικό που συνέλεξαν τα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας.
Η καταδίκη των επιθέσεων από τη συντριπτική πλειονότητα του πολιτικού κόσμου είναι θετική και καλοδεχούμενη.
Σε μια πολιτική, αλλά και συναισθηματικά φορτισμένη ανακοίνωση, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι το τραγικό τέλος της Βάγιας Νέστορα επιβεβαιώνει τον δολοφονικό, απάνθρωπο χαρακτήρα της τυφλής βίας στη δημόσια ζωή. «Κανείς πλέον δεν μπορεί να αδρανεί ή να περιορίζεται σε υποκριτικά λόγια καταδίκης του περιστατικού. Η νομιμότητα της Πολιτείας και η ενότητα της κοινωνίας οφείλουν τώρα να εξορίσουν την τρομοκρατία εκεί που είναι η θέση της, στο περιθώριο…», είπε -μεταξύ άλλων- ο πρωθυπουργός.
Σε καταδίκη των επιθέσεων με γκαζάκια στη Θεσσαλονίκη προχώρησαν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ δεν υπήρξαν ανακοινώσεις από την «Πλεύση Ελευθερίας» και «Μέρα 25». Δυσμενή σχόλια και πολλαπλές αντιδράσεις προκάλεσε στον πολιτικό κόσμο και στην κοινωνία, η δήλωση της Ζωής Κωνσταντοπούλου ότι δεν αποκλείεται και πρέπει να διερευνηθεί το ενδεχόμενο προβοκάτσιας.
Η Ελλάδα έχει πληρώσει στο παρελθόν πολύ ακριβά φαινόμενα μισαλλοδοξίας, προπηλακισμών και τραμπουκισμών.
Οι εποχές που τέτοιες άνανδρες και χυδαίες επιθέσεις περνούσαν στα ψιλά, με μεγάλη μερίδα του πολιτικού κόσμου να δείχνει αδικαιολόγητη ανοχή, έχουν παρέλθει οριστικά στην Ελλάδα. Η πολιτεία και οι αρμόδιες Διωκτικές Αρχές πρέπει να κινηθούν άμεσα για τον εντοπισμό και τη παραδειγματική τιμωρία των δραστών, με την εφαρμογή του νόμου και την αποκατάσταση του κοινού περί δικαίου αισθήματος των πολιτών.
Όσο για τους πολιτικούς που σήμερα καταδίκασαν τις επιθέσεις, θα πρέπει να ενθυμούνται ότι έχουν υποχρέωση τον δημόσιο λόγο να τον εκφέρουν με μεγαλύτερη ευθύνη.
Γιατί οι ακραίες αναφορές και οι καταγγελίες, η υιοθέτηση φαινομένων συνωμοσιών και οι χαρακτηρισμοί της νόμιμης δημοκρατικά εκλεγμένης Κυβέρνησης ως Κυβέρνησης δολοφόνων, καλλιεργούν τη διχόνοια, το μίσος και τα φαινόμενα των επιθέσεων της βίας.
Η θαρραλέα πολιτική απόφαση της Κυβέρνησης για το ξήλωμα των καταληψιών από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα πρέπει να διατηρηθεί και να συνοδεύεται με μια εξίσου επιτυχημένη επιχείρηση καταπολέμησης της βίας και των επιθέσεων που γίνονται ημέρα και νύχτα.