Στον αρχαίο μύθο, ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος να ανεβάζει αδιάκοπα έναν βράχο στην κορυφή του βουνού. Λίγο πριν ολοκληρώσει το έργο του, ο βράχος κατρακυλά και η προσπάθεια αρχίζει ξανά. Η εικόνα αυτή αποδίδει με δραματική ακρίβεια την ιστορική πορεία του Κυπριακού, και ευρύτερα, των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Επί δεκαετίες, η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία επιχειρούν να οδηγήσουν τον βράχο της ειρήνης, της ασφάλειας και της διεθνούς νομιμότητας προς την κορυφή. Κάθε φορά, όμως, οι αναθεωρητικές επιδιώξεις της Τουρκίας, οι παρεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, οι εσωτερικοί διχασμοί και τα λάθη της ελληνικής και της κυπριακής ηγεσίας τον ωθούν ξανά προς τα κάτω.

Η επέτειος της δεύτερης φάσης της Τουρκικής Εισβολής, του λεγόμενου «Αττίλα ΙΙ», από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου 1974, επιβάλλει μια αποτίμηση απαλλαγμένη από βολικές απλουστεύσεις. Το Κυπριακό δεν αποτελεί απλώς μια διακοινοτική διαφορά. Είναι πρωτίστως ζήτημα εισβολής, κατοχής, προσφυγιάς, νεκρών, αγνοουμένων, βιασμών γυναικών και παραβίασης της κυριαρχίας ενός ανεξάρτητου κράτους.

Η τουρκική ευθύνη για την εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή είναι αυτοτελής. Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει τη χούντα του Ιωαννίδη, την κυπριακή ηγεσία, τη μεταπολιτευτική Κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή και τις Μεγάλες Δυνάμεις από τις δικές τους ευθύνες.

Από τις βρετανικές αγχόνες στην περιορισμένη ανεξαρτησία

Η βρετανική παρουσία στην Κύπρο άρχισε το 1878 με την υπογραφή της μυστικής Σύμβασης της Κύπρου της 4ης Ιουνίου ανάμεσα στη Μεγάλη Βρετανία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το 1914 η Βρετανία προσάρτησε επίσημα την Κύπρο, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο εναντίον της. Το 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε επίσημα βρετανική αποικία.

Η θέση του νησιού το καθιστούσε πολύτιμο στρατηγικό προπύργιο για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου και των οδών προς τη Μέση Ανατολή. Για τη μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων της Κύπρου, αντίθετα, κυρίαρχο αίτημα ήταν η αυτοδιάθεση και η Ένωση με την Ελλάδα.

Όταν οι ειρηνικές διεκδικήσεις δεν απέδωσαν, την 1η Απριλίου 1955 άρχισε ο ένοπλος αγώνας της ΕΟΚΑ υπό τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή, με πολιτικό ηγέτη τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο. Οι Βρετανικές Αρχές απάντησαν με κατάσταση έκτακτης ανάγκης, συλλήψεις, στρατόπεδα κράτησης, απαγορεύσεις κυκλοφορίας, ανακρίσεις και θανατικές καταδίκες.

Εννέα αγωνιστές οδηγήθηκαν στην αγχόνη: ο Μιχαλάκης Καραολής, ο Ανδρέας Δημητρίου, ο Ανδρέας Ζάκος, ο Χαρίλαος Μιχαήλ, ο Ιάκωβος Πατάτσος, ο Μιχαήλ Κουτσόφτας, ο Στέλιος Μαυρομμάτης, ο Ανδρέας Παναγίδης και ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης. Ο τελευταίος, μαθητής και ποιητής, απαγχονίστηκε στις 14 Μαρτίου 1957, σε ηλικία μόλις δεκαεννέα ετών. Οι αποικιακές Αρχές έθαψαν τους εκτελεσμένους στα Φυλακισμένα Μνήματα, μέσα στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας, φοβούμενες ότι οι δημόσιες κηδείες τους θα μετατρέπονταν σε παλλαϊκές εκδηλώσεις αντίστασης. Τα ονόματα και οι ημερομηνίες των εκτελέσεων καταγράφονται από το Κυπριακό Υπουργείο Παιδείας.

Οι απαγχονισμοί δεν κατέστειλαν τον αγώνα. Μετέτρεψαν τους νεαρούς αγωνιστές σε διαχρονικά σύμβολα ελευθερίας και αποκάλυψαν την αντίφαση μιας δυτικής αυτοκρατορικής δύναμης που επικαλείτο τις δημοκρατικές αξίες, αλλά αρνείτο στους Κυπρίους το δικαίωμα να καθορίσουν το πολιτικό τους μέλλον.

Κατά την ίδια περίοδο, το Κυπριακό έπαψε σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα αποαποικιοποίησης. Η Βρετανία ενέταξε ενεργότερα την Τουρκία στη διένεξη, ενώ η Άγκυρα άρχισε να προβάλλει τη διχοτόμηση ως αντίβαρο στο αίτημα της Ένωσης. Ένα αντιαποικιακό αίτημα αυτοδιάθεσης μετατράπηκε έτσι σε πεδίο ελληνοτουρκικού και διακοινοτικού ανταγωνισμού.

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου (1959) οδήγησαν το 1960 στην ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όχι όμως στην Ένωση ούτε σε μια ανεξαρτησία απαλλαγμένη από εξωτερικούς περιορισμούς. Η Βρετανία διατήρησε τις κυρίαρχες βάσεις του Ακρωτηρίου και της Δεκέλειας, ενώ η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο κατέστησαν εγγυήτριες δυνάμεις.

Ο Μακάριος αποδέχθηκε τελικά αυτό το σύστημα. Επομένως, η Τουρκία δεν έγινε εγγυήτρια δύναμη το 1974 ούτε εξαιτίας κάποιας πρόσκλησης της κυπριακής ηγεσίας τις παραμονές της Εισβολής. Το επιχείρημα που αργότερα επικαλέστηκε η Άγκυρα βασιζόταν στη Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960.

Η Συνθήκη, ωστόσο, απέβλεπε στην αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και όχι στη διχοτόμηση, στην κατάληψη εδάφους ή στη δημιουργία χωριστού κράτους.

Το πολύπλοκο σύνταγμα της νέας Κυπριακής Δημοκρατίας στηρίχθηκε περισσότερο στη θεσμοποίηση των κοινοτικών διαχωρισμών παρά στην οικοδόμηση κοινής πολιτικής ταυτότητας.

Οι συγκρούσεις της δεκαετίας του 1960, η δημιουργία θυλάκων, οι τουρκικές απειλές επέμβασης και η δράση ακραίων οργανώσεων έφεραν την Κυπριακή Δημοκρατία στα όριά της. Η εγκατάσταση της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ το 1964 απέτρεψε τη γενίκευση της σύγκρουσης, δεν θεράπευσε όμως τις αιτίες της.

Κατά τη διάρκεια της νέας κρίσης στο Κυπριακό, η τουρκική πλευρά χρησιμοποίησε κάθε μέσον που διέθετε προκειμένου να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα. Την άνοιξη του 1964, η Κυβέρνηση Ινονού κατήγγειλε μονομερώς τη Σύμβαση περί Εγκαταστάσεως, Εμπορίου και Ναυτιλίας, την οποία είχαν υπογράψει οι δύο χώρες το 1930, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την απέλαση χιλιάδων Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.

Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων που αποχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη στη διετία 1964-1965 κυμαίνεται σε 40.000 και 48.000 ανθρώπους. Στο στόχαστρο των Τουρκικών Αρχών βρέθηκε και το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και οι ευθύνες της κυπριακής ηγεσίας

Ο Μακάριος υπήρξε η κεντρική πολιτική μορφή της σύγχρονης Κύπρου, αλλά δεν ήταν άμοιρος ευθυνών. Οι μετατοπίσεις του από την Ένωση προς την ανεξαρτησία, η σύγκρουσή του με την Αθήνα, οι επιλογές του στο εσωτερικό της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αδυναμία διαμόρφωσης μιας σταθερής, κοινής εθνικής στρατηγικής συνέβαλαν στην πόλωση. Η σύγκρουσή του με τον Γρίβα και την ΕΟΚΑ Β, η δράση αντίπαλων ένοπλων παρατάξεων και η αυξανόμενη δυσπιστία μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας δημιούργησαν συνθήκες αποσταθεροποίησης.

Στις 2 Ιουλίου 1974, ο Μακάριος απέστειλε επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη, καταγγέλλοντας την υπονομευτική δράση των Ελλήνων αξιωματικών και ζητώντας την απομάκρυνσή τους από την Εθνική Φρουρά. Η καταγγελία του για τον ρόλο της χούντας ήταν βάσιμη.

Η ενέργειά του, όμως, σήμανε την ανοικτή ρήξη με το καθεστώς Ιωαννίδη και επιτάχυνε εξελίξεις για τις οποίες η κυπριακή πλευρά δεν ήταν στρατιωτικά προετοιμασμένη. Η απόδοση πολιτικών ευθυνών στον Μακάριο δεν δικαιολογεί το πραξικόπημα και ασφαλώς δεν νομιμοποιεί την Τουρκική Εισβολή.

Επιβάλλει, όμως, να αποφεύγεται η προσωπολατρική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία όλα τα σφάλματα ανήκαν στους αντιπάλους του.

Στις 15 Ιουλίου η χούντα του Ιωαννίδη, μέσω Ελλήνων αξιωματικών της Εθνικής Φρουράς και με τη συμμετοχή της ΕΟΚΑ Β, ανέτρεψε τον Μακάριο και εγκατέστησε τον Νίκο Σαμψών. Το πραξικόπημα υπήρξε εγκληματική ενέργεια εναντίον της συνταγματικής τάξης, αποδιοργάνωσε την άμυνα και πρόσφερε στην Τουρκία το πρόσχημα που χρειαζόταν.

Ο Μακάριος κατέφυγε στο εξωτερικό και στις 19 Ιουλίου μίλησε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας. Χαρακτήρισε το πραξικόπημα «εισβολή» της ελληνικής χούντας και τόνισε ότι η κρίση επηρέαζε Έλληνες και Τούρκους της Κύπρου. Η ομιλία αυτή παρουσιάζεται συχνά ως πρόσκληση προς την Τουρκία να επέμβει.

Το επίσημο πρακτικό, όμως, δεν περιλαμβάνει ρητή πρόσκληση προς την Άγκυρα ή τις εγγυήτριες δυνάμεις για στρατιωτική δράση. Ο Μακάριος κάλεσε το Συμβούλιο Ασφαλείας να χρησιμοποιήσει τα μέσα που διέθετε για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. (ΟΗΕ, 1780ή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, 19 Ιουλίου 1974).

Από τον «Αττίλα Ι» στην εκεχειρία των τετελεσμένων

Στις 20 Ιουλίου 1974 τουρκικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στην περιοχή της Κερύνειας, ενώ αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες έδρασαν στον διάδρομο Λευκωσίας–Κερύνειας. Η αντίσταση της Εθνικής Φρουράς, της ΕΛΔΥΚ και τοπικών μονάδων υπήρξε ηρωική. Διεξήχθη, όμως, μέσα σε συνθήκες αιφνιδιασμού, ανεπαρκούς επιστράτευσης, ασυνεννοησίας και επιχειρησιακής αποδιοργάνωσης.

Η Τουρκία επικαλέστηκε τη Συνθήκη Εγγυήσεως, παρουσιάζοντας την εισβολή ως ενέργεια αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το Ψήφισμα 353, ζήτησε άμεση κατάπαυση του πυρός, σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που βρισκόταν στο νησί κατά παράβαση των διεθνών συμφωνιών.

Η κατάπαυση του πυρός της 22ας Ιουλίου βρήκε τις τουρκικές δυνάμεις να ελέγχουν ένα περιορισμένο αλλά στρατηγικά κρίσιμο προγεφύρωμα.

Στις 23 Ιουλίου κατέρρευσε ο Σαμψών και την επομένη η δικτατορία στην Ελλάδα. Στην Αθήνα ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και στη Λευκωσία καθήκοντα Προεδρεύοντος της Δημοκρατίας ο Γλαύκος Κληρίδης. Το τουρκικό επιχείρημα περί ανάγκης ανατροπής του πραξικοπηματικού καθεστώτος είχε πλέον εκλείψει.

Στην πρώτη Διάσκεψη της Γενεύης, από τις 25 έως τις 30 Ιουλίου, συμμετείχαν οι υπουργοί Εξωτερικών των εγγυητριών δυνάμεων: ο Γεώργιος Μαύρος, ο Τζέιμς Κάλλαχαν και ο Τουράν Γκιουνές. Στον δεύτερο γύρο, από τις 8 έως τις 14 Αυγούστου, προστέθηκαν ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Ραούφ Ντενκτάς.

Η σύνθεση είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν συμμετείχε στον πρώτο γύρο ως ισότιμο κράτος, ενώ στον δεύτερο η κρίση άρχισε να αντιμετωπίζεται κυρίως ως αντιπαράθεση δύο κοινοτήτων. Έτσι υποβαθμίστηκε η βασική διάστασή της, δηλαδή, η εισβολή ενός κράτους στο έδαφος ενός άλλου.

Η Διακήρυξη της Γενεύης της 30ής Ιουλίου προέβλεπε ότι οι ένοπλες δυνάμεις δεν έπρεπε να επεκτείνουν τις περιοχές που ήλεγχαν. Η Τουρκία, όμως, χρησιμοποίησε την εκεχειρία για να μεταφέρει στην Κύπρο νέες δυνάμεις, άρματα, πυροβολικό και εφόδια.

Παράλληλα, πραγματοποιούσε τοπικές προωθήσεις, επιδιώκοντας να εμφανίσει ως ήδη κατεχόμενες περιοχές που καταλάμβανε μετά την κατάπαυση του πυρός.

Έγγραφο της 28ης Τουρκικής Μεραρχίας, το οποίο δημοσιοποιήθηκε από το ΓΕΕΦ, δείχνει ότι στις 30 Ιουλίου είχε εκδοθεί διαταγή για επιχειρήσεις προς κατάληψη της Λαπήθου, του Καραβά και άλλων θέσεων. Η αποκαλούμενη εκεχειρία μεταξύ των δύο φάσεων της Τουρκικής Εισβολής είχε ήδη καταρρεύσει πριν από τις 14 Αυγούστου.

Στις 6 Αυγούστου 1974, δυνάμεις της 28ης Τουρκικής Μεραρχίας, ενισχυμένες με άρματα, πυροβολικό και αεροπορία, εξαπέλυσαν μεγάλη επίθεση εναντίον της Λαπήθου και του Καραβά. Απέναντί τους βρέθηκαν δύο αποδυναμωμένοι λόχοι του 256 Τάγματος Πεζικού, ένας λόχος του 286 Μηχανοκίνητου Τάγματος Πεζικού και άνδρες του 70ού Τάγματος Μηχανικού. Οι υπερασπιστές αντιστάθηκαν γενναία επί πολλές ώρες με ελαφρύ οπλισμό και χωρίς ουσιαστική υποστήριξη.

Ογδόντα έξι άνδρες των τριών μονάδων καταγράφονται ως πεσόντες ή αγνοούμενοι. Η κατάληψη των δύο κωμοπόλεων, κατά παράβαση της συμφωνημένης εκεχειρίας, αποδεικνύει ότι η Τουρκία δεν ανέμενε απλώς το αποτέλεσμα των συνομιλιών της Γενεύης. Εκμεταλλευόταν τον χρόνο τους για να διευρύνει το προγεφύρωμα και να προετοιμάσει τον «Αττίλα ΙΙ».

Από τις μαρτυρίες αξιωματικών και πολεμιστών προκύπτει ότι οι μονάδες στο πεδίο ανέφεραν τις τουρκικές προωθήσεις, ζητούσαν ενισχύσεις και σαφείς διαταγές και εισηγούνταν ενεργότερη αντίδραση προτού παγιωθούν τα τετελεσμένα.

Οι εκκλήσεις από το πεδίο συναντούσαν καθυστέρηση, δισταγμό ή οδηγίες αυτοσυγκράτησης, ώστε να μην εμφανιστεί η ελληνική πλευρά ως παραβάτης της εκεχειρίας. Δηλαδή κάποιοι άνωθεν δεν τους «επέτρεπαν να επιτεθούν».

Ο «Αττίλας ΙΙ» επί Καραμανλή

Κατά τον δεύτερο γύρο της Γενεύης, η Τουρκία απαίτησε την άμεση αποδοχή ομοσπονδιακού σχήματος που θα εξασφάλιζε στην τουρκοκυπριακή πλευρά εκτεταμένο εδαφικό έλεγχο. Ο Κληρίδης ζήτησε αναβολή 36 έως 48 ωρών για διαβουλεύσεις με τη Λευκωσία και την Αθήνα. Η Τουρκία αρνήθηκε.

Τα χαράματα της 14ης Αυγούστου άρχισε η δεύτερη επίθεση. Δεν επρόκειτο για αυθόρμητη αντίδραση στην αποτυχία της Διάσκεψης, αλλά για επιχείρηση ήδη προετοιμασμένη κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας.

Ο «Αττίλας ΙΙ» δεν πραγματοποιήθηκε επί χούντας. Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Καραμανλή είχε αναλάβει από τις 24 Ιουλίου. Το γεγονός αυτό δεν πρέπει να αποσιωπάται. Η νέα Κυβέρνηση παρέλαβε ένα κράτος τραυματισμένο, ένοπλες δυνάμεις αποδιοργανωμένες από τη δικτατορία και μια ήδη εδραιωμένη τουρκική στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο.

Αντιμετώπιζε επίσης τον κίνδυνο γενικευμένου πολέμου στο Αιγαίο και στη Θράκη. Αυτές οι συνθήκες εξηγούν τους περιορισμούς της, δεν καταργούν όμως την ανάγκη εξέτασης των επιλογών της.

Μετά την έναρξη της επίθεσης πραγματοποιήθηκε σύσκεψη στο Ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στην αρχική φάση συμμετείχαν ο Καραμανλής, ο υπουργός Εθνικής Αμύνης Ευάγγελος Αβέρωφ, ο υπουργός Προεδρίας Γεώργιος Ράλλης, ο αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων Γρηγόριος Μπονάνος και οι αρχηγοί ΓΕΣ, ΓΕΑ και ΓΕΝ, Ανδρέας Γαλατσάνος, Αλέξανδρος Παπανικολάου και Πέτρος Αραπάκης. Ο Γεώργιος Μαύρος βρισκόταν ακόμη στη Γενεύη και επέστρεψε αργότερα.

Σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταθέσεις, η στρατιωτική ηγεσία υποστήριξε ότι η αποστολή βοήθειας ικανής να αλλάξει τον συσχετισμό στην Κύπρο ήταν επιχειρησιακά εξαιρετικά δύσκολη ή ανέφικτη. Η Κυβέρνηση επέλεξε να μην εμπλακεί σε γενικευμένο πόλεμο με την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η Κύπρος αφέθηκε ουσιαστικά να αντιμετωπίσει μόνη της τη δεύτερη επίθεση. Οι σχετικές καταθέσεις περιλαμβάνονται στην επίσημη έκδοση του «Φακέλου της Κύπρου».

Η φράση «η Κύπρος κείται μακράν», που αποδίδεται στον Καραμανλή, δεν πρέπει να χρησιμοποιείται χωρίς τεκμηρίωση ως αυτάρκης ιστορική απόδειξη. Η αξιολόγηση οφείλει να στηρίζεται στις αποφάσεις και στα αποτελέσματα. Κατά τον «Αττίλα ΙΙ», η Ελλάδα δεν παρενέβη στρατιωτικά και η τουρκική προέλαση ολοκληρώθηκε χωρίς εξωτερική αναχαίτιση. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους.

Το τουρκικό έγγραφο και το σχετικό σημείωμα του ΓΕΕΦ

Οι τρεις ημέρες που ολοκλήρωσαν τον διαμελισμό

Στις 14 Αυγούστου οι τουρκικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε δύο κύριους άξονες. Προς τα ανατολικά προέλασαν διά μέσου της Μεσαορίας προς την Κυθρέα και την Αμμόχωστο. Προς τα δυτικά κινήθηκαν προς τη Μόρφου, ενώ σφοδρές μάχες διεξάγονταν στη Λευκωσία και γύρω από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ.

Οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ και της Εθνικής Φρουράς πολέμησαν χωρίς αεροπορική κάλυψη, με ανεπαρκή αντιαρματικά μέσα και σοβαρά προβλήματα επικοινωνίας.

Η μάχη του στρατοπέδου της ΕΛΔΥΚ αποτελεί μία από τις ηρωικότερες και τραγικότερες σελίδες της Εισβολής. Οι υπερασπιστές του δέχθηκαν επιθέσεις τεθωρακισμένων, πυροβολικού και αεροπορίας. Πολλοί έπεσαν μαχόμενοι ή καταγράφηκαν ως αγνοούμενοι.

Οι μαρτυρίες πολεμιστών, όπως καταγράφονται στα έργα του Νικόλαου Αργυρόπουλου και άλλων βετεράνων, αναδεικνύουν τη σύγχυση των διαταγών, την εγκατάλειψη μονάδων, τις ελλείψεις και την αυτοθυσία στρατιωτών που πολέμησαν χωρίς να γνωρίζουν εάν υπήρχε ενιαίο σχέδιο υπεράσπισης του νησιού. Οι μαρτυρίες αυτές πρέπει να αντιπαραβάλλονται με τα στρατιωτικά αρχεία.

Στην Αμμόχωστο, οι βομβαρδισμοί και η τουρκική προέλαση προκάλεσαν μαζική φυγή. Τα Βαρώσια εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους και περιφράχθηκαν από τον τουρκικό στρατό. Οι κάτοικοι έφυγαν πιστεύοντας ότι θα επέστρεφαν σε λίγες ημέρες. Περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, η επιστροφή δεν έχει πραγματοποιηθεί.

Μέχρι τις 16 Αυγούστου οι τουρκικές δυνάμεις είχαν καταλάβει τη Μόρφου, την Αμμόχωστο, μεγάλο μέρος της Μεσαορίας και την Καρπασία. Η κατεχόμενη περιοχή έφθασε περίπου στο 36,7% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή δηλώθηκαν αγνοούμενοι και περίπου 160.000-170.000 Ελληνοκύπριοι εκτοπίστηκαν.

Η κατοχή ως προοίμιο της «Γαλάζιας Πατρίδας»

Η γραμμή κατάπαυσης του πυρός μετατράπηκε σε μόνιμη γραμμή κατοχής. Το 1983 ανακηρύχθηκε μονομερώς η αποκαλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου», την οποία αναγνωρίζει μόνο η Τουρκία. Τα Ψηφίσματα 541 και 550 του Συμβουλίου Ασφαλείας έκριναν νομικά άκυρη την ανακήρυξη και κάλεσαν τα κράτη να μην αναγνωρίσουν το αποσχιστικό μόρφωμα.

Στην υπόθεση Κύπρος κατά Τουρκίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε πολλαπλές και συνεχιζόμενες παραβιάσεις σχετικές με τους αγνοουμένους, τους εκτοπισμένους και τους εγκλωβισμένους της Καρπασίας. (ΕΔΔΑ, Cyprus v. Turkey, 10 Μαΐου 2001).

Το Κυπριακό συνδέεται με το ευρύτερο πλαίσιο του τουρκικού αναθεωρητισμού, όπως τις αμφισβητήσεις στο Αιγαίο, τις θεωρίες περί «γκρίζων ζωνών» και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Πρόκειται για εκφάνσεις μιας πολιτικής, σύμφωνα με την οποία οι διεθνείς συνθήκες μπορούν να επανερμηνεύονται υπό την πίεση της ισχύος.

Η κυπριακή τραγωδία δεν υπήρξε έργο ενός μόνο ενόχου. Η χούντα του Ιωαννίδη φέρει την πρωταρχική ελληνική ευθύνη για το πραξικόπημα. Ο Μακάριος φέρει πολιτικές ευθύνες για επιλογές που ενίσχυσαν τον διχασμό. Η Κυβέρνηση Καραμανλή πρέπει να κριθεί για την απόφασή της να μην εμποδίσει στρατιωτικά τον «Αττίλα ΙΙ». Η Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες φέρουν ευθύνη για την ανοχή και την προτεραιότητα που έδωσαν στους γεωπολιτικούς υπολογισμούς τους.

Η κατανομή των ευθυνών δεν σημαίνει εξίσωσή τους. Η ευθύνη για την εισβολή, την κατάληψη του εδάφους, τον εκτοπισμό και τη συνεχιζόμενη κατοχή ανήκει στην Τουρκία. Η ιστορική αλήθεια, όμως, απαιτεί να εξεταστούν και όσοι, με πράξεις, παραλείψεις ή ολέθριους υπολογισμούς, άφησαν την Κύπρο απροστάτευτη.

Ο κυπριακός Σίσυφος ανέβασε πολλές φορές τον βράχο. Τον ανέβασε με τον αγώνα του 1955-1959 και τη θυσία των απαγχονισθέντων. Με την αντίσταση των στρατιωτών το 1974, με την επιβίωση των προσφύγων και με την επιμονή των οικογενειών των αγνοουμένων.

Ο βράχος κατρακύλησε με τις αποικιακές μεθοδεύσεις, τον εσωτερικό διχασμό, το πραξικόπημα, τις δύο φάσεις της εισβολής και την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να εφαρμόσει τις αποφάσεις της.

Η επέτειος του «Αττίλα ΙΙ» δεν πρέπει να περιορίζεται σε τελετουργικές αναφορές. Από τις 14 έως τις 16 Αυγούστου 1974, ενώ η δημοκρατία είχε ήδη αποκατασταθεί στην Ελλάδα και το πρόσχημα της τουρκικής επέμβασης είχε εκλείψει, ολοκληρώθηκε υπό τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας ο βίαιος διαμελισμός της Κύπρου.

Η Αμμόχωστος, η Μόρφου, η Κερύνεια και η Καρπασία δεν αποτελούν απλώς εικόνες ενός μακρινού παρελθόντος. Παραμένουν σύμβολα μιας εκκρεμούς διεθνούς παρανομίας. Στον Αλμπέρ Καμύ, ο Σίσυφος νικά όχι επειδή φθάνει οριστικά στην κορυφή, αλλά επειδή αρνείται να παραδοθεί.

Και στην Κύπρο, η επιμονή στη μνήμη, στην αυτοκριτική και στη διεθνή νομιμότητα δεν είναι μάταιη. Μάταιη θα ήταν μόνο η παραίτηση ή η αποδοχή ότι τα τετελεσμένα των όπλων μπορούν με τη σιωπή και την πάροδο του χρόνου να μετατραπούν σε δίκαιο.

Βιβλιογραφία

  • Αργυρόπουλος, Νικόλαος Φ. Οι Ένοχοι. Αλεξανδρούπολη: «Ενδοχώρα», 2022.
  • Δρουσιώτης, Μακάριος. 1974: Το άγνωστο παρασκήνιο της τουρκικής εισβολής.
  • Κληρίδης, Γλαύκος. Η κατάθεσή μου. 4 τόμοι. Λευκωσία.
  • Κυπριακό: ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΟΝ, Το αρχείο του Έλληνα πρέσβη στις ΗΠΑ Αλεξάνδρου Μάτσα, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
  • Ορφανίδης, Γιώργος. Τόπος μαρτύρων: Η εμπειρία της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην περιφέρεια της Κυθρέας. Λευκωσία: Ακτή.
  • Παπαγεωργίου, Σπύρος. Από τη Ζυρίχη στον Αττίλα. Αθήνα: Λαδιάς.
  • Hitchens, Christopher. Hostage to History: Cyprus from the Ottomans to Kissinger. London: Verso, 1997.
  • O’Malley, Brendan, and Ian Craig. The Cyprus Conspiracy. London: I.B. Tauris, 1999.
  • Βουλή των Ελλήνων–Βουλή των Αντιπροσώπων. Φάκελος Κύπρου.
  • United Nations Security Council. Ψηφίσματα 353, 357, 358, 360, 361, 541 και 550.
  • European Court of Human Rights. Cyprus v. Turkey, 10 May 2001.
  • ΟΗΕ, 1780ή συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας, 19 Ιουλίου 1974.
  • ΕΔΔΑ, Cyprus v. Turkey, 10 Μαΐου 2001.

Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός