Ολοένα και συχνότερα, το βιβλίο του 2021 «Η εποχή της μη-ειρήνης: Πώς η συνδεσιμότητα προκαλεί συγκρούσεις» (The Age of Unpeace: How Connectivity Causes Conflict) του Μαρκ Λέοναρντ έρχεται στο προσκήνιο, ανατρέποντας την κλασσική θεωρία της παγκοσμιοποίησης.

Ενώ για δεκαετίες πιστεύαμε ότι το ελεύθερο εμπόριο, το ίντερνετ και οι ανοιχτές αγορές θα έφερναν την παγκόσμια ειρήνη, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι αυτά που μας ενώνουν, σταδιακά, έχουν μετατραπεί σε όπλα γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Ο όρος «μη-ειρήνη» (unpeace) περιγράφει τη γκρίζα ζώνη μεταξύ πολέμου και ειρήνης.

Ίσως, οι συμβατικοί πόλεμοι μεταξύ μεγάλων κρατών έχουν μειωθεί, αλλά η εχθρότητα είναι διάχυτη και ατέρμονη.

Τα κράτη δεν χρησιμοποιούν πλέον μόνο τανκς και πυραύλους, αλλά εργαλειοποιούν την καθημερινή μας εξάρτηση από τα παγκόσμια δίκτυα. Στην εποχή της μη-ειρήνης, οι συγκρούσεις διεξάγονται μέσα από υποδομές που σχεδιάστηκαν για να μας εξυπηρετούν.

Οι εμπορικές κυρώσεις, για παράδειγμα, οι δασμοί και ο έλεγχος των εφοδιαστικών αλυσίδων χρησιμοποιούνται για τον εκβιασμό κρατών. Οι κυβερνοεπιθέσεις, τα σαμποτάζ υποδομών ζωτικής σημασίας και οι αλγόριθμοι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που πολώνουν τις κοινωνίες είναι γνωστά. Η διακοπή ή η αυξομείωση της ροής του φυσικού αερίου και του πετρελαίου αποτελεί γνωστό και δημοφιλές μέσο πίεσης.

Η σκόπιμη διοχέτευση προσφύγων και μεταναστών προς τα σύνορα άλλων κρατών, με σκοπό την αποσταθεροποίησή τους, είναι γνωστά, ειδικά στη χώρα μας.

Ο συγγραφέας του βιβλίου χωρίζει τον κόσμο σε τρία μεγάλα μπλοκ που ανταγωνίζονται για την κυριαρχία των δικτύων. Οι ΗΠΑ, αρχικά, οι οποίες ελέγχουν τους οικονομικούς κόμβους και τις μεγαλύτερες τεχνολογικές πλατφόρμες της Σίλικον Βάλεϊ. Η Κίνα, η οποία χτίζει παγκόσμιες φυσικές και ψηφιακές υποδομές μέσω του «Νέου Δρόμου του Μεταξιού».

Και τέλος η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία αποκαλεί «αυτοκρατορία των κανόνων», και η οποία μπορεί να μην διαθέτει τη στρατιωτική ισχύ των δύο προηγούμενων, αλλά χρησιμοποιεί το μέγεθος της αγοράς της για να επιβάλλει παγκόσμια πρότυπα και ρυθμίσεις.

Η λύση, σύμφωνα με το βιβλίο, δεν είναι ο πλήρης απομονωτισμός ή η απο-παγκοσμιοποίηση, καθώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο, αλλά μια μορφή «θεραπευτικής παγκοσμιοποίησης».

Τα κράτη πρέπει να χτίσουν μηχανισμούς ανθεκτικότητας, να θέσουν ξεκάθαρα όρια στις μεταξύ τους εξαρτήσεις και να μάθουν να διαχειρίζονται τις συνδέσεις και σχέσεις τους με τρόπο που να μειώνει την ευάλωτη θέση τους, αντί να την αυξάνει.

Όλο και περισσότερο, λοιπόν, οι δυνάμεις που αποσκοπούν να ενώσουν τον κόσμο είναι αυτές που τελικά τον εξωθούν προς σύγκρουση. Η Ε.Ε. βασίζεται σε μια απλή ιδέα.

Η ένωση εθνών και λαών δημιουργεί ειρήνη και καθιστά τον πόλεμο δαπανηρό. Με το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, οι Ευρωπαίοι ήλπιζαν ότι, ανοίγοντας τα σύνορα και προωθώντας το εμπόριο, τα ταξίδια και το διαδίκτυο, θα μπορούσαν να διαδώσουν τις δικές τους αξίες στον κόσμο και να προωθήσουν την παγκόσμια αρμονία.

Η αλήθεια αποδείχθηκε διαφορετική. Το 2016, μέσω του Brexit και της εκλογής αργότερα του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανακάλυψαν ότι αρκετοί στη γηραιά ήπειρο διαφωνούσαν με τους ηγέτες της.

Ωστόσο, και η συμπεριφορά άλλων χωρών, από την Κίνα και τη Ρωσία μέχρι την Τουρκία και τη Βραζιλία, έδειξε πώς ο εθνικισμός και η εξουσία υπερισχύουν του διεθνισμού και του νόμου. Το αναπόφευκτο συμπέρασμα σοκάρει πολλούς Ευρωπαίους.

Οι διασυνδέσεις που ενώνουν τον κόσμο μπορούν και να τον διαλύσουν. Στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο πλανήτη μας, η γεωπολιτική παρομοιάζεται με γάμο συμφέροντος, ο οποίος κάποια στιγμή θα προκαλέσει κακό στους εμπλεκόμενους. Έτσι, και η υπερ-συνδεσιμότητα δεν πολώνει μόνο τις κοινωνίες σε ανταγωνιστικές, αλλά παρέχει επίσης νέο οπλοστάσιο για τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων.

Οι χώρες διεξάγουν τώρα συγκρούσεις, χειραγωγώντας τα ίδια πράγματα που τις συνδέουν, χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, κυρώσεις, μποϊκοτάζ, ελέγχους εξαγωγών ή απαγορεύσεις εισαγωγών για πολιτικούς σκοπούς.

Η εργαλειοποίηση της αλληλεξάρτησης, ωστόσο, υπερβαίνει κατά πολύ το εμπόριο. Οι παγκόσμιες ανησυχίες για την υγεία θα έπρεπε να είχαν ενώσει τον πλανήτη κατά τη διάρκεια της πανδημίας του κορονοϊού.

Αντ’ αυτού, είδαμε διπλωματία της μάσκας και εθνικισμό εμβολίων. Στον τομέα των υποδομών, η Κίνα είναι αναμφισβήτητα η μεγαλύτερη δύναμη, χρησιμοποιώντας την πρωτοβουλία «μία ζώνη, ένας δρόμος» για να αυξήσει την πολιτική της ισχύ μέσω της οικονομικής εξάρτησης.

Στο μέτωπο της τεχνολογίας και της πληροφορίας, οι διαμάχες δεν αφορούν μόνο τις σφαίρες τεχνολογικής επιρροής και το ποιος θέτει τα πρότυπα, αλλά και σε μεγάλο βαθμό τη δημοκρατία και την ελευθερία των κοινωνιών μας.

Η προαναφερόμενη πρωτοβουλία είναι το γιγαντιαίο πρόγραμμα υποδομών και επενδύσεων που ξεκίνησε η Κίνα το 2013, με στόχο τη διασύνδεση της Ασίας με την Ευρώπη, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική για την ενίσχυση του διεθνούς εμπορίου, που περιλαμβάνει δύο βασικούς άξονες.

Τη ζώνη του «δρόμου του μεταξιού» που αφορά χερσαίες οδούς, δηλαδή σιδηρόδρομους, αυτοκινητόδρομους και αγωγούς που συνδέουν την Κίνα με την Κεντρική Ασία, τη Ρωσία και την Ευρώπη, και κατά δεύτερο λόγο τον «θαλάσσιο δρόμο του μεταξιού» του 21ου αιώνα που αφορά θαλάσσιες διαδρομές που συνδέουν τα κινεζικά λιμάνια με τον ινδικό ωκεανό, τη Μεσόγειο και την Αφρική.

Πέρα από τα εμπορικά οφέλη, το έργο λειτουργεί αναμφίβολα ως το κύριο όργανο οικονομικής διπλωματίας και γεωπολιτικής επιρροής της Κίνας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης στρατηγικής αποτελεί το επενδυτικό ενδιαφέρον και η διαχείριση του λιμένα του Πειραιά, ο οποίος λειτουργεί ως βασική πύλη εισόδου των κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ακόμα και το κλίμα έχει γίνει πεδίο μάχης, κάτι που προκαλεί έκπληξη, δεδομένου ότι βρισκόμαστε όλοι στην ίδια «βάρκα» που βυθίζεται. Στη χώρα μας, γνωρίζουμε για την Τουρκία που χρησιμοποιεί τους μετανάστες ως όπλα, για τους δικούς της καθαρά και χιλιοειπωμένους λόγους.

Βεβαίως, οι διασυνδέσεις και σχέσεις μεταξύ χωρών έχουν εργαλειοποιηθεί και στο παρελθόν, αλλά τώρα έρχονται με νέα μορφή. Υπάρχει μια λέξη που αποτυπώνει την οριακή μας κατάσταση αιωρούμενη, κατά κάποιο τρόπο, μεταξύ πολέμου και ειρήνης. Η φράση χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από ακαδημαϊκούς στον τομέα της τεχνολογίας, όπως ο Λούκας Κέλλο στην Οξφόρδη.

Προσπαθώντας να περιγράψουν τη γκρίζα ζώνη που έβλεπαν στον ορίζοντα, όπου εκατομμύρια επιθέσεις που δεν έφταναν τον συμβατικό πόλεμο πραγματοποιούνταν καθημερινά, δημιούργησαν την αγγλοσαξονική λέξη “unpeace”, την «όχι ειρήνη». Η αναγνώριση ότι ζούμε σε εποχή αβεβαιότητας έχει σημαντικές επιπτώσεις για την Ευρώπη.

Ενώ, όμως, πολλοί πιστεύουν ότι οδεύουμε προς έναν διπολικό κόσμο, στον οποίο όλοι θα αναγκαστούμε να επιλέξουμε πλευρά μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ, η Ευρώπη έχει τη δική της μοναδική γεωπολιτική δύναμη, με την οποία είναι καλά εξοπλισμένη και μπορεί να δράσει.

Μαζί με τις ΗΠΑ και την Κίνα, είναι μία από τις τρεις αυτοκρατορίες συνδεσιμότητας, καθεμία, όπως είπαμε, με τις δικές της ιδέες και ικανότητες διαμόρφωσης του πλανήτη.

Οι ΗΠΑ είναι πρωτίστως οι αποκαλούμενοι «φύλακες». Η πανταχού παρουσία του δολαρίου και η κυριαρχία του στο διαδίκτυο τις επιτρέπει να αποκλείουν χώρες από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή να θέτουν τους πολίτες τους υπό αυστηρή επιτήρηση.

Η Κίνα φιλοδοξεί να αποτελέσει μια παρεμφερή και εναλλακτική δύναμη, επιδιώκοντας να συνδέσει άλλες χώρες με την αγορά της και να τις φέρει σε κινεζική σφαίρα επιρροής.

Αλλά η Ευρώπη έχει διαφορετική προσέγγιση, ως φορέας θέσπισης κανόνων. Οι χιλιάδες σελίδες του κοινοτικού κεκτημένου, που διέπουν τα πάντα, από τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων και τη θανατική ποινή, τις εκπομπές θορύβου και ρύπων, μέχρι και την ασφάλεια των τροφίμων, αποτελούν το λειτουργικό της σύστημα.

Παράλληλα με αυτά, χρησιμοποιεί την οικονομική της δύναμη για να υποχρεώνει όσους έρχονται σε επαφή με το δίκτυό της να ακολουθούν, όσο είναι αυτό εφικτό για την ώρα, και αυτοί τους κανόνες της. Εάν οι συνδέσεις μεταξύ των χωρών έχουν γίνει θανατηφόρα όπλα, θα πρέπει να τύχουν διαχείρισης και η Ε.Ε. είναι σε θέση να το κάνει αυτό, με κανόνες και νόρμες.

Αν ο Ψυχρός Πόλεμος μετριάστηκε μέσω του ελέγχου των όπλων, το αντίστοιχο για την εποχή μας τείνει να είναι ο «αφοπλισμός της έννοιας της συνδεσιμότητας». Παραδόξως, ο καλύτερος τρόπος για να ενώσουμε τον κόσμο, ισχυρίζονται πολλοί, είναι να δημιουργήσουμε αρκετή απόσταση, ώστε οι άνθρωποι να αισθάνονται ασφαλείς και να έχουν, παράλληλα, τον έλεγχο.

Η διαχωριστική γραμμή θα πρέπει να βρίσκεται μεταξύ διαχειριζόμενης και μη διαχειριζόμενης συνύπαρξης, αντί για ανοιχτές και κλειστές κοινωνίες σε όλα, από το εμπόριο και τη μετανάστευση, έως την τεχνολογία και την πολιτισμική αλλαγή!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας