Η Ενετοκρατία διαμόρφωσε την ιστορία πολλών ελληνικών τόπων σε διαφορετικές χρονικές περιόδους όπως στην Κρήτη, που ξεκίνησε με την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1205 μ.Χ. και την παραχώρηση της Κρήτης από τον Λατίνο αυτοκράτορα στον Βονιφάτιο Μονφερατικό μέχρι το 1669 μ.Χ.
Ο τελευταίος πούλησε το νησί στους Ενετούς το 1210 για περίπου χίλια ασημένια νομίσματα, οι οποίοι αφού αντιμετώπισαν με επιτυχία τις επιθέσεις των Γενουατών, κατάφεραν να εγκατασταθούν εκεί οριστικά από το 1212 έως το 1669 μ.Χ., εκτός από τα Σφακιά, που δεν υποτάχθηκαν ολοκληρωτικά ποτέ.
Στην Πελοπόννησο, η Ενετοκρατία δεν υπήρξε ενιαία, αλλά χωρίστηκε σε δύο βασικές περιόδους. Την πρώτη (1388-1460/1540), κατά την οποία οι Ενετοί κατείχαν κυρίως στρατηγικά παραθαλάσσια φρούρια (όπως το Ναύπλιο και η Μονεμβασιά) και τη δεύτερη (1685-1715), γνωστή ως το «Βασίλειο του Μορέως», όταν έλεγξαν ολόκληρη την Πελοπόννησο. Τέλος, στα Επτάνησα, τα μόνα που δεν τουρκοκρατήθηκαν ποτέ ολοκληρωτικά, η Ενετοκρατία κράτησε περισσότερο, από το 1386 (στην Κέρκυρα) μέχρι το 1797 σε υπόλοιπα νησιά.
Η Κρήτη ήταν πολύτιμη για τους Ενετούς επειδή, λόγω της θέσης της, συντελούσε στην ανάπτυξη του ενετικού εμπορίου στην ανατολή. Οι Ενετοί όρισαν πρωτεύουσά τους το Ηράκλειο. Οι Γενοβέζοι, παραδοσιακοί αντίπαλοι των Ενετών, αντιτάχθηκαν στην Κατοχή παίρνοντας το μέρος του ντόπιου πληθυσμού, που οργάνωνε συνεχώς επαναστατικές τάσεις.
Η Ενετοκρατία διήρκεσε περίπου 400 χρόνια και διακρίθηκε σε δυο υποπεριόδους. Η πρώτη ήταν μέχρι το 1453, που οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και η δεύτερη μέχρι το 1669, όπου ύστερα από σκληρή πολιορκία 21 ετών πέρασε και η Κρήτη στα χέρια των Τούρκων.
Η Κρήτη, γνωστό και ως Βασίλειο της Κρήτης, διαιρέθηκε διοικητικά σε έξι τμήματα, ονομαζόμενα σεξτέρια: Αυτά των Αγίων Αποστόλων, του Αγίου Μάρκου, του Σταυρού, του Καστέλου, του Αγίου Παύλου και του Dorso duro. Αργότερα συμπτύχθηκαν σε τέσσερα τμήματα.
Η εξουσία ασκούνταν από τον Δούκα, τους συμβούλους του και τους ρέκτορες, ενώ ο ντόπιος πληθυσμός δεν είχε σχεδόν κανένα δικαίωμα και περιουσία. Την εποχή εκείνη επιβλήθηκε Λατίνος αρχιεπίσκοπος και έγινε μεγάλη προσπάθεια περιορισμού της Ορθόδοξης Εκκλησίας και διενεργήθηκε δήμευση της περιουσίας της.
Το ενετικό σύστημα διακυβέρνησης ήταν καταπιεστικό και επέβαλε αυστηρή τήρηση της τάξης και των κανόνων. Οι ηγεμόνες ορίζονταν κατευθείαν από τη Βενετία και εκμεταλλεύονταν στο έπακρο τους θησαυρούς της Κρήτης. Η βαριά φορολογία, οι χαμηλές τιμές των προϊόντων και η κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας, είχαν προκαλέσει την έντονη δυσαρέσκεια των κατοίκων.
Βαθμιαία οι Ενετοί χαλάρωσαν τα μέτρα και επέτρεψαν τη σύναψη γάμων μεταξύ ντόπιων και Ενετών, καθώς και την ελεύθερη εγκατάσταση οποιουδήποτε στο νησί (Spanakis, 1981). Μ’ αυτές τις αλλαγές, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση αρκετών Κρητών βελτιώθηκε.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, η Κρήτη γνώρισε σημαντική πληθυσμιακή ανάπτυξη, καθώς οι Ενετοί επιδόθηκαν σε εκτενή εποικισμό τους, για την ενίσχυση της παρουσίας τους. Όπως ήταν αναμενόμενο, κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας ξέσπασαν απελευθερωτικά κινήματα με κορυφαία αυτά των Σκορδίληδων, του Καλλέργη και των Μελισσηνών. Κατάφεραν να κερδίσουν κάποια προνόμια και δικαιώματα για τον ντόπιο πληθυσμό, όπως η συνθήκη του 1299 (Pax Alexi Callergi), που αναγνώρισε το δικαίωμα εγκατάστασης ορθοδόξου επισκόπου, ελεύθερης δραστηριότητας σε όλο το νησί και απελευθέρωσε τους δουλοπάροικους. Το κίνημα των αδερφών Καλλέργη βρήκε την υποστήριξη Ενετών γαιοκτημόνων, που δυσαρεστημένοι από τη σκληρή φορολογία, συνέπραξαν για την ανακήρυξη του νησιού σε Αυτόνομη Δημοκρατία με το όνομα Δημοκρατία του Αγίου Τίτου.
Επί Ενετοκρατίας, η ύδρευση των αστικών περιοχών βασιζόταν σε δεξαμενές, πολλές από τις οποίες υπάρχουν ακόμη σήμερα, όπως είναι αυτές στους οικισμούς Παλαιλώνι, Κόκκινο Χωριό και Γαβαλοχώρι του Δήμου Αποκόρωνα Χανίων, καθώς επίσης και πηγάδια (Εικ. 1 και 2). Στο Ηράκλειο, στο παλάτι του Δούκα υπήρχαν τρία πηγάδια (Angelakis et al., 2020). Επίσης συντηρούσαν και χρησιμοποιούσαν, όπου υπήρχαν, υδραγωγεία ιστορικής εποχής.
Μέχρι τον 17ο αιώνα, η πόλη υδρευόταν αποκλειστικά από πηγάδια, που πολλά από αυτά είχαν υφάλμυρο νερό, καθώς επίσης από μικρές κρήνες και από δεξαμενές, όπου αποθηκευόταν το νερό της βροχής.
Κατά την περίοδο 1612-1614, ο Francesco Morosini, ήταν ο πρώτος Βενετός που έδωσε μεγάλη προσοχή στα ζητήματα λειψυδρίας και έγκαιρα δήλωσε ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα της πόλης του Ηρακλείου ήταν η έλλειψη νερού (Angelakis et al., 2020).
Γι’ αυτό διέταξε τη συντήρηση όλων των υφιστάμενων δεξαμενών νερού στην πόλη (Εικ. 3). Επίσης, για την αντιμετώπιση του σοβαρού προβλήματος της ύδρευσης, κατασκευάστηκε τo γνωστό υδραγωγείο του Μοροζίνι (Εικ. 4α). Έτσι, προέβη στην κατασκευή αγωγού 15,64 km, με τον οποίον μεταφέρθηκε νερό από τρεις επιφανειακές πηγές από τους πρόποδες του Γιούχτα (περιοχή Καρυδάκι) στο κέντρο της πόλης (Εικ. 4β). Το υδραγωγείο ολοκληρώθηκε σε 14 μήνες και εγκαινιάστηκε την 25η Απριλίου 1628 (Συθιακάκη, 2012).
Παρότι η Κρήτη ήταν υποδουλωμένη, οι τέχνες και τα γράμματα δεν έπαψαν να ανθίζουν, τουλάχιστον μέχρι την κατάκτησή της από τους Τούρκους. Μετά την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 μ.Χ., πολλοί επιστήμονες βρήκαν καταφύγιο στην Κρήτη, με συνέπεια το νησί να γίνει κέντρο τεχνών και τα γραμμάτων.
Με την ανάπτυξη των χαμηλότερων και των μεσαίων βαθμίδων της εκπαίδευσης, σύμφωνα με το πρότυπο της Βενετίας, η εκπαίδευση αναβαθμίστηκε. Πολλοί Κρήτες φοίτησαν στα Πανεπιστήμια της Βενετίας και της Πάδοβας και μετά επέστρεψαν στη Κρήτη.
Τα μοναστήρια έγιναν κι αυτά κέντρα μάθησης και οι επιστήμονες-μοναχοί της Κρήτης προσέφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, σημαντικές προσωπικότητες της Κρητικής Λογοτεχνίας, υπήρξαν ο Γεώργιος Χορτάτζης, συγγραφέας του δραματικού έργου Ερωφίλη και ο Βιτσέντζος Κορνάρος, συγγραφέας του Ερωτόκριτου.
Σύντομα οι επιρροές της Ιταλικής Αναγέννησης συνδυάστηκαν με τις αρχές της κλασικής αισθητικής και τον βυζαντινό χαρακτήρα και δημιουργήθηκε νέα σχολή ζωγραφικής, η ονομαζόμενη Κρητική Σχολή. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο ξακουστός αγιογράφος Δαμασκηνός φοίτησε μαζί με τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, γνωστό ως Ελ Γκρέκο, στη Σχολή της Αγίας Αικατερίνης του Ηρακλείου.
Την εποχή αυτή, η ιταλική αρχιτεκτονική εξαπλώθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την Κρήτη. Οι κρητικές πόλεις, όπως το Ηράκλειο, άρχισαν να μοιάζουν με ενετικές μεσογειακές πόλεις, καθώς τα κτήρια, τα κάστρα, τα λιμάνια και οι εκκλησίες σχεδιάστηκαν από Ιταλούς αρχιτέκτονες.
Τον 16ο αιώνα και ενώ κυριαρχούσε η απειλή της τουρκικής εισβολής, άρχισε η προσπάθεια να χτιστούν ξανά τα μεγάλα κάστρα. Προς το τέλος του αιώνα, με την επιβολή καταναγκαστικής εργασίας, κτίστηκε το Μεγάλο Κάστρο, το οχυρό του Ηρακλείου, που διατηρείται ως σήμερα. Επίσης, άλλες μεγάλες πόλεις και λιμάνια της Κρήτης απόκτησαν και προστατεύθηκαν με τέτοια κάστρα.
O Ανδρέας Ν. Αγγελάκης είναι επίτιμο μέλος και διακεκριμένο fellow του Παγκόσμιου Οργανισμού Υδατικών Πόρων
Βιβλιογραφία
Angelakis, A. N., Dunas, K., Koulouri, P., and Tchobanoglous, G. (2020). Evolution of urban waste- and storm-water management in the region of Crete, Greece: A preliminary Assessment. Water Sci. and Techn. 81(11):
2281-2290, https://doi.org/10.2166/wst.2020.305.
Σπανάκης, Σ. (1981). Η ύδρευση του Ηρακλείου 828-1939. Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος / Τμήμα Ανατολικής Κρήτης, Ηράκλειο.
Συθιακάκη, Β. (2012). Κρύνη Μοροζίνι: Περιγραφή. Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού, Αθήνα, ΟΔΥΣΣΕΥΣ,
https://web.archive.org/web/20210228193016/http://odysseus.cultu re.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=7229