Με τη σύμβαση της Χαλέπας, το 1878, άρχισε ν’ ανθεί μία δραστηριότητα στην πόλη μας και στο νησί μας.

Ιδρύονται φιλεκπαιδευτικοί σύλλογοι και παρουσιάζεται μια ιδιαίτερη ανάπτυξη με ζωηρή πνευματική κίνηση, με έκδοση εφημερίδων αλλά και με δημιουργία βιβλιοθηκών. Παράλληλα, έχουμε και την ίδρυση αρκετών σχολείων, που μείωσε αισθητά το ποσοστό των αναλφάβητων.

Πολλές εορταστικές εκδηλώσεις τονώνονται και γιορτάζονται με έναν ιδιαίτερο τρόπο που αφήνει σ’ εμάς μνήμες εποχών που πέρασαν. Αυτές τις μνήμες διασώζει με το παρακάτω απόσπασμα ο ποιητής Γιάννης Γιαννακουδάκης.

Το ψευδώνυμό του ήταν Πέτρος Στυλίτης και ήταν ένα από τα επίλεκτα μέλη του “studio” της πνευματικής αυτής εστίας που οργάνωσε το 1922 ο Λευτέρης Αλεξίου. Το “studio” απετέλεσε τον πόλο έλξης πολλών πνευματικών ανθρώπων της Πολιτείας του Μεγάλου Κάστρου!

Αναφέρει λοιπόν: «Λευκά ασημένια μαλλιά, πλάτες κυρτές, αγαθά, αχνά πρόσωπα, οργανωμένα βαθιά από το πέρασμα του καιρού, κουρασμένες καρδιές που φλέγονται από την πικρή νοσταλγία μιας εποχής θαμμένης πια στην άβυσσο της αιωνιότητας, μεγάλα παιδιά που τα εγκατέλειψε το περιβάλλον τους, όπως εγκαταλείπουν μια νύχτα στις πόρτες και στα πεζοδρόμια οι μητέρες τα βρέφη τους.

Οι παλιοί Καστρινοί! Αναθυμούνται σήμερα τις παλιές Πρωτομαγιές, στα παλιά χρόνια, τότε που δούλευε ακούραστη η καρδιά και ανθοβολούσαν τα νιάτα, όπως ανθοβολούσε φλογερός, κάτω από τους γλαυκούς ουρανούς ο Μάης! Βρισκόμαστε στα 1890.

Οι τούρκικοι μιναρέδες λόγχιζαν τον ουρανό, τα κυκλικά αναμμένα καντήλια στεφάνωναν με κυκλικές κορώνες τη νύχτα, οι άμαξες με τα κόκκινα κουρτινάκια κυλούσανε στα καλντερίμια του Κάστρου και τα κατακόκκινα φέσια διάνθιζαν τις πλατείες και τους κεντρικούς δρόμους, οι χανούμισσες παίρναν του πολύχρωμους μπόγους τους και πηγαίνανε στο χαμάμι».

Ήταν τα χρόνια που η Επανάσταση είχε κοπάσει και η αναταραγμένη ζωή αναζητούσε μια γαλήνη. Γιορτή της Πρωτομαγιάς! Έξω από τη Χανιώπορτα ήταν μαζεμένο σαν μυρμήγκια το χαρούμενο πλήθος Τούρκων. Με τις άσπρες βράκες τους και τα παιδιά, χαρούμενα κι αυτά να πετούν στον αέρα τα φέσια τους.

Κάθε χρόνο, στη γιορτή της Πρωτομαγιάς, ο πασάς τούς εχάριζε ένα κριάρι κι όλοι μαζί με φωνές και γέλια κατηφόριζαν για την Τρυπητή, βουΐζοντας στους δρόμους.

Ανάμεσα στο πλήθος, ένας αθλητικός, ψηλός τύπος, ξυπόλυτος, χωρίς φέσι, με κατάλευκη βράκα. Το όνομά του ήταν Ρεμαντάνης! Αυτοσχέδιος τραγουδιστής και ποιητής, αλλά και εγκάρδιος φίλος των Χριστιανών. Έφυγε με την ανταλλαγή και σκοτώθηκε από τους Τούρκους στη Σμύρνη. Πλήρωσε με τη ζωή του κάποια δίστιχα, όπως αυτό που είχε πει στον τότε αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα Γεώργιο.

«Για σένα ανθίζουν τα δεντρά, για σένα και τα ρόδα,

για σένα τηνέ χτίσανε, οι Βενετοί τη χώρα».

Όπως και το παρακάτω, που έδειχνε το μίσος προς τους ομόθρησκους, τους Τούρκους:

«Μισεύγω κι αποχαιρετώ, την Κρήτη γύρω γύρω

κι έχω ελπίδα στο Ραμπί (Θεό), πως θα ξαναγιαγύρω».

Όμως, ποτέ του δεν γύρισε!

Όσο για το γλέντι της Τρυπητής, την Πρωτομαγιά, συνεχίζονταν μέχρι αργά το βράδυ από τους μουσουλμάνους. Οι χανούμισσες περνούσαν «τα σαράντα κύματα», οι αραπάδες έριχναν λάδι στη θάλασσα για να γαληνέψει, μοιράζονταν το κριάρι του πασά, χόρευαν, γλεντοκοπούσαν, και μικροί μεγάλοι έπεφταν με τα ρούχα στη θάλασσα. Αντίστοιχα, και οι χριστιανοί από το ξημέρωμα πήγαιναν στη θάλασσα της Χρυσοπηγής, δίπλα από την Τρυπητή.

Και εδώ το γλέντι κορυφώνονταν, η ανοιξιάτικη χαρά μεγάλωνε, και ο Μάης έφερνε το γέλιο στα πρόσωπα που τραγουδούσαν:

«Καλώς τονε τον Μάη, το χρυσομάη

που μ’ άνθη στολισμένος ήρθε πάλι».

Όμως, τα γλέντια αυτά πέρασαν σ’ άλλες εποχές.

Σήμερα, δυστυχώς, λείπουν οι άνθρωποι, αυτοί που τα έζησαν, όπως λείπουν και οι συνήθειες εκείνου του καιρού, με τους Καστρινούς και τους Τουρκοκρητικούς, με τα κόκκινα φέσια τους, τους μιναρέδες, τα καφάσια και τα στενά καλντερίμια. Λείπει ο Ρεμαντάνης, αλλά και πολλοί άλλοι τύποι εκείνης της εποχής, που έκαναν αισθητή την παρουσία τους στο Μεγάλο Κάστρο!