«Ο Θεός δεν είναι υπαίτιος για τίποτε -μας περιμένει γεμάτος αγάπη-
αν καταφέρομε να ενωθούμε μαζί του, γινόμαστε μακάριοι».
(Μια Κρητικοπούλα μάνα)
Ζούμε στη μεταθρησκευτική εποχή του Δυτικού Πολιτισμού. Ο ορθός Λόγος, η απόκλιση ή ακόμη και η αποστροφή προς το αιώνιο, οδεύουν μαζί με την κατακερματισμένη μας καθημερινότητα των γεγονότων και της αδιάλειπτης πληροφορίας. Ο Ησίοδος στη Θεογονία του, ξεκινά αναφερόμενος στις Μούσες του Ελικώνα, που «προχωρώντας μέσα στη νύχτα με καταχνιά πολλή, ανυμνούνε τον Δία».
Σκοτεινές Μούσες εδώ, για έναν θεό που «κρατά τη Μαύρη Νύχτα και όλους όσοι αθάνατοι είναι κι αιώνιοι». Από την άλλη, έχουμε το φως που το «πρωταρχικό βρέφος» παρέχει στον Κόσμο, είτε ως Ερμής, είτε μέσα από το συμβολισμό του δελφινιού και της θάλασσας, είτε μέσα από αυτόν της μήτρας -όπως το θέλουν οι Jung και Kerenyi στο Essays on a Science of Mythology (Δοκίμια για μια επιστήμη της Μυθολογίας, όγδοη έκδοση, 1989, Princeton University Press).
Αν ρίξουμε τώρα μια βιαστική έστω ματιά στη θρησκευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας, διαπιστώνουμε ολοφάνερες συνέχειες -έστω κι αν δεν είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί: οι διάφορες μορφές της Παρθένου Μαρίας με το Θείο Βρέφος, ανακαλούν τις προϊστορικές ή τις αρχαίες Μητέρες της γονιμότητας και της ευφορίας της γης, που συχνά, ήταν κι εκείνες παρθένες.
Οι τόποι λατρείας παραμένουν οι ίδιοι επί χιλιετηρίδες, ενώ η μακροβιότητα των μύθων και των τελετουργιών είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή.
Ήδη, όμως, οι ταφές του ανθρώπου του Νεάτερνταλ μάς υποδεικνύουν καθαρότητα την έγερση του υπερφυσικού στοιχείου στη σκέψη και τη φαντασία τού μετέπειτα homo sapiens (του είδους μας δηλαδή), κάτι που συμφωνεί ίσως με τη διατύπωση του Γάλλου φιλόσοφου Ζακ Ντεριντά, ότι τελικά τόσο η ομιλία μέσα από τη γλώσσα, όσο και το αίσθημα του θαυμασμού για το υπερφυσικό αυτό στοιχείο του Κόσμου, «δόθηκαν» ταυτόχρονα στον άνθρωπο- αποκτήθηκαν ταυτόχρονα ως εγγενή πλέον χαρακτηριστικά του.
Τι έρχεται ωστόσο να προσφέρει ειδικότερα ο Χριστιανισμός -ας ρωτήσουμε εδώ, διαπράττοντας ένα χρονικό άλμα; Στο μικρό βιβλίο του Κεμπησίου Θωμά «Η Μίμησις του Χριστού» (εκδόσεις Φως, 2014), αναγράφονται μεταξύ άλλων: «Οι άνθρωποι βλέπουν τις πράξεις.
Ο Θεός την διάθεση» (σελ. 97) -«κάθε υψηλό δεν είναι και άγιο, κάθε ευχάριστο δεν είναι και καλό, κάθε επιθυμία δεν είναι καθαρή, ούτε ό,τι αρέσει στον άνθρωπο αρέσει και στον Θεό» (σελ. 111).
Και στο βιβλίο, τέλος, του Νίκου Γιανναδάκη «Δύο εκδοχές της Ιστορίας» (Εκδόσεις Αρμός, 1999), όπου παρατίθενται και λόγια του φίλου του, Χρήστου Γιανναρά, διαβάζουμε: «Ο Θεός δεν είναι […] ένας “ουράνιος χωροφύλακας”, αλλά, όντας Αγάπη, σέβεται μόνο απόλυτα την ελευθερία του ανθρώπου και τις συνέπειες της ελευθερίας αυτής.
Δεν παρεμβαίνει για να αναιρέσει τους πικρότατους καρπούς της ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου, γιατί τότε θα αναιρούσε την ίδια την αλήθεια του ανθρώπινου προσώπου και τις πραγματικά εκπληκτικές κοσμικές διαστάσεις αυτής της αλήθειας.
Η αγάπη του Θεού παρεμβαίνει μόνο για να μεταποιήσει την ελεύθερη αυτοτιμωρία του ανθρώπου σε παιδαγωγία σωτηριώδη. Το κορύφωμα αυτής της παρέμβασης είναι η σάρκωση του ίδιου του Θεού, η αποδοχή στη θεανθρώπινη σάρκα του Χριστού όλων των συνεπειών της ανταρσίας του ανθρώπου μέχρι θανάτου σταυρού και η μεταμόρφωση αυτών των συνεπειών σε σχέση και κοινωνία με τον Πατέρα, δηλαδή σε ζωή αιώνια».
Με χαρά και δέος κοιτώ και δοξάζω λοιπόν τον Αφέντη Χριστό στην κορφή του Γιούχτα, με χαρά αιώνια…
Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος, μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας