Κατά την άποψή μου, οι δύο μεγαλύτεροι νεοέλληνες ποιητές του 20ού αι. είναι ο Κ.Π. Καβάφης και ο Γιώργος Σεφέρης. Είναι εκείνοι που έχουν κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση δίκαια. Ο δεύτερος, φυσικά, κέρδισε το Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας, αλλά και ο πρώτος το βραβείο των αναγνωστών του κόσμου.

Το έργο τους έχει μεταφραστεί σε όλες σχεδόν τις γλώσσες και η κριτική έχει συμβάλει στην ουσιαστική κατανόηση της υψηλής τους τέχνης. Αξίζει επίσης να σημειώσουμε ότι και οι δύο δεν γεννήθηκαν ποιητές, αλλά έγιναν με πολύ μεγάλο αγώνα και κόπο και ότι ήταν βαθείς γνώστες της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Γιώργος Σεφέρης και η γενιά του στάθηκαν αρχικά αρνητικοί για τον Καβάφη, αλλά, στη συνέχεια, κατανόησαν την αξία του έργου του. Η βιβλιογραφία και για τους δύο είναι πλούσια και ευτύχησαν το έργο τους να εκδοθεί υποδειγματικά από τον μεγάλο πανεπιστημιακό δάσκαλο, Γιώργο Σαββίδη.

Πρόσφατα, κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ, μια ακόμη αξιόλογη μελέτη για τον Καβάφη. Συγγραφείς της είναι οι καθηγητές Gregory Jusdanis και Peter Jeffreys. Το έργο κυκλοφορεί σε μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Η μεγάλη αξία του έργου αυτού είναι ότι οι συγγραφείς έχουν μελετήσει εξαντλητικά όλη την υπάρχουσα βιβλιογραφία, το αρχείο του ποιητή και τις μαρτυρίες όλων εκείνων που έζησαν και τον γνώρισαν από κοντά. Οργανώνουν όλο αυτό το υλικό και μας δίνουν ένα καθαρό πορτρέτο του ανθρώπου και της επίμονης προσπάθειάς του να προωθήσει το έργο του, δημιουργώντας έναν κύκλο που με διάφορους τρόπους διέδιδαν τα ποιήματά του.

Στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα και στην Αγγλία. Τα πρωτόλειά του δεν έχουν ιδιαίτερη αισθητική αξία, αλλά ο αγώνας του να κατακτήσει τη δική του γλώσσα και να βρει τον δικό του ρυθμό είναι μεγάλος και μακροχρόνιος. Θα το επιτύχει μετά τα σαράντα του. Θεωρώ ότι η κατάταξη των ποιημάτων του σε ερωτικά, φιλοσοφικά, ιστορικά και ψευδοϊστορικά είναι σωστή και μας δείχνει το εύρος των γνώσεων και των ενδιαφερόντων του.

Είχε μελετήσει σε βάθος όλα τα μεγάλα έργα της εποχής του, ιδιαίτερα τα ιστορικά. Θα εμπνευστεί από τη βυζαντινή και ιδιαίτερα την αλεξανδρινή περίοδο. Βιώνει με τραγικό τρόπο τη φθορά και τα γηρατειά και αγωνίζεται με τη μνήμη να αναστήσει τις στιγμές εκείνες που χάρηκε την ομορφιά και την ιδιαίτερη ηδονή. Ανακαλεί εκείνες τις στιγμές και κάποτε, με ιδιαίτερη τόλμη για την εποχή του, αφήνει να φανεί η προτίμησή του για απαγορευμένες ερωτικές επιλογές.

Ήταν κοινωνικός και κομψός πάντοτε και όλοι που επισκέπτονταν την Αλεξάνδρεια επιθυμούσαν να τον συναντήσουν. Τις συναντήσεις αυτές τις σκηνοθετούσε με ιδιαίτερη προσοχή. Έβαζε τους επισκέπτες του να καθίσουν σε ένα σημείο ιδιαίτερα φωτισμένο και εκείνος έμενε στο ημίφως. Αξίζει να αναφέρω πώς περιγράφει ο Καζαντζάκης τον ποιητή, όταν τον επισκέφτηκε, το Φεβρουάριο του 1927.

Σελ. 162: «O ποιητής θα έπρεπε να είχε γεννηθεί στο 15ο αι στη Φλωρεντία, καρδινάλιος, μυστικός σύμβουλος του Πάπα, έκτακτος απεσταλμένος στο παλάτι του Δόγη της Βενετίας. Κάθισε μπροστά στον Κωνσταντίνο, στο επίσημο σαλόνι, με τα γόνατά του να αγγίζουν το τραπέζι ανάμεσά τους, που ήταν γιομάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι.

Καθώς μιλούσαν, ο Καζαντζάκης προσπαθούσε να ξεχωρίσει τα ωραία μαύρα του μάτια που λαμπύριζαν στο φως των κεριών. Η φωνή του ποιητή ήταν γεμάτη ακκισμούς και χρώμα και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία, βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του».

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η σχέση του με τον Τίμο Μαλάνο και τον Αλέκο Σεγκόπουλο και τη σύζυγό του. Με τον πρώτο θα συγκρουστεί, ενώ με τους δεύτερους θα δημιουργήσει μια στενή, τρυφερή φιλία και σε εκείνους θα κληροδοτήσει τα έργα του. Η Ρίκα Σεγκοπούλου, άλλωστε, θα είναι εκείνη που θα προχωρήσει μετά τον θάνατο του ποιητή στην πρώτη έκδοση των ποιημάτων του και θα γράψει αργότερα μια εξαιρετική κριτική για το έργο του.

Πολλά από τα βιογραφικά στοιχεία για τον ποιητή είναι γνωστά από αλλού. Εκείνο όμως που εντυπωσιάζει στη μελέτη αυτή είναι η ιδιαίτερη φροντίδα με την οποία αξιοποιούν οι συγγραφείς επιστολές, πρόχειρα σημειώματα και στοιχεία από το αρχείο του ποιητή, ώστε να ερμηνευτούν αρκετά ποιήματα και να κατανοήσουμε σε βάθος και τον άνθρωπο και τον ποιητή.

Επίσης, σημαντικό ρόλο για την αναγνώριση του έργου του έπαιξε και ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, που παρουσίασε αρκετά ποιήματά του στο αθηναϊκό κοινό, όπου βέβαια η μορφή του Παλαμά κυριαρχούσε. Ο χρόνος δικαίωσε τον Καβάφη, που, σήμερα, διαβάζεται περισσότερο και αποτελεί μεγάλο κεφάλαιο στα γράμματά μας.

Μας συγκινεί και το έργο του και η ζωή του, και, στη μελέτη αυτή, δίδεται με λαμπρό τρόπο πόσο δύσκολο είναι να κατακτήσει την αναγνώριση εκείνος που ανοίγει νέους δρόμους στον πνευματικό κόσμο. Δεν θέλησε να γίνει εθνικός ποιητής. Και δεν ύμνησε τους αγώνες του έθνους του.

Δεν επιθυμούσε να είναι Έλληνας, αλλά ελληνικός, με τη σημασία που έχει και τότε και σήμερα αυτή η ιδιότητα. Στο έργο του, αποτυπώνεται η βαθύτερη ουσία του ανθρώπου που υπερβαίνει τα σύνορα της εθνικότητας και της κοινωνικής θέσης και κάθε είδους περιορισμούς.

Μέσα από τη μελέτη αυτή, πλουτίζεται η γνώση μας για τον Καβάφη, αλλά αποκτούμε και μια βαθύτερη κατανόηση ότι οι μεγάλοι δημιουργοί, για να επιτύχουν, δεν αρκεί να έχουν υψηλές ιδέες, αλλά να μετρώνται με τις καταστάσεις που βιώνουν και να χτίζουν το έργο τους με αγάπη και πόνο, ώστε να μας βοηθούν να υψωθούμε πέρα και πάνω από την καθημερινότητα που πληγώνει.

Ο Ζαχαρίας Καραταράκης είναι φιλόλογος