Του Μπάμπη Λάσκαρι

Οι λεγόμενοι «δολοφόνοι του Θεού», ακροώμενοι τη ρήση του Νίτσε «Ο Θεός είναι νεκρός», αγνοούν ίσως την ουσία ή το μυστικό αυτού του τρομερού απόηχου: πού είναι ο νεκρός Θεός; Πού βρίσκεται;

Ο Θεός είναι απλώς νεκρός εντός μας, μέσα μας… Κι αυτό οδηγεί στον λεγόμενο «Ευρωπαϊκό Μηδενισμό» και, κατά συνέπεια, στην καθημερινή βίωση του κενού, που άφησε η εκλιπούσα θεότητα εντός μας, ενός κενού δισαναπλήρωτου μέσα από όποια ενασχόληση, μέσα από οποιοδήποτε στοχασμό, μέσα από οποιαδήποτε μικρή ή μεγάλη χαρά: οι μέρες περνούν, διαδέχονται η μία την άλλη, απαράλλαχτες σχεδόν, το ίδιο και οι νύχτες, το ίδιο και η μουσική ή τα τραγούδια μας: η βάση όλων των συναισθημάτων που είναι το συν-ανήκειν σε μία ανθρωπότητα γεμάτη πίστη, έχει εξαφανιστεί, παρασύροντας μαζί της κάθε άλλη μικρή ή μεγάλη συναισθηματική ένταση…

Κι αυτά που νοιώθουμε, απλώς δεν έχουν διάρκεια, επιζητούν συνεχή ανατροφοδότηση, καθώς συνιστούν τον καθρέφτη τής, κατ’ αναγκαιότητα πια, καταναλωτικής μας κοινωνίας.

Στα παιδικά μου χρόνια, δεν υπήρχε έδαφος κάτω από τα πόδια μου, ίσως γι’ αυτό μου άρεσε τόσο πολύ το χώμα ή ακόμη κι εκείνη η γλυκιά αίσθηση ζωντάνιας που προσλάμβανα στις κνήμες και τα πέλματα, όταν έτρεχα πάνω στη γη.

Κι αυτό, γιατί δεν είχε βρεθεί κάποιος που να ενδιαφερθεί για τη σωστή ανατροφή μου, πέρα από τα τυπικά κελεύσματα της ευγένειας και της άκομψης συχνά πειθαρχίας. Σήμερα, που θεωρώ τον εαυτό μου έναν μικρό κι ελάχιστο ανάμεσα στους salvatores Dei του Καζαντζάκη, τους «σωτήρες του Θεού», προσπαθώ να αντισταθμίσω το εσωτερικό κενό που με χτυπά, καθώς είμαι κι εγώ παιδί της εποχής μου, με εκείνο το απόσπασμα -το μόνο σωζώμενο- από τον Αναξίμανδρο, που λέει:

«Ἀναξίμανδρος (…) ἀρχήν (…) εἴρηκε τῶν ὄντων τό ἄπειρον (…), ἐξ ὧν δε ἡ γένεσίς έστι τοῖς οὖσι, καί τήν φθοράν εἰς ταῦτα γίνεσθαι κατά τό χρεών διδόναι γάρ αὐτά δίκην καί τίσιν ἀλλήλοις τῆς ἀδικίας κατά τήν τοῦ χρόνου τάξιν, ποιητικωτέροις οὕτως ὀνόμασιν αὐτά λέγων».

Πράττω δηλαδή πάντα σε συνέπεια προς αυτό που μου είναι διορισμένο τόσο κατά κόσμον όσο και κατά μοίραν. Κι αυτό από μόνο του αρκεί για να συνθλίψει κάθε αμφισβήτηση που ο όποιος μηδενισμός είναι ικανός να επιφέρει.

Όμως, ο Νίτσε, στο βιβλίο του «Ο Ευρωπαϊκός Μηδενισμός» (που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατό του, το 1900), γράφει πάνω σ’ αυτό το πνεύμα, στοιχεία του οποίου παραθέτουμε εδώ:

«Η υπεροχή της θλίψης απέναντι στη χαρά, ή και το αντίθετο, ο ηδονισμός, είναι ήδη σημεία του μηδενισμού ως διδασκαλίες, ως ρεύματα σκέψης.

Θα έπρεπε, όμως, ο άνθρωπος να ορίσει στον εαυτό του μια θέληση, μια πρόθεση, ένα νόημα. […] Για να κατανοήσει κανείς όμως τον κόσμο, χρειάζεται ένα είδος αποκάλυψης (βλ. Πασκάλ). Και ο Σοπενχάουερ αναγκάστηκε να αντιπαραβάλλει τη μεταφυσική τελικά σαν αντίθεση πλέον με το καθαρό ιδανικό».

Η υπέρβαση του ερωτήματος «ε, και;», η υπέρβαση του ερωτήματος «για ποιο λόγο να ζει κανείς», αποτελούν και τους κυριότερους άξονες της σύγχρονης φιλοσοφίας, καθώς και των ανθρωπιστικών-κοινωνικών επιστημών.

Αλλά, ξαναγυρνώντας στο απόσπασμα του Αναξίμανδρου και δη στην ερμηνεία του από τον Νίκο Γιανναδάκη, «ο αποχωρισμός των εναντίων από το άπειρον και η έλευσή τους στο Είναι, συνιστά ίσως την πρώτη και κύρια αδικία [σε βάρος του απείρου]» (Κείμενα, β’ έκδοση, Δήμος Ηρακλείου, Βικελαία Βιβλιοθήκη, 2010).

Κι αυτή η οριστική επιστροφή μας στην τάξη του απείρου, είναι τελικά και το ζητούμενο στη ζωή: αυτού του απροσμέτρητου, παραπλανημένου και συχνά αγνοούμενου απείρου εντός μας…

Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος και μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας