Ο Αλαίν ντε Μποττόν, στο βιβλίο του «Περί του κοινωνικού status» (εκδ. Πατάκη, 2005, μτφ. Γιάννης Ανδρέου), χρησιμοποιεί τον όρο «ευπάθεια» για να υποδηλώσει τις εντάσεις, μεταξύ των ανθρώπων, που εκδηλώνονται μέχρι το σημείο του να προκαλέσει ο ένας τον θάνατο του άλλου, αναφερόμενος σε ιστορικά γεγονότα που σχετίζονταν με τις περίφημες μονομαχίες μεταξύ ανδρών.

Πέντε χιλιάδες θάνατοι σε μονομαχίες διάφορες σημειώθηκαν μόνο στην Ισπανία κατά τον 17ο αιώνα. Αλλά και στη χώρα μας, που εντάσσεται στις κοινωνίες όπου η συγκρότησή της στηρίζεται στο πρωταρχικό μέλημα κάθε ενήλικου άντρα για τη διατήρηση της κοινωνικής του υπόστασης, της «υπόληψης» δηλαδή ή της τιμής του, όπως συμβαίνει λ.χ. στον ορεινό Μυλοπόταμο, η προσβολή της τιμής αυτής «ξεπλένεται με αίμα».

Και σημειώνει: «Κατά πάσα πιθανότητα, η αυτοεκτίμησή μας επηρεάζεται από την αξία που μας προσδίδουν (οι Άλλοι), όπως συνέβαινε και στην περίπτωση των εύθικτων μονομάχων. (σελ. 140) Όσο τραβηγμένο και να θεωρηθεί αυτό το ιστορικό παράδειγμα, δείχνει πόσο ευεπηρέαστοι είμαστε και πόσο συναισθηματικά μπορεί να αντιδρούμε όταν θίγεται το κοινωνικό μας γόητρο».

Κι όμως, επιπρόσθετα, όπως μαρτυρούν παρατηρητές, στη σημερινή Ισπανία, οι άντρες είναι ακόμη ιδιαίτερα ευέξαπτοι μπροστά σε ανάλογα ζητήματα: «Χωρίς δεύτερη κουβέντα, σπάνε κατ’ ευθείαν το μπουκάλι στα μούτρα», χωρίς πρώτα να «ζυγίσουν» τον Άλλο. Κι αυτό, για τους Έλληνες παρατηρητές, θεωρείται δείγμα «ατόφιας μαγκιάς» – που δεν έχει με τίποτα να κάνει με την «τελετουργία του ζυγιού», με τα σπρωξίματα και τα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» της δικής μας επικράτειας.

Στο ιδιαίτερα πυκνό βιβλίο του, «Η βεντέτα στη σύγχρονη ορεινή κεντρική Κρήτη» (εκδ. Πλέθρον, 2004), ο Άρης Τσαντηρόπουλος υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων (σελ. 219-220): «Το 1987, ο 24χρονος κτηνοτρόφος Γ. Σ. […] με καταγωγή από την επαρχία Μυλοποτάμου, […] παραδόθηκε στις Αρχές και αποδέχτηκε το έγκλημά του (είχε φονεύσει έναν 63χρονο), προβάλλοντας σαν αιτία ότι το 1958, δηλαδή αρκετά χρόνια πριν να γεννηθεί, κάποιος που είχε το ίδιο οικογενειακό όνομα με το θύμα και καταγόταν από το ίδιο χωριό, σκότωσε τον αδελφό του πατέρα του […]».

Και πιο κάτω σημειώνει ο ανθρωπολόγος: «Ο αδελφός του πατέρα του δράστη σκοτώθηκε πριν από 30 περίπου χρόνια, σε ηλικία 25 ετών. […] Σε μια ηλικία κατά την οποία είχε ήδη επιδείξει τις δεξιότητες και ικανότητές του, και, συνεπώς, είχε γίνει ήδη εμφανής η θέση του στην ομάδα των στενότερων αιματοσυγγενών και, κατ’ επέκταση, στο ευρύτερο γένος του. Πεθαίνει νέος, χωρίς να έχει προλάβει να κάνει τη δική του οικογένεια και να συνεχίσει το όνομα, δηλαδή να μεταβιβάσει το επώνυμό του στους απογόνους του, ώστε να διαιωνιστεί ο ίδιος ως ύπαρξη αλλά και να διευρύνει τη συγγενειακή του ομάδα.

Για τους συγγενείς του, ο θάνατός του άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό, και ό,τι απέμεινε ήταν η ανάμνησή του ως μία εν δυνάμει προσφορά του προς αυτούς, η οποία και μυθοποιήθηκε. […] [Έτσι, μέσα από τη μυθοποίηση αυτή, επισυμβαίνει μια ειδική διαχείριση] της ανάμνησης του νεκρού, τέτοια ώστε να αποτελεί μια διαρκώς παρούσα κατάσταση που συνεχίζει να επιβάλλεται».

Ενώ, στη σελίδα 264 του ίδιου βιβλίου του καθηγητή κ. Τσαντηρόπουλου, διαβάζουμε: «Στη βεντέτα, η γυναίκα εμφανίζεται δίπλα στον άντρα-εκδικητή, άλλοτε παρακινώντας τον άμεσα και φορτικά να εκπληρώσει το χρέος της αντεκδίκησης κι άλλοτε υποβάλλοντάς του την ιδέα.

Ο λόγος της αποκτά ισχύ κυρίως λόγω της θέσης της ως μάνας και λιγότερο ως συζύγου. Με την πρώτη της ιδιότητα ζητά από τον υιο της να εκδικηθεί αυτόν που την άφησε χήρα, ενώ με τη δεύτερη ζητά από τον άντρα της να “πάρει πίσω το αίμα” αυτού που σκότωσε το σπλάχνο της».

Πάντως, όπως και να έχουν τα πράγματα σήμερα, η μόνη λύση μοιάζει να είναι η μετανάστευση, το φευγιό, μετά από υπερβολικά πολλά φονικά: Είχα πετύχει κάποτε έναν οδηγό ταξί, που μου εξομολογήθηκε ότι εκείνος και η οικογένειά του, όταν ήταν παιδί, αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Αθήνα και να χαθούν μέσα στην ανωνυμία της, καθώς οι συγγενείς του είχαν ήδη στείλει στον «άλλο κόσμο» δεκαεπτά μέλη της αντίπαλης οικογένειας…

Ο Μπάμπης Λάσκαρις είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος και μέλος της Ελληνικής Φιλοσοφικής Εταιρείας