Υπάρχουν άνθρωποι που όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα κενό. Και υπάρχουν άνθρωποι που όταν φεύγουν αφήνουν πίσω τους ένα ερώτημα. Ο Βασίλειος Γοντικάκης ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Έναν χρόνο μετά την κοίμησή του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2025, η μνήμη του δεν μας καλεί μόνο να θυμηθούμε έναν σπουδαίο Αγιορείτη, έναν μεγάλο θεολόγο, έναν άνθρωπο που σημάδεψε τη σύγχρονη πνευματική ζωή του Ελληνισμού. Μας καλεί να ξαναθέσουμε ένα ερώτημα που ίσως είναι σημαντικότερο από ποτέ: Πού πηγαίνει ο άνθρωπος; Και μαζί μ’ αυτό: Πού πηγαίνει ο κόσμος μας;

Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν είχε στη διάθεσή του τόσο μεγάλη τεχνολογική και επιστημονική ισχύ. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλει ήδη τον τρόπο με τον οποίο εργαζόμαστε, επικοινωνούμε και παράγουμε γνώση. Η βιοτεχνολογία διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης παρέμβασης στη ζωή.

Η ψηφιακή επανάσταση έχει περιορίσει δραματικά τις αποστάσεις και έχει δημιουργήσει μια πρωτοφανή δυνατότητα πρόσβασης στη γνώση. Και όμως, όσο αυξάνεται η δυνατότητά μας να απαντούμε στο ερώτημα «πώς», τόσο δυσκολότερο φαίνεται να απαντήσουμε στο ερώτημα «γιατί».

Γιατί υπάρχουμε; Ποιος είναι ο σκοπός της ζωής; Τι σημαίνει ελευθερία; Τι σημαίνει ευτυχία; Τι οφείλει να υπηρετεί η τεχνολογία και τι όρια πρέπει να έχει η ανθρώπινη δύναμη;

Αυτά δεν είναι θεωρητικά ερωτήματα. Είναι τα ερωτήματα πάνω στα οποία τελικά κρίνεται η πορεία ενός πολιτισμού.

Ο αείμνηστος Γέροντας δεν αντιμετώπιζε τον άνθρωπο ως μια βιολογική μονάδα που πρέπει απλώς να καταναλώνει, να παράγει και να επιβιώνει. Στον πυρήνα της σκέψης του βρισκόταν η αναζήτηση του νοήματος, της σχέσης, της ζωής και τελικά της σωτηρίας του ανθρώπου. Σε ομιλία του προς νέους έθετε ακριβώς αυτό το θεμελιώδες αίτημα: «ο άνθρωπος αναζητά τη ζωή που δεν τελειώνει στον θάνατο».

O Γέροντας Βασίλειος που υπήρξε για πολλές δεκαετίες μία από τις σημαντικότερες πνευματικές παρουσίες του σύγχρονου Ελληνισμού. Αγιορείτης, θεολόγος, συγγραφέας και άνθρωπος βαθιάς πνευματικής αναζήτησης δεν περιορίστηκε ποτέ σε έναν λόγο που αφορούσε μόνο τους ανθρώπους της Εκκλησίας. Ο λόγος του αφορούσε τον άνθρωπο, και ακριβώς γι’ αυτό εξακολουθεί να αφορά την εποχή μας.

Ίσως μάλιστα σήμερα, έναν χρόνο μετά την κοίμησή του, να μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία του. Γιατί ο κόσμος στον οποίο ζούμε έχει αποκτήσει πρωτοφανείς δυνατότητες, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει να έχει χάσει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: την αίσθηση του προορισμού του.

Και ακριβώς εδώ συναντάμε τον λόγο του Βασιλείου Γοντικάκη.

Ενθρόνιση-Αρχιμ-Βασιλείου-Σταυρονικητιανού-3.jpg

Ο Γέροντας δεν αντιμετώπισε ποτέ την Ορθοδοξία ως ένα σύστημα ιδεών που πρέπει απλώς να διατηρηθεί αναλλοίωτο απέναντι στη νεωτερικότητα. Τη βίωσε ως έναν τρόπο υπάρξεως και ως μια πρόταση για τον άνθρωπο.

Στον πυρήνα του λόγου του βρίσκεται η αναζήτηση του νοήματος, η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό και με τον συνάνθρωπο, αλλά και η βαθύτερη πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να εξαντληθεί στις βιολογικές, οικονομικές ή κοινωνικές διαστάσεις της υπάρξεώς του.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σκέψη του αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα σήμερα. Διότι η μεγαλύτερη κρίση της εποχής μας ίσως δεν είναι ούτε οικονομική ούτε γεωπολιτική. Είναι οντολογική.

Ένας πολιτισμός μπορεί να διαθέτει τεράστια οικονομική ισχύ και ταυτόχρονα να μην γνωρίζει προς τα πού θέλει να κατευθυνθεί. Μπορεί να διαθέτει επιστήμη χωρίς να διαθέτει σοφία, πληροφορία χωρίς γνώση, επικοινωνία χωρίς ουσιαστική κοινωνία και τεχνολογία χωρίς μια σαφή αντίληψη για τα όρια και τον σκοπό της ανθρώπινης δύναμης.

O Γέροντας Βασίλειος είχε αντιληφθεί αυτή την αντίφαση πολύ πριν γίνει καθημερινό αντικείμενο συζήτησης. Η κριτική του στον τεχνικό πολιτισμό δεν ήταν μια άρνηση της επιστήμης ή της προόδου. Ήταν μια προειδοποίηση ότι η τεχνική δυνατότητα, όταν αποσυνδέεται από μια ολοκληρωμένη αντίληψη για τον άνθρωπο, μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο ελευθερίας σε μηχανισμό αλλοτρίωσης.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι η τεχνολογία. Το πρόβλημα είναι ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να γνωρίζει πλέον τι άνθρωπος θέλει να γίνει. Ίσως γι’ αυτό, το Άγιον Όρος, στο οποίο αφιέρωσε τη ζωή του, έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τον σύγχρονο κόσμο. Όχι επειδή αποτελεί έναν χώρο αποκομμένο από την ιστορία, αλλά ακριβώς επειδή αποτελεί έναν χώρο όπου η ιστορία, η παράδοση και η ανθρώπινη ύπαρξη εξακολουθούν να συνομιλούν.

Στον κόσμο του Αγίου Όρους, ο χρόνος δεν έχει καταργηθεί, αλλά έχει αποκτήσει διαφορετική ποιότητα. Η παράδοση δεν είναι μια νεκρή συλλογή τύπων και συμβόλων, αλλά μια ζωντανή εμπειρία που μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Η σιωπή δεν αποτελεί απουσία λόγου, αλλά προϋπόθεση για να ακουστεί ένας βαθύτερος λόγος.

Ίσως αυτή ακριβώς να είναι μία από τις μεγάλες παρανοήσεις της εποχής μας. Νομίζουμε ότι για να προχωρήσουμε προς το μέλλον πρέπει να απαλλαγούμε από το παρελθόν. Στην πραγματικότητα, ένας πολιτισμός χωρίς μνήμη δεν αποκτά ελευθερία· αποκτά αδυναμία να κατανοήσει τον εαυτό του.

Η παράδοση, όμως, δεν μπορεί να σημαίνει επιστροφή στο παρελθόν. Εάν παραμένει ζωντανή, λειτουργεί ως δύναμη δημιουργίας. Δεν μας υποχρεώνει να επαναλάβουμε όσα έγιναν, αλλά μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο χωρίς να χάσουμε την ταυτότητά μας. Αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία για τον Ελληνισμό.

Για περισσότερο από έναν αιώνα η Ελλάδα προσπάθησε πολλές φορές να ορίσει τη θέση της μέσα από ένα δίλημμα: είτε να γίνει όσο το δυνατόν περισσότερο «ευρωπαϊκή», απομακρυνόμενη από την ιδιαίτερη ιστορική της φυσιογνωμία, είτε να επιστρέψει σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν που δεν μπορεί να αναστηθεί.

Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε να αποκοπεί από την παράδοσή της ούτε να κλειστεί μέσα σε αυτήν. Χρειάζεται να την καταστήσει δημιουργική δύναμη του μέλλοντος. Εδώ αποκτά το πραγματικό της νόημα ο τίτλος αυτού του κειμένου: «Η μεγάλη ιδέα ενός μικρού λαού» (ο τίτλος ομιλίας του Γέροντα στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού το 2022).

Η παλιά μεγάλη ιδέα ήταν πρωτίστως γεωπολιτική και εδαφική. Συνδέθηκε με την προσπάθεια συγκρότησης ενός κράτους που θα περιλάμβανε τους ιστορικούς πληθυσμούς και τα εδάφη του Ελληνισμού. Σήμερα χρειαζόμαστε μια διαφορετική μεγάλη ιδέα.

Μια μεγάλη ιδέα που δεν θα μετρά την ελληνική ισχύ σε τετραγωνικά χιλιόμετρα, αλλά σε πολιτισμική ακτινοβολία· που δεν θα επιδιώκει την επέκταση της επικράτειας, αλλά την επέκταση της δημιουργικής παρουσίας του Ελληνισμού· που δεν θα στηρίζεται στην αίσθηση υπεροχής έναντι των άλλων λαών, αλλά στην αυτοπεποίθηση ενός λαού που γνωρίζει τι έχει να προσφέρει.

Γιατί η πραγματική ισχύς ενός πολιτισμού δεν αποτυπώνεται μόνο στους οικονομικούς δείκτες, στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς ή στο μέγεθος του πληθυσμού του. Υπάρχει και η ισχύς των ιδεών, της γλώσσας, της παιδείας, της ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής δημιουργίας.

Και σε αυτό το επίπεδο, ο Ελληνισμός διαθέτει ένα κεφάλαιο το οποίο ίσως δεν έχουμε ακόμη κατανοήσει πλήρως. Διαθέτει μια ιστορική συνέχεια που συνδέει την αρχαιότητα, τον ελληνιστικό κόσμο, τη Ρωμανία, την ορθόδοξη παράδοση και το σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος και αυτή η συνέχεια πρέπει να ιδωθεί ως μοναδική πηγή αυτογνωσίας.

Και η αυτογνωσία είναι προϋπόθεση στρατηγικής. Σε έναν κόσμο που εισέρχεται σε περίοδο μεγάλης γεωπολιτικής ανακατανομής, η Ελλάδα θα ήταν λάθος να προσπαθήσει να γίνει μια μικρή εκδοχή μιας μεγάλης δύναμης. Η δική της δύναμη βρίσκεται ακριβώς στην ιδιαιτερότητά της.

Και εδώ ο Γέροντας Βασίλειος Γοντικάκης μπορεί να μας προσφέρει κάτι πολύ σημαντικό: όχι ένα πολιτικό πρόγραμμα, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο να βλέπουμε τον άνθρωπο, γιατί τελικά η πολιτική, η οικονομία και η γεωπολιτική δεν υπάρχουν για τον εαυτό τους, υπάρχουν για τον άνθρωπο.

Εάν ξεχάσουμε αυτό το αυτονόητο, τότε η ισχύς μετατρέπεται εύκολα σε αυτοσκοπό. Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο μάθημα που μας αφήνει ο Γέροντας Βασίλειος να μην αφορά μόνο την Εκκλησία.

Αφορά τον πολιτισμό. Μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος χρειάζεται προορισμό και όχι μόνο δυνατότητες· χρειάζεται νόημα και όχι μόνο πληροφορία· χρειάζεται σχέση και όχι μόνο επικοινωνία.

Και ίσως αυτό να είναι το μεγάλο έλλειμμα του σύγχρονου κόσμου. Δεν του λείπουν οι δυνατότητες, του λείπει η κατεύθυνση, δεν του λείπει η γνώση, του λείπει η σοφία να αποφασίσει πώς θα τη χρησιμοποιήσει, δεν του λείπει η δύναμη, του λείπει ένας σκοπός αντάξιος της δύναμής του.

Μέσα σε αυτή την παγκόσμια αναζήτηση, ο Ελληνισμός έχει μια ιδιαίτερη ευκαιρία. Όχι να επιστρέψει σε ένα παρελθόν που έχει τελειώσει, αλλά να ανακαλύψει μέσα στην παράδοσή του τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να συνομιλήσουν δημιουργικά με το μέλλον.

Η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου η τεχνολογία θα συναντά την ανθρωπιστική παιδεία, όπου η επιστήμη δεν θα αντιμετωπίζεται ως αντίπαλος της πνευματικότητας, όπου η παράδοση δεν θα αποτελεί εμπόδιο στην καινοτομία και όπου η γεωπολιτική θέση θα συνδέεται με μια ευρύτερη πολιτισμική στρατηγική.

Αυτό θα ήταν μια πραγματικά σύγχρονη μεγάλη ιδέα. Όχι η επιστροφή σε έναν κόσμο που χάθηκε. Αλλά η δημιουργία ενός μέλλοντος που ακόμη δεν υπάρχει. Έναν χρόνο μετά την κοίμηση του Βασιλείου Γοντικάκη, ίσως αυτός να είναι ο καλύτερος τρόπος να τον θυμηθούμε. Όχι μόνο ως έναν μεγάλο Αγιορείτη.

Όχι μόνο ως έναν σημαντικό θεολόγο. Αλλά ως έναν άνθρωπο που μας υπενθύμισε, με τον λόγο και κυρίως με τον τρόπο της ζωής του, ότι πίσω από όλες τις μεγάλες κατακτήσεις του ανθρώπου υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορεί να παρακαμφθεί: Προς τα πού πηγαίνουμε;

Αυτό το ερώτημα αφορά την Εκκλησία, την Ελλάδα, την Ευρώπη και ολόκληρο τον σύγχρονο πολιτισμό. Και ίσως η απάντηση να μην βρίσκεται στην επιστροφή στο παρελθόν ούτε στην άκριτη λατρεία του μέλλοντος. Βρίσκεται στην ικανότητα να ενώσουμε τη μνήμη με τη δημιουργία, την παράδοση με την καινοτομία, την επιστήμη με την ανθρωπιά και την ισχύ με την ευθύνη.

Τότε, μόνο ένας μικρός λαός μπορεί να αποκτήσει μεγάλη αποστολή. Γιατί η μεγάλη ιδέα του Ελληνισμού στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος σε έκταση. Μπορεί όμως να γίνει μεγαλύτερος σε νόημα, δημιουργία και προσφορά. Να μην ζητά από τον κόσμο να τον θαυμάσει, αλλά να έχει κάτι να του προσφέρει.

Να μην κοιτάζει μόνο πίσω για να θυμάται ποιος υπήρξε, αλλά μπροστά για να αποφασίσει ποιος θέλει να γίνει. Και ίσως, τελικά, αυτή να είναι η πιο βαθιά παρακαταθήκη του Βασιλείου Γοντικάκη: «ότι ένας πολιτισμός είναι πραγματικά ζωντανός όταν μπορεί ακόμη να φωτίσει τον άνθρωπο».

Σε έναν κόσμο που διαθέτει περισσότερη δύναμη από ποτέ και μοιάζει να έχει χάσει τον προορισμό του, η μεγαλύτερη προσφορά του Ελληνισμού ίσως δεν είναι να γίνει μεγάλος. Είναι να θυμηθεί τι σημαίνει φως. Και να έχει το θάρρος να το προσφέρει.

*Τίτλος από ομιλία του μακαριστού Γέροντα Βασιλείου Γοντικάκη στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού στις 29-09 2022
Ο Πέτρος Ινιωτάκης είναι μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης