Η ισονομία δεν δοκιμάζεται όταν ο νόμος εφαρμόζεται στους πολίτες. Δοκιμάζεται όταν εφαρμόζεται και στο ίδιο το κράτος.
Με αφορμή το πρόσφατο ρεπορτάζ της εφημερίδας «Πατρίς» (της Λίλιαν Δαφερμάκη) για τη «σκούπα» της Πολεοδομίας του Δήμου Ηρακλείου — τα πρόστιμα χιλιάδων ευρώ σε αυθαίρετα που ηλεκτροδοτήθηκαν με τα λεγόμενα «κοινωνικά κριτήρια» του 1998 — άνοιξε ξανά μια συζήτηση για το πώς αντιμετωπίζει η Πολιτεία την πολεοδομική παρανομία.
Το ρεπορτάζ περιγράφει σωστά τα γεγονότα: η Πολεοδομία, υπό την πίεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρχίζει επιτέλους να βεβαιώνει πρόστιμα για αυθαίρετα που ηλεκτροδοτήθηκαν πριν από 25 και πλέον χρόνια. Και η δημοτική αρχή, στο ίδιο ρεπορτάζ, εκφράζει την «αγωνία» της και ζητά από την Κυβέρνηση «μια ακόμα ευκαιρία» για τους ιδιοκτήτες τους.
Το πραγματικό ερώτημα, όμως, είναι διαφορετικό:
Γιατί το ίδιο κράτος που δείχνει επανειλημμένα ανοχή απέναντι στην αυθαίρετη δόμηση, παραμένει αδρανές επί δεκαετίες όταν καλείται να εκπληρώσει τις δικές του υποχρεώσεις απέναντι στους νομοταγείς πολίτες;
Δεν πρόκειται για θεωρητικό ερώτημα. Είναι η προσωπική ιστορία της οικογένειάς μου.
Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ: ΟΔΟΣ ΔΕΛΗΜΑΡΚΟΥ
Η οικογένειά μου κατέχει ακίνητο στην οδό Δελημάρκου, στο ιστορικό κέντρο της πόλης του Ηρακλείου. Το 1958 — ΦΕΚ Α΄ 128/1958 — το κράτος το δέσμευσε με ρυμοτομική απαλλοτρίωση. Δεν την εκτέλεσε ποτέ. Δεν αποζημίωσε ποτέ. Επί 68 χρόνια η ιδιοκτησία παραμένει όμηρος: ούτε οικοδομήσιμη, ούτε αποζημιωμένη, ούτε ελεύθερη — στην καρδιά μιας πόλης που στο μεταξύ επεκτάθηκε ανεξέλεγκτα προς κάθε κατεύθυνση, νόμιμα και παράνομα.
Στο μεταξύ, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει κρίνει επανειλημμένα (μεταξύ άλλων ΣτΕ Ολ. 3059/2009) ότι η επί μακρόν διατήρηση ανεκτέλεστης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης συνιστά ανεπίτρεπτο περιορισμό της ιδιοκτησίας, αντίθετο στο άρθρο 17 του Συντάγματος. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ήδη από την υπόθεση Παπαμιχαλόπουλος κατά Ελλάδος (1993), έχει καταδικάσει την Ελλάδα ακριβώς για αυτή την πρακτική: την de facto στέρηση της ιδιοκτησίας διά της αδράνειας. Ο νομοθέτης, με τον Ν. 4759/2020 (άρθρα 86–89), θέσπισε ρητή διαδικασία άρσης. Την έχουμε επικαλεστεί με τεκμηριωμένη αίτηση προς τον Δήμο Ηρακλείου.
Η απάντηση; Η ίδια εδώ και 68 χρόνια: αδράνεια.
Σήμερα δεν μιλώ μόνο ως μηχανικός. Μιλώ ως ιδιοκτήτης που περιμένει τρεις γενιές να εφαρμοστεί ο νόμος. Κανείς δεν μας ζήτησε ποτέ «υπομονή για λίγους ακόμη μήνες». Το κράτος απλώς συνήθισε να το θεωρεί φυσιολογικό.
Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ: ΤΑ ΑΥΘΑΙΡΕΤΑ ΤΟΥ ’98
Την ίδια περίοδο που η οικογένειά μου περίμενε το κράτος να τηρήσει το δικό του σχέδιο πόλης, χιλιάδες συμπολίτες έχτιζαν χωρίς άδεια. Όχι απλώς χωρίς άδεια: χωρίς όρους δόμησης, χωρίς ακάλυπτο, χωρίς αρτιότητα — κάποιοι μέσα σε ρέματα. Και το κράτος; Τους ηλεκτροδότησε. Ο Δήμος υπέγραψε τις παροχές «με κοινωνικά κριτήρια», με μια υπεύθυνη δήλωση ότι κάποτε θα πληρώσουν το πρόστιμο. 3.500 παροχές. Ακολούθησαν δρόμοι, δίκτυα, υποδομές — ο σχεδιασμός ανάποδα: πρώτα το τετελεσμένο, μετά η «τακτοποίηση».
Επί 25 χρόνια κανείς δεν βεβαίωσε τα πρόστιμα που ο ίδιος ο νόμος (ΠΔ 267/1998) επέβαλλε. Χρειάστηκε να παρέμβει το Ελεγκτικό Συνέδριο, με την απειλή προσωπικού καταλογισμού στους υπαλλήλους, για να κινηθεί η υπηρεσία. Όχι η πολεοδομική συνείδηση — ο φόβος του καταλογισμού.
Και τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, η δημοτική αρχή ανακάλυψε την «ευαισθησία» της. Επιστολή του Δημάρχου στο Υπουργείο: να δοθεί μια ακόμα ευκαιρία.
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΠΑΝΤΑ ΚΑΝΕΙΣ
Πού ήταν αυτή η ευαισθησία επί 68 χρόνια για τις δεσμευμένες ιδιοκτησίες; Πόσες επιστολές έστειλε ο Δήμος Ηρακλείου στο Υπουργείο για τις εκατοντάδες ανεκτέλεστες απαλλοτριώσεις της πόλης; Πόση «αγωνία» εκφράστηκε δημόσια για τους ιδιοκτήτες που δεν έχτισαν ποτέ, ακριβώς επειδή σεβάστηκαν το σχέδιο;
Η απάντηση είναι γνωστή και πικρή. Η διαφορετική αντιμετώπιση δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο διοικητικά. Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς ότι μεγάλες κοινωνικές ομάδες κινητοποιούν πολύ ευκολότερα το πολιτικό ενδιαφέρον, ενώ οι ιδιοκτήτες δεσμευμένων ακινήτων παραμένουν επί δεκαετίες εκτός δημόσιας προτεραιότητας. Με απλά λόγια: ο πολίτης-μονάδα είναι όμηρος· οι πολλοί είναι εκλογικό ακροατήριο. Και εδώ ευδοκιμεί ο λαϊκισμός των αιρετών και των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων: υπόσχονται αόριστα μια «καλύτερη ποιότητα ζωής», αλλά δεν εφαρμόζουν όσα οι ίδιοι ψηφίζουν — γιατί η εφαρμογή κοστίζει ψήφους. Όταν μια αδικία αφορά χιλιάδες ανθρώπους, γίνεται γρήγορα πολιτικό ζήτημα. Όταν αφορά λίγες εκατοντάδες δεσμευμένους ιδιοκτήτες, μετατρέπεται σε διοικητικό φάκελο — σε ένα συρτάρι.
Η επιστήμη το έχει ονοματίσει. Η Λίλα Λεοντίδου («Πόλεις της Σιωπής») και ο Δημήτρης Οικονόμου έχουν τεκμηριώσει ότι η μεταπολεμική αυθαίρετη δόμηση δεν ήταν παρέκκλιση — ήταν η άτυπη στεγαστική πολιτική του ελληνικού κράτους: ανοχή αντί κοινωνικού κράτους, με τους ΟΤΑ ως διαμεσολαβητές της ανοχής. Και ο εκλογικός κύκλος των «νομιμοποιήσεων» το επιβεβαιώνει: Ν. 720/1977, Ν. 1337/1983, Ν. 3775/2009, Ν. 3843/2010, Ν. 4014/2011, Ν. 4178/2013, Ν. 4495/2017. Επτά «τελευταίες ευκαιρίες» σε σαράντα χρόνια. Το ΣτΕ (Ολ. 3341/2013) έκρινε αντισυνταγματική τη διαρκή νομιμοποίηση ως αντίθετη στο άρθρο 24 του Συντάγματος — και ο νομοθέτης απάντησε με την επόμενη.
Η ΑΣΥΜΜΕΤΡΙΑ ΩΣ ΣΥΣΤΗΜΑ
Δείτε την εικόνα συνολικά:
Ο νομοταγής πολίτης που θέλει σήμερα να χτίσει νόμιμα στα εκτός σχεδίου, συναντά όλη τη δριμύτητα του άρθρου 24 και της νομολογίας του ΣτΕ: αρτιότητα, πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο, κατάργηση παρεκκλίσεων (Ν. 4759/2020). Σωστά, κατ’ αρχήν — ο άναρχος σχεδιασμός κοστίζει.
Ο ιδιοκτήτης δεσμευμένου οικοπέδου εντός σχεδίου περιμένει δεκαετίες την εκτέλεση ή την άρση, με το κράτος να αγνοεί τη δική του νομολογία και τον δικό του νόμο.
Ο αυθαιρετούχος έχτισε ό,τι ήθελε, όπου ήθελε, πήρε ρεύμα, απέκτησε υποδομές, και τώρα διεκδικεί — με τη συνηγορία του Δήμου — την όγδοη ευκαιρία.
Αυτό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι αναδιανομή από τους συνεπείς προς τους παραβάτες, με το άρθρο 24 να εφαρμόζεται μόνο εκεί όπου δεν κοστίζει ψήφους. Και δεν νοείται ισότητα στην παρανομία — αυτό το λέει παγίως το ίδιο το ΣτΕ.
Η θεραπεία της αδικίας δεν είναι να παρανομήσουμε όλοι.
Είναι να εφαρμοστεί ο νόμος σε όλους.
Και «σε όλους» σημαίνει και στο ίδιο το κράτος.
ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ; Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 5 — ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΜΕ ΠΟΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ
Ακούγεται παντού το αίτημα να «ανοίξει η κατηγορία 5». Η μέχρι σήμερα νομοθετική εμπειρία δείχνει ότι η Πολιτεία έχει επανειλημμένα επιλέξει τη λύση των διαδοχικών ρυθμίσεων αυθαιρέτων. Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι να προεξοφλήσουμε μια νέα ρύθμιση, αλλά να συζητήσουμε εγκαίρως για ποιους και με ποια κριτήρια θα μπορούσε να γίνει, ώστε να μην αναπαραχθούν οι ίδιες στρεβλώσεις. Γιατί αν ανοίξει όπως άνοιξαν οι προηγούμενες — οριζόντια, εισπρακτικά, χωρίς διάκριση — τότε απλώς θα υπογράψουμε την ένατη και τη δέκατη.
Τα κριτήρια αυτά δεν μπορεί και δεν πρέπει να τα ορίσει ένας άνθρωπος, ούτε ένα άρθρο. Οφείλουν να προκύψουν από έναν σε βάθος δημόσιο διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς: το ΤΕΕ και τους συλλόγους μηχανικών, τους ΟΤΑ και τις ΥΔΟΜ, τους συλλόγους οικιστών, την ακαδημαϊκή κοινότητα της χωροταξίας, και βεβαίως τους πολίτες που η αδράνεια του κράτους έχει εγκλωβίσει — και από τις δύο πλευρές του προβλήματος.
Ένας τέτοιος διάλογος θα έπρεπε, κατ’ ελάχιστον, να κινηθεί σε τρεις άξονες: τα πραγματικά κοινωνικά κριτήρια, ελεγμένα με τα σημερινά δεδομένα και όχι με τις υπεύθυνες δηλώσεις του 1998· τη σαφή διάκριση των αδιαπραγμάτευτων — ρέματα, αιγιαλός, δάση, αρχαιολογικοί χώροι — όπου το ζήτημα δεν είναι πολεοδομικό αλλά δημόσιας ασφάλειας, όπως μας δίδαξαν με αίμα το Μάτι και η Μάνδρα· και την ανταποδοτική λογική του τιμήματος, ώστε η ρύθμιση να καλύπτει το πραγματικό κόστος των υποδομών που κατανάλωσε το αυθαίρετο και να μη λειτουργεί ως εισπρακτικό παράβολο, επιδοτούμενο εν τέλει από τους συνεπείς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιπτώσεις πραγματικής κοινωνικής ανάγκης ή οικογένειες που εγκλωβίστηκαν σε επιλογές άλλων εποχών. Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μια δίκαιη, στοχευμένη και κοινωνικά τεκμηριωμένη λύση — όχι μια ακόμη οριζόντια ρύθμιση.
Αυτές οι κατευθύνσεις είναι μια πρόταση για συζήτηση — τίποτα περισσότερο, αλλά και τίποτα λιγότερο. Το βέβαιο είναι ότι μια όγδοη οριζόντια ρύθμιση, χωρίς αυτόν τον διάλογο, θα αναπαράξει απλώς το πρόβλημα που υποτίθεται ότι λύνει.
Και κάτι ακόμα προς την κεντρική διοίκηση: η υποστελέχωση των ΥΔΟΜ είναι υπαρκτή — το ξέρουμε όλοι όσοι συναλλασσόμαστε καθημερινά μαζί τους. Αλλά η υποστελέχωση δεν μπορεί να είναι το μόνιμο άλλοθι της μη εφαρμογής της νομοθεσίας και των δικαστικών αποφάσεων. Πρώτον, γιατί είναι επιλογή: το ίδιο κράτος που δεν βρίσκει μηχανικούς για τις πολεοδομίες επί δεκαετίες, βρήκε πόρους για δορυφορικό εντοπισμό αυθαιρέτων μέσω Ταμείου Ανάκαμψης — άρα το ζήτημα δεν είναι τεχνικό, είναι ιεράρχηση. Δεύτερον, γιατί η ίδια υποστελεχωμένη υπηρεσία, όταν πιέστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο, βρήκε τον τρόπο να βεβαιώσει χιλιάδες πρόστιμα μέσα σε μήνες. Η δυνατότητα υπήρχε· η βούληση απουσίαζε. Και τρίτον, γιατί κράτος που επικαλείται τη δική του ανεπάρκεια για να μην εφαρμόσει τους δικούς του νόμους έχει ήδη παραιτηθεί από την έννοια του κράτους δικαίου — η αδυναμία της διοίκησης δεν αναγνωρίζεται ως λόγος μη συμμόρφωσης ούτε στη νομολογία του ΣτΕ ούτε σε εκείνη του ΕΔΔΑ, όπου η Ελλάδα έχει καταδικαστεί επανειλημμένα ακριβώς γι’ αυτό (ενδεικτικά Hornsby κατά Ελλάδος, 1997: η μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων από τη διοίκηση παραβιάζει το άρθρο 6 ΕΣΔΑ).
ΤΙ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΠΑΙΤΟΥΜΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΙΣΟΝΟΜΙΑΣ
Ισονομία δεν σημαίνει ίδιους νόμους για όλους στα χαρτιά — σημαίνει ίδια εφαρμογή των νόμων απέναντι σε όλους, και πρωτίστως απέναντι στο ίδιο το κράτος. Αυτό επιτάσσει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, αυτό υποστήριζε ήδη ο Αριστοτέλης, όταν έκρινε προτιμότερο να άρχει ο νόμος παρά οποιοσδήποτε από τους πολίτες (Πολιτικά, Γ΄, 1287a), και αυτός είναι ο πυρήνας του σύγχρονου κράτους δικαίου: η διοίκηση δεσμεύεται από τον νόμο όσο και ο πολίτης — και η αδράνειά της δεν είναι ουδέτερη, είναι επιλογή με θύματα.
Από μια τέτοια πολιτεία δεν θα έπρεπε να ζητάμε χάρες, εξαιρέσεις και «ευκαιρίες». Θα έπρεπε να απαιτούμε συμμετρία:
1. Αντικειμενική εφαρμογή, χωρίς πολιτική διαμεσολάβηση. Τα πρόστιμα να βεβαιώνονται αυτόματα με την έκθεση αυτοψίας, χωρίς παρέμβαση αιρετού. Ό,τι επέβαλε τώρα το Ελεγκτικό Συνέδριο διά της βίας, να γίνει σύστημα — γιατί κανόνας που εφαρμόζεται κατά διακριτική ευχέρεια του τοπικού πολιτικού συστήματος δεν είναι κανόνας· είναι εργαλείο πελατείας.
2. Ευθύνη εκεί όπου λαμβάνεται η απόφαση. Ο προσωπικός καταλογισμός να φτάνει στους αιρετούς που υπέγραφαν τις παροχές και σιωπούσαν επί 25 χρόνια — όχι μόνο στους υπαλλήλους που σήμερα διώκονται για τις παραλείψεις των προϊσταμένων τους πολιτικών. Εξουσία χωρίς αντίστοιχη ευθύνη είναι ο ορισμός της αυθαιρεσίας — και όχι μόνο της κτιριακής.
3. Ίδιες προθεσμίες για το κράτος και τον πολίτη. Αν ο πολίτης έχει 30 ημέρες για ένσταση κατά έκθεσης αυτοψίας, ο Δήμος να έχει δεσμευτική προθεσμία για την άρση ανεκτέλεστης απαλλοτρίωσης — με αυτοδίκαιη άρση όταν παρέρχεται άπρακτη. Ο Ν. 4759/2020 έκανε ένα δειλό βήμα· η εφαρμογή του σκοντάφτει στην ίδια επιλεκτική αδράνεια. Μια πολιτεία ισονομίας δεν επιτρέπει στον εαυτό της αυτό που απαγορεύει στους πολίτες της: την ατιμώρητη εκπρόθεσμη συμπεριφορά.
4. Τέλος στον εκβιασμό των «τελευταίων ευκαιριών». Αν ανοίξει η κατηγορία 5, να ανοίξει μετά από πραγματικό διάλογο και με κριτήρια που θα αντέξουν στον χρόνο και στο ΣτΕ — και με ταυτόχρονη, νομοθετημένη εκκαθάριση των υποχρεώσεων του κράτους προς τους δεσμευμένους ιδιοκτήτες. Η ρύθμιση της παρανομίας και η εξόφληση των χρεών του κράτους προς τη νομιμότητα οφείλουν να βαδίζουν μαζί — αλλιώς η «κοινωνική ευαισθησία» είναι απλώς αναδιανομή προς όποιον φώναξε δυνατότερα.
Το Σύνταγμα δεν είναι μενού. Το άρθρο 24 δεν μπορεί να είναι τείχος για όποιον ζητά άδεια και σύσταση για όποιον δεν τη ζήτησε ποτέ. Και το άρθρο 17 δεν μπορεί να περιμένει 68 χρόνια στην ουρά, πίσω από την «ευαισθησία» για όσους δεν περίμεναν ποτέ κανέναν.
Ένα κράτος δικαίου δεν μετριέται από τον τρόπο που τιμωρεί την παρανομία. Μετριέται από τον τρόπο που τηρεί πρώτα τις δικές του υποχρεώσεις.
Γιατί όταν ο πολίτης υποχρεούται να υπακούει στον νόμο, αλλά το ίδιο το κράτος μπορεί να τον αγνοεί επί 68 χρόνια, τότε δεν έχουμε πρόβλημα μόνο πολεοδομίας. Έχουμε πρόβλημα Δημοκρατίας.
Πηγές: ΦΕΚ Α΄ 128/1958 · ΣτΕ Ολ. 3059/2009 · ΣτΕ Ολ. 3341/2013 · ΕΔΔΑ, Παπαμιχαλόπουλος κ.λπ. κατά Ελλάδος (1993) · ΕΔΔΑ, Hornsby κατά Ελλάδος (1997) · Ν. 4759/2020, άρθρα 86–89 · Ν. 4495/2017 · ΠΔ 267/1998 · Λ. Λεοντίδου, «Πόλεις της Σιωπής» · Δ. Οικονόμου, μελέτες για την εκτός σχεδίου δόμηση · Ρεπορτάζ εφημ. «Πατρίς» & Ελεγκτικό Συνέδριο.
*Ο Ευάγγελος Φραγκιαδάκης είναι Διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός ΔΠΘ