Η Ελλάδα θυμάται το 1940-1941 ως μία από τις πιο φωτεινές, αλλά και πιο πικρές στιγμές της νεότερης ιστορίας της. Ήταν η ώρα της αντίστασης, της υπέρβασης και της εθνικής αξιοπρέπειας.

Ήταν όμως και η απαρχή μιας μακράς απογοήτευσης, της αίσθησης ότι η θυσία ενός λαού αναγνωρίστηκε με λόγια, αλλά δεν δικαιώθηκε στον βαθμό που του άξιζε ούτε στο πεδίο της πολιτικής, ούτε στο πεδίο της ιστορικής δικαιοσύνης. Στο κέντρο αυτής της εμπειρίας βρίσκεται η Κρήτη.

Η Μάχη της Κρήτης, η απουσία της 5ης Μεραρχίας Κρητών από την υπεράσπιση του ίδιου του νησιού, τα φρικτά αντίποινα εις βάρος των κατοίκων, η πικρή ανάμνηση της βρετανικής αποχώρησης υπό τον Bernard Freyberg και, τέλος, η μεταπολεμική ατιμωρησία ή η ελλιπής τιμωρία Ναζί αξιωματικών που συνδέθηκαν με τα εγκλήματα της Κατοχής και η παραχώρηση της Β. Ηπείρου στην Αλβανία.

Η Μάχη της Κρήτης υπήρξε μία από τις πιο δραματικές αναμετρήσεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η γερμανική επιχείρηση Merkur (Ερμής) ξεκίνησε στις 20 Μαΐου 1941 ως η πρώτη μεγάλης κλίμακας αεροαποβατική επίθεση στην ιστορία.

Αν και το νησί τελικά καταλήφθηκε, το τίμημα για τους Γερμανούς υπήρξε τόσο βαρύ, ώστε η αναμέτρηση θεωρείται σταθμός για τη μετέπειτα επιφυλακτικότητα της Βέρμαχτ απέναντι σε μαζικές αεροαποβατικές επιχειρήσεις.

Η Κρήτη, με άλλα λόγια, δεν έπεσε αμαχητί ούτε εύκολα. Πλήρωσε μεν ακριβά την ήττα της, αλλά και ο εισβολέας πλήρωσε ακριβά τη «νίκη» του. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια «Πύρρειος» νίκη για τον κατακτητή.

Εκείνο που κατέστησε τη μάχη μοναδική δεν ήταν μόνο η στρατιωτική της σημασία, αλλά ο παλλαϊκός χαρακτήρας της άμυνας. Στην Κρήτη δεν πολέμησαν μόνο ελληνικές και συμμαχικές δυνάμεις.

Πολέμησαν και οι ίδιοι οι κάτοικοι, πολλές φορές με στοιχειώδη μέσα, με λίγα και παλιά όπλα ή και χωρίς όπλα, με ό,τι μπορούσε να γίνει μέσο αντίστασης. Αυτή η αυθόρμητη και μαζική συμμετοχή των αμάχων προσέδωσε στη Μάχη της Κρήτης έναν χαρακτήρα συλλογικής εθνικής άμυνας.

Η Κρήτη δεν αμύνθηκε μόνο ως στρατιωτικό έδαφος, αλλά ως κοινότητα, ως κοινωνία, ως τόπος με βαθιά ριζωμένη την έννοια της ελευθερίας.

Η 5η Μεραρχία Κρητών που πολέμησε ηρωικά τα βουνά της Βορείου Ηπείρου, κατέχει ιδιαίτερη και σχεδόν εμβληματική θέση. Η Μεραρχία είχε ήδη ταυτιστεί με τη μαχητική παράδοση των Κρητών και είχε διακριθεί στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, σε έναν αγώνα που έδωσε στην Ελλάδα τεράστιο ηθικό κύρος, επειδή απέδειξε ότι ο Άξονας δεν ήταν ανίκητος.

Η ελληνική αντεπίθεση στην Αλβανία δεν υπήρξε μόνο στρατιωτικό κατόρθωμα, αλλά και πηγή διεθνούς θαυμασμού για ένα μικρό κράτος που αντιστάθηκε όταν άλλα μεγαλύτερα είχαν ήδη λυγίσει.

Ακριβώς γι’ αυτό, η απουσία της 5ης Μεραρχίας ως συγκροτημένου σχηματισμού από τη Μάχη της Κρήτης άφησε βαθύ τραύμα στη συλλογική συνείδηση του νησιού.

Η Κρητική Μεραρχία είχε μεταφερθεί στο βορειοηπειρωτικό μέτωπο, ενώ στην Κρήτη είχαν απομείνει περιορισμένες δυνάμεις για την άμυνά της. Και αν η μάχη υπήρξε ηρωική, τα όσα ακολούθησαν υπήρξαν μαρτυρικά.

Η συμμετοχή των κατοίκων στην άμυνα προκάλεσε την άμεση και ακραία εκδικητικότητα των Ναζί. Τα γερμανικά αντίποινα κατά των αμάχων στην Κρήτη υπήρξαν από τα πρώτα μεγάλα εγκλήματα συλλογικής τιμωρίας στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Υπό τις διαταγές του Kurt Student, οι κατοχικές δυνάμεις προχώρησαν σε εκτελέσεις, πυρπολήσεις και καταστροφές οικισμών, συχνά πριν ακόμη ολοκληρωθούν οι «τυπικές διαδικασίες» που επικαλούνταν ως πρόσχημα.

Η εκτέλεση αμάχων στο Κοντομαρί και η ολοκληρωτική καταστροφή της Κανδάνου έγιναν διαχρονικά σύμβολα αυτής της ναζιστικής βαρβαρότητας.

Δεν επρόκειτο για «παράπλευρες απώλειες» πολέμου, αλλά για συνειδητή πολιτική τρομοκράτηση ενός λαού που τόλμησε να αντισταθεί.

Η βία αυτή δεν σταμάτησε εκεί. Η Κρήτη γνώρισε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής έναν κύκλο αίματος, με εκτελέσεις, ολοκαυτώματα χωριών, ομαδικές σφαγές και συστηματική τρομοκρατία. Η λογική ήταν σαφής: Η αντίσταση των κατοίκων έπρεπε να τιμωρηθεί παραδειγματικά.

Γι’ αυτό και η μνήμη της Μάχης της Κρήτης δεν είναι μόνο μνήμη ηρωισμού, αλλά και μνήμη πένθους. Πίσω από το στρατιωτικό γεγονός στέκει ένα νησί που πλήρωσε με αίμα την απόφασή του να μη σκύψει το κεφάλι.

Στο ίδιο ιστορικό και ηθικό πλαίσιο εγγράφεται και η βρετανική αποχώρηση υπό τον Bernard Freyberg. Ο Freyberg, ως επικεφαλής της άμυνας της Κρήτης, βρέθηκε αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά δύσκολη στρατιωτική πραγματικότητα. Η σοβαρή έλλειψη αεροπορικής κάλυψης, η γερμανική υπεροχή, οι διαρκείς ενισχύσεις του αντιπάλου έκαναν τη θέση του ολοένα και πιο επισφαλή.

Στις 27 Μαΐου διέταξε την εκκένωση, καθώς η περαιτέρω άμυνα θεωρήθηκε πρακτικά αδύνατη. Ωστόσο, όσο κι αν η στρατιωτική εξήγηση είναι κατανοητή, η ιστορική μνήμη στην Κρήτη κατέγραψε την απόφαση αυτή και ως εγκατάλειψη. Το νησί έμεινε πίσω να αντιμετωπίσει μόνο του την Κατοχή και, κυρίως, τις συνέπειες της ναζιστικής εκδίκησης.

Η Κρήτη έγινε διεθνές σύμβολο αντίστασης, αλλά για τους κατοίκους της υπήρξε ταυτόχρονα και τόπος μαρτυρίου. Από αυτό το σημείο και έπειτα, η κρητική εμπειρία συναντά τη γενικότερη μεταπολεμική πικρία της Ελλάδας απέναντι στους Συμμάχους. Η χώρα είχε πολεμήσει το 1940-1941 με τρόπο που ξεπερνούσε τις αντικειμενικές της δυνατότητες.

Είχε υποστεί εισβολή, λιμό, κατοχική τρομοκρατία και στη συνέχεια εμφύλιο σπαραγμό. Και όμως, όταν ήρθε η ώρα των μεταπολεμικών ρυθμίσεων, η ελληνική συμβολή δεν μετατράπηκε σε ανάλογη εθνική δικαίωση.

Το ζήτημα των βορείων συνόρων και ειδικότερα η ελληνική προσδοκία για ευνοϊκότερη αντιμετώπιση της Βορείου Ηπείρου έδειξαν ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις κινούνταν με κριτήριο τα συμφέροντά τους και όχι με γνώμονα την ηθική ανταπόδοση προς τους λαούς που αντιστάθηκαν περισσότερο.

Η περίπτωση της Βορείου Ηπείρου συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη τη μεταπολεμική ελληνική απογοήτευση. Στο ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, η ελληνική πικρία δεν στηριζόταν μόνο στις προσδοκίες που γεννήθηκαν μετά το 1945, αλλά και σε ένα σημαντικό ιστορικό προηγούμενο.

Ήδη από το 1914, με το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, είχε αναγνωριστεί διεθνώς ένα καθεστώς αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου εντός της αλβανικής επικράτειας, γεγονός που επιβεβαίωνε τη διακριτή εθνική, θρησκευτική και πολιτική φυσιογνωμία της περιοχής.

Η επιμονή του Ε. Βενιζέλου έπεισε τους Βορειοηπειρώτες εκπροσώπους να επικυρώσουν το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, κατά την Πανηπειρωτική Συνδιάσκεψη στο Δέλβινο.

Εξαίρεση αποτέλεσαν οι εκπρόσωποι της Χειμάρρας, που επέμεναν υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα (Ένωσις ή θάνατος). Λίγες μέρες αργότερα η αποδοχή της συμφωνίας ανακοινώθηκε στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου.

Όμως, προτού τεθεί το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας σε εφαρμογή, κηρύχθηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Παρόλο που το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν αναιρέθηκε ποτέ από κάποια μεταγενέστερη συνθήκη, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Έτσι, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα δεν αισθανόταν απλώς ότι ματαιώνονταν νέες διεκδικήσεις της, αλλά ότι παραμεριζόταν και ένα παλαιότερο διεθνές προηγούμενο, το οποίο είχε ήδη αναγνωρίσει την ιδιομορφία της περιοχής.

Η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων, ιδίως μέσα από τις Συνθήκες Ειρήνης των Παρισίων της 10ης Φεβρουαρίου 1947, δεν δημιούργησε μια νέα πράξη εκχώρησης της Βορείου Ηπείρου στην Αλβανία, αλλά άφησε σε ισχύ το ήδη διαμορφωμένο καθεστώς της αλβανικής κυριαρχίας.

Τις συνθήκες αυτές υπέγραψαν οι κύριες νικήτριες δυνάμεις -Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Σοβιετική Ένωση και Γαλλία- μαζί με τα ηττημένα κράτη που αφορούσαν οι επιμέρους ρυθμίσεις, μεταξύ αυτών και η Ιταλία, η οποία υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Με αυτόν τον τρόπο, οι Μεγάλες Δυνάμεις προέκριναν προσχηματικά μια δήθεν γεωπολιτική σταθερότητα και τις νέες ισορροπίες της εποχής, όχι την ικανοποίηση των ελληνικών εθνικών προσδοκιών και κυρίως αφήνοντας τον ελληνικό πληθυσμό της Β. Ηπείρου αποκλεισμένο να ζει κάτω από άθλιες συνθήκες και να υφίσταται τα πάνδεινα υπό το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα.

Ίσως όμως το πιο οδυνηρό στοιχείο αυτής της μεταπολεμικής εμπειρίας να ήταν η ατελής δικαιοσύνη. Για πολλούς Κρητικούς και γενικότερα για την ελληνική κοινωνία, δεν ήταν μόνο οι Σύμμαχοι που δεν ανταπέδωσαν όσα αναμενόταν. Ήταν και το γεγονός ότι αρκετοί από τους υπευθύνους των εγκλημάτων στην Κρήτη δεν τιμωρήθηκαν με τρόπο ανάλογο των ευθυνών τους.

Ο Kurt Student, που συνδέθηκε άμεσα με τα αντίποινα μετά τη Μάχη, δικάστηκε μεταπολεμικά από βρετανικό στρατοδικείο, αλλά η δίωξή του περιορίστηκε σε ορισμένες πτυχές της συμπεριφοράς του απέναντι σε αιχμαλώτους πολέμου και όχι στο πλήρες εύρος των εγκλημάτων του κατά των Κρητών αμάχων.

Η ποινή του υπήρξε περιορισμένη σε σχέση με το ηθικό βάρος των πράξεων που βάρυναν το όνομά του. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δεν κατηγορήθηκε επισήμως ποτέ για τις σφαγές στο Κοντομαρί και την Κάντανο Χανίων στις 2 και 3 Ιουνίου 1941 αντίστοιχα, που ο ίδιος είχε διατάξει.

Ανάλογα ονόματα και άλλων Γερμανών αξιωματικών που συνδέθηκαν με την κατοχική βία στην Κρήτη έμειναν στη δημόσια μνήμη ως σύμβολα μιας δικαιοσύνης ελλιπούς, αργής ή επιλεκτικής.

Ο Γερμανός στρατηγός Αλεξάντερ Αντρέ (Alexander Andrae) υπήρξε διοικητής του «Φρουρίου Κρήτη» κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Διετέλεσε στρατιωτικός διοικητής της Κρήτης από τις 9 Ιουνίου 1941 έως τις 30 Αυγούστου 1942. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, διαπράχθηκαν εκτεταμένες καταστροφές χωριών και εκτελέσεις αμάχων ως αντίποινα για την αντίσταση των Κρητικών. Η εκτέλεση των 62 Μαρτύρων στο Ηράκλειο έγινε υπό τις δικές του διαταγές.

Το 1946 δικάστηκε από ειδικό στρατοδικείο εγκλημάτων πολέμου στην Αθήνα και καταδικάστηκε σε πολλαπλές ισόβιες καθείρξεις. Τελικά αποφυλακίστηκε το 1952. Απεβίωσε στην Γερμανία το 1979 αμετανόητος, ενταγμένος ενεργά μέχρι τα βαθιά γεράματα στο Γερμανικό Κόμμα του Ράιχ (Deutsche Reichspartei – DRP), ένα εθνικιστικό, νεοφασιστικό πολιτικό κόμμα της μεταπολεμικής περιόδου.

Η Ελλάδα τιμήθηκε ως ηρωικό παράδειγμα, αλλά δεν έπαψε να αισθάνεται ότι οι νικητές του πολέμου δεν της αναγνώρισαν πλήρως όσα είχε προσφέρει. Η χώρα μας είναι τόπος θυσίας, τόπος μαρτυρίου και τόπος ιστορικής απαίτησης. Και αυτή η απαίτηση παραμένει ζωντανή, όχι για εκδίκηση, αλλά για αλήθεια, μνήμη και δικαιοσύνη.

Διότι η ιστορία δεν κρίνεται μόνο από το ποιος νίκησε στο πεδίο της μάχης, αλλά και από το ποιος δικαιώθηκε και κυρίως ποιος έμεινε να μετρά μόνος τους νεκρούς του.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • What Was the Battle of Crete? Imperial War Museum.
  • The Battle for Crete (Operation Mercury): An Operational Analysis, Defense Technical Information Center USA.
  • Civilian Resistance in Crete: 20 May 1941, Defense Technical Information Center USA.
  • Operation Mercury: The Battle of Crete, New Zealand Geographic.
  • https://www.himara.gr/istoria/ypografi-protokolou-kerkyras-paraviaseis-apo-tous-alvanous/
  • Ι.Δ. Μουρέλλου « Η Μάχη της Κρήτης» Ηράκλειο Κρήτης 1950
  • Κώστα Ξυλούρη «Η μάχη των αμάχων: Το μεγαλείο της κρητικής ψυχής»
  • Ελευθερίου Μαλαγαρδή «Αρμαγεδδών» Αθήνα 1982

Η Ιωάννα Δ. Μαλαγαρδή είναι δρ. Υπολογιστικής Γλωσσολογίας-ιστορικός