Η εφημερίδα "ΠΑΤΡΙΣ" κλείνει 80 χρόνια ενημέρωσης και ιστορίας, 1946-2026

«Πριν από χρόνια, με δύο συναδέλφους είχαμε βρεθεί στη 2η μεγαλύτερη πόλη της Φινλανδίας, το Τάμπερε.

Μια καθαρά αστική περιοχή, όπου είδαμε πόσο τέλεια μπορεί να λειτουργεί ένα κράτος, έχοντας στο κέντρο της προσοχής και της φροντίδας του τους πολίτες.

Πήγαμε στον σταθμό του τρένου, όπου ήρθαμε αντιμέτωποι με δύο εκπλήξεις.

Αφού ενημερωθήκαμε έγκαιρα ότι το τρένο μας θα είχε καθυστέρηση ενός τετάρτου, θεωρήσαμε σκόπιμο να βγούμε από το κτήριο και μπροστά στις ράγες, αν και υπήρχε απαγόρευση, ανάψαμε τσιγάρο. Ήταν νύχτα και θεωρήσαμε ότι κανείς δεν θα μας έβλεπε, αλλά ούτε και οι επιβάτες που περίμεναν κι αυτοί στους συρμούς θα νοιάζονταν.

Ήταν καμιά 15αριά, κυρίως, άνδρες. Που, όπως με έκπληξη διαπιστώσαμε, όλοι διάβαζαν -και μάλιστα απορροφημένα- εφημερίδες.

Σταθήκαμε όμως άτυχοι!

Ένας της Αστυνομίας του σταθμού εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά μας, αφού μας ρώτησε αν είμαστε Πακιστανοί, μας έκοψε το πρόστιμο, πληρωτέο “εν τη παλάμη”, όπως λέμε.

Περίπου, αν θυμάμαι, 20 ευρώ για τον καθένα.

Μας χαιρέτησε ευγενέστατα και εξαφανίστηκε.

Βέβαια, είχε πλάκα το θέμα, γιατί εμείς, θεωρώντας ότι έχουμε καθαρίσει με τον έλεγχο -αφού είχαμε πληρώσει το πρόστιμο- ανάψαμε άλλο ένα τσιγάρο, εγώ μάλιστα πίπα!

Ο αστυνομικός του σταθμού εμφανίστηκε ξανά από το πουθενά, μας είπε ότι το πρόστιμο τώρα είναι διπλό, πάλι μας χαιρέτησε ευγενικά, αφού εισέπραξε περίπου ένα 50άρικο από τον καθένα.

Ξεχάστε όλα τ’ άλλα και κρατήστε το γεγονός ότι 15 περίπου άνθρωποι, περιμένοντας το τρένο έξω από τον σταθμό -άλλωστε η βραδιά ήταν ωραία- διάβαζαν όλοι εφημερίδες.

Αυτά στο Τάμπερε.

Στην Αθήνα προχθές σε μια σπουδαία εκδήλωση στο Ζάππειο, 8 στους 10 σερφάριζαν, αδιαφορώντας για το τι λεγόταν και οι άλλοι έβγαζαν σέλφι.

Συγγνώμη, αλλά αυτό είναι τσίρκο.

Προφανώς κάποιοι θα πουν πως οι Φινλανδοί είναι βλάκες και εμείς που σερφάρουμε ακόμη και την ώρα που οδηγούμε ή κάνουμε σεξ είμαστε οι ξύπνιοι…

Μπορεί να ‘ναι κι έτσι…

Κάποιος άλλος θα πει πως ο Ουμπέρτο Έκο είχε δίκιο, όταν έλεγε πως είναι κατάντημα για ένα λαό να ενημερώνεται από το f/b.

To f/b, όπου η κυρία Κατίνα, μια σπουδαία κατά τ’ άλλα νοικοκυρά και πολύ ερωτική γυναίκα, έχει τριπλάσιους followers από ένα Νομπελίστα καθηγητή.

Αν μάλιστα η κυρία Κατίνα λανσάρει κι ένα αποκαλυπτικό ντεκολτέ, τότε σίγουρα έχει… τετραγωνίσει τον κύκλο!

Έχει λοιπόν αίγλη σήμερα η δημοσιογραφία και εμπιστεύεται ο κόσμος τους δημοσιογράφους;

Εγώ, ύστερα από 45 χρόνια, σας λέω πως δεν τους εμπιστεύεται!

Όπως δεν εμπιστεύεται και τους πολιτικούς και όσους βαυκαλίζονται πως δήθεν ζουν για να υπηρετούν τον πολίτη.

Ακούστε για να είμαι ειλικρινής απέναντί σας.

Τα ΜΜΕ και οι δημοσιογράφοι έχασαν το παιχνίδι, γιατί πρόδωσαν τη σχέση που είχαν με τους πολίτες.

Αναρωτιέμαι πόσοι από τους μεν ή τους δε, μπορούν να κοιτάξουν σήμερα τους πολίτες στα μάτια.

Πόσοι μπορούν να σταθούν απέναντί τους και να τους πουν ότι εγώ δεν τα πήρα, ή εγώ δεν σε πρόδωσα, φίλε πολίτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω για να σας πω.

Ξέρω όμως ότι παλιά οι δημοσιογράφοι πέθαιναν φυματικοί στα σανατόρια από το αντιμόνιο και τον καπνό, ενώ οι πολιτικοί πουλούσαν ό,τι περιουσία είχαν για να σταθούν όρθιοι.

Τώρα, ελπίζω να συμφωνήσετε πως είναι κάπως διαφορετικά όλα!

Μπορεί να μην το λέμε εμείς φωναχτά, αλλά το φωνάζει ο κόσμος που έχει πάρει μυρουδιά το πώς παίζεται το παιχνίδι.

“Εμείς ξυπνήσαμε τον κοιμισμένο Έλληνα”, μας είπε κάποτε εδώ ο Ανδρέας, “εγώ ξεβλάχεψα πολλούς”, είπε με στόμφο ο Πέτρος τελευταία.

Συνδέω, βλέπετε, τους δημοσιογράφους με τους πολιτικούς, γιατί θεωρώ πως σφιχτοαγκαλιασμένοι κατρακυλούν και οι δύο.

Στην πολιτική κυριαρχεί ο κατακερματισμός, το πήγαινε-έλα από το ένα κόμμα στο άλλο, οι “μεταγραφές αεροδρομίου” που λένε οι σχολιαστές.

Στα Μέσα Ενημέρωσης έσκασαν τα λουκέτα ακόμη και σε ιστορικά εκδοτικά συγκροτήματα, σε εκδοτικές επιχειρήσεις που κάποτε ανέβαζαν και κατέβαζαν κυβερνήσεις.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου τούς αποκάλεσε “Εφιάλτες” και ο Κώστας Καραμανλής ο νεότερος “Νταβατζήδες”.

Διαλέγετε και παίρνετε…

Σ’ ένα ευρωπαϊκό, σύγχρονο, ευνομούμενο κράτος, το τοπίο θα είχε εξυγιανθεί πολύ γρήγορα.

Εμάς εδώ, μας πλάκωσαν οι απανωτές, συνεχόμενες κρίσεις.

Η χρεοκοπία της χώρας έκλεισε τις κάνουλες της χρηματοδότησης και η πανδημία του κορωνοϊού έκλεισε τα περίπτερα και τους ανθρώπους στα σπίτια.

Οι συνδρομητές των εφημερίδων δεν ήθελαν ούτε να αγγίξουν το χαρτί των εφημερίδων, γιατί τους είχε τρομάξει μια ανάρτηση της κυρίας Κατίνας στο f/b ότι και με το άγγιγμα μεταφέρεται ο ιός!

Πιάσε τ’ αυγό και… κούρευ’ το δηλαδή! Το απόλυτο χάος!

Η σαρωτική και μη αναστρέψιμη καταστροφή είχε αρχίσει.

Άρχισαν τα “λουκέτα” στα εκδοτικά συγκροτήματα και οι απολύσεις δημοσιογράφων και τεχνικών.

Αλλά και όσοι μένουν παίρνουν “έναντι” κάθε δεύτερο ή τρίτο μήνα, ακόμη και σήμερα.

Ποιος περίμενε ποτέ ότι ο ΔΟΛ το 2010 θα αφαιρούσε από τα περίπτερα τη ναυαρχίδα του, που ήταν το “Βήμα”, για να μείνουν κρεμασμένοι άλλοι απίθανοι τίτλοι που κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα, απασχολώντας με καθεστώς μαύρης εργασίας ελάχιστους εργαζόμενους που αμείβονται με πενταροδεκάρες;

Οι κάνουλες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων του Τύπου είχαν κλείσει, η διαφημιστική αγορά είχε καταρρεύσει, καθώς για ένα μεγάλο διάστημα το μόνο προϊόν που πουλιόταν ήταν τα αντισηπτικά και οι μάσκες.

Ήταν άραγε όλα κεραυνός εν αιθρία;

Νομίζω όχι, αν και δεν το περίμενε κανείς -απ’ ό,τι φάνηκε- γιατί όλοι ζούσαν στη Νιρβάνα της δόξας μας και της υπογραφής μας, το στεφάνι της οποίας είχαν κάποιοι φορέσει άτσαλα, άδικα, υπερφίαλα και με περισσή αμετροέπεια.

Αλαζονεία, άγνοια, αδιαφορία.

Αυτό είναι το κατηγορητήριο του κόσμου για τους δημοσιογράφους.

  • Τη χρυσή εποχή του Χρηματιστηρίου, έπρεπε να αρνηθούμε τα παιχνίδια με τις μετοχές, όταν μάλιστα όσοι έπαιξαν, γνώριζαν από μέσα τις κρίσιμες πληροφορίες.
  • Έπρεπε από τότε να απορρίψουμε τις αργομισθίες, τις διπλές και τριπλές θέσεις στα γραφεία υπουργών και οργανισμών και στα “πέι-ρολ” επιχειρηματιών ή και των τζογαδόρων.
  • Ο δημοσιογράφος πρέπει να ζει από τον μισθό του, που αυτός πρέπει να είναι αξιοπρεπής.

Βέβαια δεν ήταν όλοι έτσι.

Τους πήρε όμως όλους η μπάλα!

Τι κι αν η πλειοψηφία των συναδέλφων μου έκαναν σωστά τη δουλειά τους; Αυτοί ήταν έντιμοι!

Ο κόσμος, η κοινωνία που έβλεπε και το δικό της όνειρο να καταρρέει, μας γύρισε την πλάτη σε όλους.

Δικαίως, ίσως, θεωρεί ότι την προδώσαμε όσοι δεν στάθηκαν στο πλευρό της, όσοι δεν κατήγγειλαν αυτούς που τους έκοβαν τις συντάξεις, αλλά τους ζητούσαν να πληρώσουν στο ακέραιο τα δάνεια για το σπίτι ή το αυτοκίνητο, αλλά και είσοδο στα νοσοκομεία.

Κάλεσα κάποτε στο γραφείο μου ένα συνάδελφο για να τον ενημερώσω για ένα πολύ σοβαρό θέμα, που έπρεπε να χειριστούμε.

“Πώς το βλέπεις”, τον ρώτησα.

“Δεν μπορώ να σας πω”, μου απάντησε “γιατί το μυαλό μου δεν λειτουργεί. Έχω τρεις μέρες να φάω και το αυτοκίνητό μου είναι 10 μέρες χωρίς βενζίνη”.

Θα ρίξουμε άραγε την ευθύνη για την κατάρρευση των ΜΜΕ σε εκείνο τον νέο που θα τον έχω πάντα στη μνήμη μου, να κάθεται απέναντί μου με μάτια βουρκωμένα, έτοιμος να καταρρεύσει;

Αλλά και πέρα από τις ευθύνες, το ερώτημα είναι άλλο:

Μπορεί η δημοσιογραφία να επιστρέψει στην αληθινή της μορφή;

Μπορεί να λάμψει ξανά και να δούμε πάλι τις ουρές του κόσμου να περιμένει στο περίπτερο για να πάρει την εφημερίδα του;

Νομίζω πως οι πρώτοι που το θέλουν είναι οι ίδιοι οι πολίτες.

Εγώ το βλέπω καθημερινά στα μάτια όλων, που με αγωνία με ρωτούν ποιον να εμπιστευθούν και ποιον να διαβάσουν.

Δεν έχουν πια πού ν’ ακουμπήσουν, ποιος θα τους υπερασπιστεί όταν αυτό το κράτος τούς αδικεί και τους καταπιέζει.

Το θέλουν όμως τώρα πια και αυτές οι ίδιες οι επιχειρήσεις των ΜΜΕ, που βλέπουν χρόνο με τον χρόνο να πολλαπλασιάζονται τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζουν και να μην βλέπουν δυνατότητες ενίσχυσης με νέα κεφάλαια.

Οι ελάχιστες ενισχύσεις από τη μια ή την άλλη λίστα και ο πλήρης αποκλεισμός τους από το Ταμείο Ανάκαμψης, που θα μπορούσε να καλύψει -όπως συνέβη με άλλες επιχειρήσεις- το κόστος των απανωτών κρίσεων, δεν αφήνει πολλά περιθώρια.

Και όμως, δεν μπορεί μια χώρα να υπερηφανεύεται για τη δημοκρατική της διακυβέρνηση με διαλυμένα ή εξαγορασμένα τα Μέσα Ενημέρωσης.

Αυτά που όλοι οι φιλόσοφοι θεωρούν ότι είναι το οξυγόνο της σύγχρονης προοδευτικής ευρωπαϊκής κοινωνίας.

Δυστυχώς όμως για μας, για σας, για όλους δεν υπάρχει άλλος δρόμος.

Και όχι μόνο αυτό.

Η Ελλάδα πρέπει να ξαναγίνει χώρα-υπόδειγμα για την ελευθερία του Τύπου και για την προστασία της ασφάλειας και της ζωής των δημοσιογράφων.

Δεν υπάρχει πια κανείς σώφρων άνθρωπος που να μην θέλει ένα υγιή, σύγχρονο, αποκαλυπτικό Τύπο.

Κι αυτοί οι λίγοι που δεν το ομολογούν, θέλουν κατά βάθος Μέσα Ενημέρωσης να… καίνε αλλά να φωτίζουν. Να λειτουργούν με αρχές και κανόνες, που θα τα προασπίζουν και όχι να τα φιμώνουν.

Που θα τα βοηθούν, ακόμη και όταν τους ελέγχουν!

Θα επιζητούν όλοι τον έλεγχο -αν θέλουμε- την ανύψωση της Δημοκρατίας, αφού όλοι πια ξέρουν πως έτσι ή αλλιώς τίποτε δεν κρύβεται για πάντα.

Νομίζω πως σαν έθνος και σαν λαός έχουμε πάθει πολλά στο διάβα του χρόνου και πρέπει να μάθουμε από τα λάθη μας.

Θυμάστε, υποθέτω, οι περισσότεροι πως κάποτε οι εφημερίδες, για να επιβιώσουν, προσέφεραν κάθε λογής δώρα στους αγοραστές τους.

Λέω, στους αγοραστές, γιατί όσοι τις επέλεγαν, ούτε καν τις ξεφύλλιζαν.

Δεν επιβίωσαν όμως. Έσβησαν, όπως σβήνουν και τα καλύτερα όνειρα της νύχτας.

Έσβησαν γιατί έχασαν σε αξιοπιστία.

Δεν στάθηκαν έντιμοι απέναντι στους αναγνώστες τους.

Έπαιξαν παιχνίδι με την πολιτική και οικονομική εξουσία.

Έχασαν γιατί έκρυψαν ειδήσεις και γιατί πήραν μαζί τους στο κρεβάτι όσα νωρίτερα έπρεπε να έχουν αποκαλύψει σε εκείνους, που τους επέλεγαν για να μαθαίνουν.

Φυσικά, απόλαυσαν το πρόσκαιρο τότε φαγοπότι, αλλά πόσοι απ’ αυτούς μπορούν σήμερα να κυκλοφορούν χωρίς καμουφλάζ;

Ας πούμε τώρα μια μεγάλη αλήθεια, αν δεν θέλουμε ο ένας να κοροϊδεύει τον άλλο:

Ό,τι δεν έγινε τότε, χθες δηλαδή, πρέπει να γίνει σήμερα, αν θέλουμε να είμαστε έντιμοι απέναντι στην ιστορία αύριο.

Και για να είμαι και εγώ έντιμος απέναντί σας, σας λέω ότι στα 35 χρόνια που βρισκόμουν στο τιμόνι αυτής της εφημερίδας, δεν κρύψαμε ποτέ τίποτα από τους αναγνώστες μας.

Δεν φιμώσαμε ποτέ καμιά φωνή, δεν υπαγορεύσαμε ποτέ σε κανένα από τους λαμπρούς συνεργάτες μας τι και πώς να το γράψει.

Δεν προδώσαμε ποτέ την εμπιστοσύνη όσων μας εμπιστεύθηκαν.

Τότε, σήμερα, αλλά και αύριο, η εφημερίδα αυτή υπηρετεί και θα υπηρετεί αρχές και αξίες που την έφεραν στην πρώτη θέση ανάμεσα σε όλο τον περιφερειακό Τύπο.

Τις αρχές και τις αξίες αυτές μάς τις υπενθύμιζε καθημερινά μια μεγάλη μορφή, ένας σπουδαίος και ανεπανάληπτος ευπατρίδης της δημοσιογραφίας, ο Αλέκος Μυκωνιάτης.

Είναι κρίμα που δεν υπάρχει σήμερα η προτομή του δίπλα στις ιστορικές προσωπικότητες αυτού του τόπου.

Και ο δικός σας πατέρας, κύριε δήμαρχε του Ηρακλείου, υπήρξε μια τέτοια προσωπικότητα.

Νομίζω πρέπει να προβάλουμε και με τον τρόπο αυτό, ως παραδείγματα στους νεότερους, εκείνους που στη ζωή τους έδωσαν τον ωραίο αγώνα και τον αληθινό».