Σκεφθείτε την πόλη μας πριν από εκατό χρόνια! Μετά τον εγκλεισμό που επιβάλλει ο χειμώνας, ακολουθούν οι ανοιξιάτικες προκλήσεις, οι βόλτες των καστρινών και οι σύντομοι περίπατοι στην ίδια την πόλη, όπως επιθυμούσαν οι ίδιοι οι κάτοικοί της. Λίγα λεπτά από το Μεϊντάνι, από το κέντρο του Ηρακλείου, τον γνωστό «σταυρό» της πόλης.

Εκεί όπου κάποτε ο τροχονόμος με τη «βαρέλα» ρύθμιζε την κυκλοφορία, τότε που τα τροχοφόρα ήταν ελάχιστα. Η λέξη Μεϊντάνι προέρχεται από το αραβικό meydan που σημαίνει «αλάνα», «ανοικτός χώρος». Λέξη που έχει ταυτισθεί με την παρουσία και την ιστορική διαδρομή του Μεγάλου Κάστρου.

Πιο μπροστά οι Ενετοί την ονόμαζαν “Plazza delle Erbe”, δηλαδή λαχαναγορά, επειδή από το σημείο αυτό ξεκινούσε η κεντρική αγορά της πόλης μας. Στους νεότερους, έχει επικρατήσει η ονομασία «πλατεία Νικηφόρου Φωκά», προς τιμή του απελευθερωτή του Ηρακλείου και της Κρήτης από τους Άραβες πειρατές το 961 μ.Χ.

Ένας από τους ωραιότερους δρόμους ήταν η σημερινή λεωφόρος Δημοκρατίας. «Λεωφόρος Γεωργίου Β΄» ήταν παλιότερα το όνομά της. Πολλοί βέβαια την ήξεραν σαν λεωφόρο Νεκροταφείου.

Ένας αρκετά φαρδύς δρόμος, με δενδροστοιχίες στις πλευρές και με πολύ ανοιχτό ορίζοντα. Λίγα λεπτά μόλις από το Μεϊντάνι, μ’ ένα εξοχικό καθαρά περιβάλλον, που σ’ άλλες μεγαλουπόλεις έπρεπε κάποιος να κάνει αρκετά χιλιόμετρα για να βρεθεί τόσο κοντά στη φύση. Ο δρόμος αυτός τερμάτιζε στο Κοιμητήριο, στον Άγιο Κωνσταντίνο.

Ηράκλειο… τέτοιες μέρες. Η πνευματική κίνηση της πόλης μας συνδέεται με τον Λευτέρη Αλεξίου και το “studio”. Ο Λευτέρης Αλεξίου επιστρέφει στο Ηράκλειο από την Αθήνα το 1922 και διοργανώνει τον προαναφερόμενο χώρο. Ο χώρος αυτός διακοσμείται με τοιχογραφίες των ζωγράφων Τάκη Καλμούχου και Γιώργου Λυδάκη.

Εδώ συχνάζουν άνθρωποι των γραμμάτων όπως: ο Σπυρίδων Μαρινάκης, ο Πέτρος Στυλίτης (πρόκειται για ψευδώνυμο του ποιητή Γιάννη Γιαννακουδάκη), ο φιλόλογος και ποιητής Μιχάλης Αναστασίου, ο αρχιτέκτονας Τάκης Κυριακός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Ιταλός αρχαιολόγος Doro Levi, ο Βάσος Δασκαλάκης (σύζυγος της Έλλης Αλεξίου), ο πεζογράφος Βελισσάριος Φρέρης (σύζυγος της Μαρίκας Φρέρη) και άλλοι.

Ο τελευταίος, ο Βελισσάριος Φρέρης, μας «συντροφεύει» με ένα από τα κείμενά του στη Νέα Εφημερίδα, με ημερομηνία 2α Απριλίου 1924, σ’ έναν καστρινό ανοιξιάτικο περίπατο, στη «λεωφόρο του Νεκροταφείου», αλλά και σ’ άλλα σημεία του Μεγάλου Κάστρου. Συγκεκριμένα, μας αναφέρει:

«Και οι ομορφιές αυτές που μπορεί κανείς ν’ απολαύσει, βαδίζοντας μόλις δέκα λεπτά, δεν σταματούν ως εδώ. Πέρα από τη λεωφόρο προς την αριστερή μεριά του δρόμου που πάει στην Κνωσό, ένας βατός δρομάκος στρωμένος με άγρια κρινάκια κι ανεμώνες μάς φέρνει σ’ ένα άλλο κοντινό τοπίο, που η ησυχία του διακόπτεται κάθε τόσο από τους ήχους της τρομπέτας των αγροφυλάκων κι από το διάβα των καβαλάρηδων που τραβούν για τα μετόχια τους, καρφωμένοι στη ράχη μικρόσωμων αλόγων και τραγουδώντας αναλόγως με την ψυχική τους κατάσταση εκείνης της στιγμής κατάλληλες κοντυλιές.

Είναι ακόμα το Μπεντενάκι, μια κοντινή ακτή, το καταφύγιο των ρομαντικών κι εκείνων που νοσταλγούν. Παλαιολλαδίτικο αγέρι απ’ όπου μπορεί κανείς ν’ αναπνέει ελεύθερα ν’ αφήσει τη ματιά του να ξεκουραστεί πάνω στο φόντο που σχηματίζεται από θάλασσα και ουρανό, ν’ ακούσει το ταιριαστό κι ακατάπαυστο τραγούδι των κυμάτων, που, πότε ήσυχα και πότε μανιασμένα, σπουν στους από χρόνια θαλασσοδαρμένους βράχους.

Έχει ακόμα τον κήπο Γεωπονικό, το περιφρονημένο αυτό κατάφυτο κομμάτι. Ας μην ξεχνάμε και την Τρυπητή, επίσης την Ακ-Ντάμπια και το στενόχωρο πάρκο των Τριών Καμαρών, που κάθε μεσημέρι μπορεί να συναντήσει κανείς εκεί το Αϊ-Λάιφ των συστηματικών χασομέρηδων που, ξαπλωμένοι στα ξύλινα παγκάκια του, κάνουν ηλιοθεραπεία για να τονωθούν και να μπορέσουν ν’ ανθέξουν στο κοπιαστικό κι ανυπόφορο καθισιό και τεμπελίκι.

Και μεταξύ αυτών κι ο ντόπιος ποιητής, ο Γιάννης, που, αν οι στίχοι του είναι τραγέλαφοι, η φυσιογνωμία του είναι ποιητική και ίσως μόνο και μόνο γι’ αυτήν να φιλονικούν μετά τον θάνατό του επτά πόλεις της Ελλάδος, ισχυριζόμενες πως είναι γέννημα θρέμμα των χωμάτων τους.

Και ίσως στα μακριά του τα μαλλιά, που, ποιος ξέρει πόσα ζωϋφιοειδή πουλιά να ’χουν χτίσει τη φωλιά τους, θα χρωστά μεθαύριο τη φήμη του ο ποιητής, χωρίς να ’χει γράψει Ιλιάδας και Οδυσσείας, Ιππολύτους και Κύκλωπας». Ο Γιάννης, ο ποιητής ή Ρολογάς, όπως τον αποκαλούσαν, τον οποίο θυμούνται οι παλιοί Καστρινοί, ήταν πρωτοπόρος του χιπισμού και είχε για κατοικία του μια σπηλιά στην Τρυπητή και, συγκεκριμένα, στο Τρυπητό Χαράκι.

Όλα αυτά αποτελούν τις παλιές αναμνήσεις μιας μακρινής, σκληρής, αλλά ωραίας εποχής που έχει χαθεί πια. Για όλους εμάς τους νεότερους, απομένει η νοσταλγία και ο απόλυτος σεβασμός στα περασμένα!