Πρόσφατα έπεσα πάνω σε μια ανάρτηση σχετικά με την «αντίσταση στην AI», δηλαδή την απροθυμία ή την άρνηση ατόμων και κοινωνικών ομάδων να υιοθετήσουν εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Δεν θα σταθώ τόσο στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης ανάρτησης. Αυτό που με έκανε, όμως, να προβληματιστώ ήταν το πόσο εύκολα η AI μπορεί να επιστρατευθεί σε συζητήσεις για την οικονομία και την κοινωνία, χωρίς οι σχετικοί ισχυρισμοί να συνοδεύονται πάντοτε από μια εξίσου συστηματική εξέταση των οικονομικών, κοινωνικών και φιλοσοφικών ζητημάτων που αυτές οι αλλαγές εγείρουν.
Εδώ, όμως, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα. Πότε η τεχνολογική υιοθέτηση αποτελεί πράγματι πρόοδο και πότε η ίδια η έννοια της «προόδου» χρειάζεται να τεθεί υπό εξέταση;
Άνθρωποι, κοινωνίες και χώρες διαφέρουν ως προς την ετοιμότητά τους να υιοθετήσουν νέες τεχνολογίες. Οι ψηφιακές υποδομές, το ανθρώπινο κεφάλαιο, η καινοτομία και το ρυθμιστικό πλαίσιο μπορούν να συνδέονται με διαφορές στην ικανότητα των οικονομιών να υιοθετούν και να αξιοποιούν νέες τεχνολογίες, με πιθανές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και τις οικονομικές ευκαιρίες.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Δείκτης Ετοιμότητας για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Preparedness Index) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο οποίος αξιολογεί την ετοιμότητα των χωρών με βάση, μεταξύ άλλων, τους παράγοντες αυτούς.
Αν όμως υποστηρίζουμε ότι η υιοθέτηση της AI αποτελεί ευκαιρία για οικονομική μεγέθυνση και, δυνητικά, για μεγαλύτερη κοινωνική ευημερία, θα πρέπει επίσης να θέσουμε ορισμένα λιγότερο άνετα ερωτήματα: Ποια εμπειρικά στοιχεία τεκμηριώνουν αυτή την υπόθεση;
Ποιος καρπώνεται τα οφέλη και ποιος επωμίζεται το κόστος; Ποια ακριβώς μορφή λαμβάνουν αυτά τα οφέλη και κατά πόσο συμβάλλουν πράγματι σε ευρύτερη κοινωνική ευημερία; Και, κυρίως, πόσο διαρκούν τα οφέλη αυτά και ποιες μπορεί να είναι οι μακροπρόθεσμες συνέπειές τους;
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που αξίζει την προσοχή μας.
Μια πρόσφατη προδημοσίευση εξέτασε την επιστημονική παραγωγή 317 νεοφυών επιχειρήσεων Τεχνητής Νοημοσύνης με υψηλή αποτίμηση και διαπίστωσε ότι το 52,4% δεν είχε κανένα επιλέξιμο επιστημονικό αποτέλεσμα σύμφωνα με τα κριτήρια της μελέτης. Παράλληλα, η συνολική παρουσία των εταιρειών αυτών στην επιστημονική βιβλιογραφία ήταν ιδιαίτερα περιορισμένη, ενώ η επιστημονική τους επιρροή συγκεντρωνόταν σε έναν πολύ μικρό αριθμό εταιρειών (βλ. Loisel, Sandoval-Lentisco & Ioannidis, 2026).
Τα ευρήματα αυτά εγείρουν, όμως, ένα ευρύτερο ερώτημα. Αν ορισμένοι από τους οργανισμούς με τη μεγαλύτερη δυνατότητα να επηρεάσουν την τεχνολογική εξέλιξη έχουν περιορισμένη παρουσία στην επιστημονική βιβλιογραφία, δεν θα πρέπει αυτό να μας οδηγήσει να αναρωτηθούμε κατά πόσο η επιχειρηματική τεχνογνωσία, όσο σημαντική κι αν είναι, αρκεί από μόνη της για την αξιολόγηση όχι μόνο της τεχνικής αποτελεσματικότητας, αλλά και των ευρύτερων κοινωνικών επιπτώσεων των τεχνολογιών που μπορούν να επιφέρουν τόσο βαθιές αλλαγές;
Το ερώτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, επειδή ήδη ζούμε σε συνθήκες σημαντικών ανισοτήτων στο εισόδημα, στον πλούτο, στην εκπαίδευση, στις υποδομές και στη θεσμική ικανότητα, οι οποίες έχουν αντίκτυπο και στην υγεία και στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι αυτονόητο ότι τα οφέλη της AI θα οδηγήσουν σε ευρύτερη κοινωνική ευημερία. Το ζήτημα, άλλωστε, δεν είναι απλώς αν η AI μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα σε ορισμένα πλαίσια, αλλά πώς θα κατανεμηθούν τα οφέλη της μεταξύ εργαζομένων, επιχειρήσεων, κλάδων και χωρών.
Τα προηγούμενα κύματα αυτοματοποίησης επηρέασαν ιδιαίτερα εργασίες ρουτίνας και δραστηριότητες που μπορούσαν να τυποποιηθούν, μηχανοποιηθούν ή να κωδικοποιηθούν. Η AI ενδέχεται να επεκτείνει αυτή τη διαδικασία σε εργασίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν περισσότερο συνδεδεμένες με εξειδικευμένες γνωστικές δεξιότητες.
Η σχετική βιβλιογραφία, ωστόσο, δείχνει ότι η αυτοματοποίηση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την εξαφάνιση ολόκληρων επαγγελμάτων, αλλά μπορεί να μεταβάλλει την κατανομή των επιμέρους εργασιών και να δημιουργεί ταυτόχρονα νέες δραστηριότητες.
Η AI μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά προς την ανθρώπινη εργασία, αλλά μπορεί επίσης να υποκαταστήσει συγκεκριμένες εργασίες. Ένα επάγγελμα μπορεί, επομένως, να παραμείνει, ενώ ένα σημαντικό μέρος των επιμέρους καθηκόντων του μπορεί να αλλάξει ριζικά.
Η ταχύτητα και η κλίμακα αυτών των αλλαγών έχουν, όμως, ιδιαίτερη σημασία. Ποιες εργασίες θα αυτοματοποιηθούν; Ποιες νέες εργασίες θα δημιουργηθούν; Πόσο γρήγορα μπορούν να προσαρμοστούν οι εργαζόμενοι σε νέες εργασίες και επαγγέλματα; Ποιοι θα έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και στις δεξιότητες που απαιτούνται; Και, τελικά, ποιες οικονομίες και ποιες ομάδες εργαζομένων θα είναι σε θέση να επωφεληθούν;
Ίσως, όμως, υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο ερώτημα.
Όλο και περισσότερο αντιμετωπίζουμε την AI ως εργαλείο που μπορεί να μας βοηθήσει σε μια πληθώρα δραστηριοτήτων, από τη συγγραφή και την έρευνα έως τη λήψη αποφάσεων, την επιχειρηματικότητα και τη δημιουργικότητα. Εδώ υπάρχει ένας κίνδυνος που υπερβαίνει την ίδια την τεχνολογία.
Η AI μπορεί να αρχίσει να αποκτά το κύρος ενός χρησμού, ενός σύγχρονου υποκατάστατου της αυθεντίας, μιας τεχνολογίας που υποτίθεται ότι γνωρίζει τα πάντα.
Τι συμβαίνει, όμως, στους ανθρώπους όταν αναθέτουμε σταδιακά στις μηχανές δραστηριότητες μέσα από τις οποίες αναπτύσσουμε τη γνώση, την κρίση, τη δημιουργικότητα και, ίσως, ακόμη και την αίσθηση του νοήματος στη ζωή;
Η χρήση της AI μπορεί να υποκαταστήσει όχι μόνο μέρος της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και ορισμένες από τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι άνθρωποι αναπτύσσουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την κρίση τους. Και εδώ η συζήτηση παύει να είναι αποκλειστικά οικονομική.
Οι αρχαίοι Έλληνες έθεσαν, με διαφορετικούς τρόπους, ερωτήματα που παραμένουν επίκαιρα: τι σημαίνει να ζει κανείς καλά, ποια ζωή αξίζει να επιδιώκει και ποια γνώση είναι πραγματικά πολύτιμη.
Η Απολογία του Σωκράτη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από αυτή την άποψη. Εκεί, ο Πλάτων παρουσιάζει τον Σωκράτη να συνδέει τη σοφία με την επίγνωση των ορίων της γνώσης μας: σοφότερος είναι, κατά μία ανάγνωση, εκείνος που αναγνωρίζει την άγνοιά του αντί να θεωρεί ότι γνωρίζει όσα στην πραγματικότητα αγνοεί. Η επίγνωση αυτή, επομένως, δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά προϋπόθεση της σοφίας.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία η παραγωγή μιας πειστικής απάντησης γίνεται ολοένα και ευκολότερη. Το δύσκολο δεν είναι πάντοτε να λάβουμε μια απάντηση. Είναι να γνωρίζουμε ποια επιχειρήματα και ποιοι λογικοί συλλογισμοί δικαιολογούν την αποδοχή της.
Η αναζήτηση του σωστού ερωτήματος, η αμφισβήτηση όσων θεωρούμε δεδομένα, η διερεύνηση εναλλακτικών εξηγήσεων και η άσκηση της κρίσης κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης μιας απάντησης αποτελούν μέρος της διαδικασίας με την οποία καλλιεργούμε τη σκέψη μας και διαμορφώνουμε τον εσωτερικό μας κόσμο.
Αν αναθέσουμε σταδιακά στις μηχανές όλο και μεγαλύτερο μέρος αυτών των διαδικασιών, υπάρχει ο κίνδυνος να κερδίζουμε σε ευκολία και ταχύτητα ενώ, ταυτόχρονα, αποδυναμώνουμε την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε ανεξάρτητα. Και ίσως εδώ βρίσκεται μια παράδοξη ειρωνεία: να χρησιμοποιούμε μια τεχνολογία που μπορεί να μας προσφέρει περισσότερες απαντήσεις, ενώ σταδιακά χάνουμε την ικανότητα να αναγνωρίζουμε τι δεν γνωρίζουμε.
Η αντίσταση στην τεχνολογική αλλαγή μπορεί, ασφαλώς, να είναι παράλογη. Ούτε κάθε νέα τεχνολογία είναι απειλή ούτε κάθε επιφύλαξη απέναντί της είναι δικαιολογημένη. Άλλωστε, και η μη υιοθέτηση μιας τεχνολογίας μπορεί να έχει κόστος. Ο σκεπτικισμός, όμως, δεν είναι κατ’ ανάγκην άρνηση της προόδου· μπορεί να αποτελεί και μορφή δημοκρατικής συμμετοχής.
Μια δημοκρατική κοινωνία θα πρέπει να μπορεί να θέτει το ερώτημα όχι μόνο αν μια τεχνολογία λειτουργεί, αλλά και αν συμβάλλει στην καλλιέργεια της αρετής και της κριτικής ικανότητας των πολιτών της. Το ερώτημα αυτό μας οδηγεί σε μια παλαιά, αλλά θεμελιώδη διάκριση: άλλο η οικονομική μεγέθυνση και άλλο η ανθρώπινη ευημερία.
Για μεγάλο μέρος της ιστορίας της φιλοσοφίας, το ερώτημα της καλής ζωής βρισκόταν στο κέντρο της σκέψης. Ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Ρουσσώ και πολλοί άλλοι στοχαστές, με πολύ διαφορετικές αφετηρίες και θέσεις, ασχολήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους με το τι σημαίνει να ζει κανείς καλά και με το πώς μπορεί να οργανωθεί η κοινωνική και πολιτική ζωή.
Σήμερα, ωστόσο, ο δημόσιος διάλογος συχνά χρησιμοποιεί οικονομικούς δείκτες, στατιστικά στοιχεία παραγωγικότητας, την αύξηση του ΑΕΠ και τις τεχνολογικές κατατάξεις ως μέτρα κοινωνικής προόδου. Τα ερωτήματα της φιλοσοφίας μπορούν εύκολα να εμφανιστούν ως υπερβολικά αφηρημένα ή ως προϊόντα μιας διαφορετικής εποχής.
Όμως η οικονομική μεγέθυνση και η τεχνολογική πρόοδος δεν ταυτίζονται αναγκαστικά με την ανθρώπινη ευημερία ή την κοινωνική πρόοδο. Ακριβώς γι’ αυτό απαιτείται μεγαλύτερη προσοχή στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε και αξιολογούμε την τεχνολογική αλλαγή.
Για παράδειγμα, μια κοινωνία που υιοθετεί μια τεχνολογία με πιο αργό ρυθμό δεν είναι κατ’ ανάγκην «οπισθοδρομική», εφόσον η επιλογή αυτή αποτελεί συνειδητή απόφαση σχετικά με το τι θεωρεί σημαντικό για την ίδια. Η ταχύτητα υιοθέτησης μιας τεχνολογίας δεν αποτελεί από μόνη της μέτρο κοινωνικής προόδου.
Ούτε θα πρέπει οι τεχνολογικά προηγμένες οικονομίες να θεωρούνται αυτομάτως πρότυπα για όλους τους υπόλοιπους, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι θεσμοί, η ιστορία, οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και οι κοινωνικές συνέπειες που συνδέονται με την τεχνολογική πρόοδο των οικονομιών αυτών.
Το πραγματικό ζήτημα, επομένως, δεν είναι η αντίσταση στην AI.
Είναι η υιοθέτηση χωρίς επαρκή προβληματισμό.
Το πρόβλημα προκύπτει όταν η διάδοση ισχυρών τεχνολογιών προηγείται της επαρκούς κατανόησης και αξιολόγησης των κοινωνικών τους συνεπειών, όσον αφορά την κατανομή του εισοδήματος και των πόρων, την κατανομή των οφελών και του κόστους, καθώς και την ανθρώπινη αυτονομία, τη σκέψη και την καλλιέργεια των ικανοτήτων μας.
Και, κυρίως, υπάρχει ο κίνδυνος η υιοθέτηση της τεχνολογίας να μετατραπεί σε αυτοσκοπό, αντί να παραμείνει μέσο για τη δημιουργία της κοινωνίας που θέλουμε να οικοδομήσουμε.
Η AI μπορεί πράγματι να δημιουργήσει σημαντικές ευκαιρίες για την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την ευημερία. Μπορεί επίσης να προσφέρει ουσιαστικά οφέλη σε τομείς όπως η εκπαίδευση και η υγεία, βελτιώνοντας υπηρεσίες, υποστηρίζοντας επαγγελματίες, διευκολύνοντας την κάλυψη ορισμένων ανθρώπινων αναγκών και συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση προβλημάτων.
Όμως η ευκαιρία δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα.
Η υιοθέτηση δεν είναι κατ’ ανάγκην πρόοδος.
Και η πραγματική πρόκληση δεν είναι να αποφασίσουμε αν θα είμαστε «υπέρ» ή «κατά» της υιοθέτησης και χρήσης της AI. Είναι να αποκτήσουμε την ικανότητα να αποφασίζουμε πότε, πού, πώς, πόσο και υπό ποιους όρους θέλουμε να τη χρησιμοποιούμε, ώστε ο άνθρωπος να παραμένει στο επίκεντρο.
Αυτό προϋποθέτει βαθιά και πολυδιάστατη γνώση, κριτική ανάλυση και επαλήθευση, αλλά και θεσμική επάρκεια, λογοδοσία και ικανότητα αποτελεσματικής ρύθμισης. Προϋποθέτει, όμως, και ένα ηθικό πλαίσιο που θα μας βοηθά να κρίνουμε όχι μόνο τι μπορούμε να κάνουμε με την AI, αλλά και τι αξίζει να κάνουμε.
Γιατί το σημαντικότερο ερώτημα ίσως δεν είναι τι μπορεί να κάνει η AI για εμάς. Ασφαλώς μπορεί να κάνει πολλά.
Είναι τι είδους άνθρωποι και τι είδους κοινωνία θέλουμε να γίνουμε καθώς μαθαίνουμε να ζούμε μαζί της, χωρίς να χάσουμε στην πορεία αυτό που ίσως είναι πολυτιμότερο από την ίδια την τεχνολογική μας ικανότητα: την ανθρωπιά μας.
Ο Γεώργιος Σαριδάκης είναι καθηγητής πρώτης βαθμίδας στο Πανεπιστήμιο του Κεντ και κατέχει διδακτορικό δίπλωμα στα Οικονομικά (PhD). Είναι μέλος της Βασιλικής Εταιρείας Τεχνών (FRSA), της Ανώτατης Ακαδημίας Εκπαίδευσης (FHEA) και της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών (FAcSS)