Κάθε γενιά φαντάζεται τον εαυτό της πιο έξυπνη από εκείνη που προηγήθηκε και πιο σοφή από εκείνη που ακολουθεί, όπως λέγεται ότι δήλωνε κάποτε ο Τζωρτζ Όργουελ, κι εγώ, καθώς αναλογίζομαι το κύλισμα των εποχών, σαν να στέκομαι είναι αλήθεια πάνω σε μια όχθη και να κοιτάζω ένα ποτάμι που δεν σταματά, γυρίζω συχνά το βλέμμα προς εκείνη την παλιά γενιά του εικοστού αιώνα στη χώρα μας, τη δική μου και σίγουρα σε αρκετές προηγούμενες, που μου φαίνονται τόσο απόμακρες, συγκινητικές, κάπως διαφορετικές βέβαια από εκείνες που ακολούθησαν, σαν να ανήκαν σε έναν κόσμο με άλλο φως και άλλον ρυθμό, αυτή τη λεπτομέρεια που απεικονίζουν με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο οι πολυάριθμες ασπρόμαυρες ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες, όπου σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές, κύριοι, βασικοί και δευτερεύοντες, μέχρι και εκείνοι οι τραγουδιστές, ακόμα και οι μουσικοί, δίπλα τους, εμφανίζονται ξυρισμένοι, πλυμένοι, με κοστούμι και γραβάτα ατσαλάκωτα, σαν να έχουν βγει από ένα πρωινό που ήξερε να σέβεται τον εαυτό του, με μια συμπεριφορά σαφώς διαφορετική από εκείνη σχεδόν όλων των σημερινών και το ασπρόμαυρο φιλμ να τους αφήνει να κινούνται μέσα στο γνωστό τρεμοπαίξιμο του προβολέα σαν ευγενικές σκιές μιας εποχής που έφυγε χωρίς επιστροφή, κι ίσως σκέφτομαι πως ήταν υπεύθυνο για όλο αυτό το παράδειγμα που έπαιρναν όλοι εκείνοι από τους μεγαλύτερους, όπως το πήρα κι εγώ από τον πατέρα μου κάποτε, δάσκαλο σε διάφορα σχολεία του νομού Τρικάλων και της Αθήνας στα τελευταία χρόνια της καριέρας του, έναν άνθρωπο που τον φαντάζομαι ακόμη να στέκεται μπροστά σε έναν πίνακα, με τη σκόνη της κιμωλίας στα μανίκια του και με τα παιδιά να τον κοιτούν σιωπηλά από τα θρανία, γιατί ο σεβασμός τότε περνούσε από τα μάτια και από το παράδειγμα, και δεν χρειαζόταν να ειπωθεί, και καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο παντοδύναμος χρόνος προχωρεί ακάθεκτος και φέρνει μαζί του καινούργιες νοοτροπίες και συμπεριφορές, τόσο στον ίδιο τον εαυτό μας όσο και στους άλλους γύρω μας, και κυρίως στις νέες γενιές που έρχονται ασταμάτητα πίσω μας, σαν μανιασμένα κύματα που σκάνε το ένα μετά το άλλο στην ίδια βραχώδη ακτή, φέροντας τις δικές τους επιλογές και σαφέστατα την έκδηλη διαφοροποίησή τους από τις παλαιότερες, ένα από τα πιο συναρπαστικά θέματα της σύγχρονης κοινωνιολογίας, κι όμως ταυτόχρονα ένα από τα πιο καθημερινά και ανθρώπινα, γιατί οι γενιές διαμορφώθηκαν μέσα σε εντελώς διαφορετικά τεχνολογικά, οικονομικά και κοινωνικά περιβάλλοντα, κι ενώ εμείς δεν είχαμε αλλά ζήσαμε την ψηφιακή επανάσταση, τη μετάβαση από τον αναλογικό στον ψηφιακό κόσμο, από το γράμμα που ερχόταν πολύ αργά με το ταχυδρομείο σε εκείνο το μήνυμα που τώρα φτάνει σε ένα δευτερόλεπτο, οι νεότεροι, αντίθετα, δεν γνώρισαν ποτέ τον κόσμο χωρίς ίντερνετ και κινητές συσκευές με προηγμένες δυνατότητες, κι ο κόσμος τούς φαίνεται πάντοτε φωτισμένος από μια μικρή οθόνη, εμείς φυσικά πορευτήκαμε με τη γνωστή οικονομική ανέχεια, αλλά δεν μας κατέκλυσε η οικονομική αβεβαιότητα, ενώ ετούτοι οι νέοι μεγάλωσαν μέσα σε διαδοχικές κρίσεις, την προηγηθείσα οικονομική, την πανδημία του κορωνοϊού, τον πληθωρισμό, καταστάσεις που άλλαξαν την οπτική τους γωνία για το μέλλον και τους δίδαξαν να μην εμπιστεύονται τα σίγουρα, και βέβαια να μη λησμονούμε ποτέ ότι η παγκοσμιοποίηση και η άμεση πρόσβαση στην πληροφορία ευαισθητοποίησαν τις νέες γενιές για παγκόσμια ζητήματα, με κυριότερο την κλιματική κρίση, πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι συνέβη με τους προκατόχους τους, σαν να κουβαλούν από μικροί στους ώμους έναν ολόκληρο πλανήτη, αλλά για να επανέλθουμε, η άποψη ότι οι νέες γενιές είναι χειρότερες από τις παλιές δεν είναι καινούργια, πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα διαχρονικό κοινωνικό φαινόμενο που επαναλαμβάνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια, λένε πολλοί, άλλωστε και στην αρχαία Ελλάδα πολλοί παραπονιούνταν γραπτώς για την έλλειψη σεβασμού και την τεμπελιά των νέων της εποχής τους, κι αν ψάξει κανείς στις πέτρες και στους παπύρους κάθε αιώνα, θα βρει το ίδιο παράπονο να ξαναγράφεται με άλλο μελάνι, και πρόσφατα με τη σειρά της η πανταχού παρούσα ψυχολογία μάς λέει ότι οι άνθρωποι τείνουν να ξεχνούν τα αρνητικά του δικού τους παρελθόντος και να κρίνουν τους νέους με βάση τα σημερινά, ενήλικα κριτήριά τους, στα οποία αναφέρουν την κουλτούρα της ευκολίας και την έλλειψη ανθεκτικότητας, τη γνωστή ως «snowflake generation», κι όμως σαφέστατα υφίσταται διαφορά στις αξίες και στην ιεραρχία, αφού οι νέοι δεν σέβονται εκ προοιμίου την αυθεντία, τους θεσμούς, την παράδοση ή τους μεγαλύτερους, θεωρώντας ότι ο σεβασμός δεν χαρίζεται αλλά αντιθέτως κερδίζεται, ενώ οι παλιότεροι, βλέποντας τους σημερινούς τριαντάρηδες να μένουν ακόμη με τους γονείς τους, τους θεωρούν ανώριμους ή ανεύθυνους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους το υφιστάμενο οικονομικό τοπίο, το κόστος ζωής, τα ενοίκια έστω και την εργασιακή ανασφάλεια, που κάνουν τα παραδοσιακά ορόσημα της ενηλικίωσης, την αγορά σπιτιού και την οικογένεια, ανυπέρβλητα όνειρα για πολλούς νέους και τους αναγκάζουν να καθυστερήσουν τις αποφάσεις τους, όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη, σαν ταξιδιώτες που περιμένουν εναγωνίως σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό ένα τραίνο που δεν έρχεται, κι έτσι πολλοί καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι υφίσταται μια διαχρονική παρεξήγηση, ότι κάθε παλαιότερη γενιά κρίνει τη νεότερη με τα εργαλεία του δικού της παρελθόντος και χωρίς να αναρωτιέται πώς, αν οι νέοι λειτουργούσαν σήμερα με τους κανόνες της δεκαετίας του ‘80, θα αποτύγχαναν παταγωδώς μέσα στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο και ψηφιακό περιβάλλον, όπως θα έχανε τον δρόμο του κι ένας από εμάς σε μια πόλη που έχει αλλάξει όλα τα γνωστά της αστικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά σημάδια, και κλείνοντας, τελικά, κάθε φορά που με καταλαμβάνει ο φθινοπωρινός στοχασμός πίσω από το παράθυρο, θα συμφωνούσα με τον Ιρλανδό θεατρικό συγγραφέα Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, όταν έγραφε πως η νεότητα είναι ένα υπέροχο πράγμα, αλλά ταυτόχρονα είναι κρίμα να σπαταλιέται στους νέους, με ένα χαμόγελο που κρύβει μέσα του όλη την ανθρώπινη νοσταλγία και την αιώνια, τρυφερή αδυναμία κάθε γενιάς να αγναντεύει στον καθρέφτη του χρόνου μόνο το δικό της πρόσωπο!
Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας