Όχι, δεν την έχω γνωρίσει. Έχω όμως ακούσει γι’ αυτή, όπως και τοοόσοι άλλοι και όλοι συμφωνούμε ότι χρωστάμε σ’ αυτή. Ένα άρθρο με ημερομηνία 25 Σεπτεμβρίου 1949 με βοήθησε να γνωρίσω πολλά πράγματα για την κυρία Μιχαλού, που χρόνια ακούω να λένε όλοι σχεδόν ότι της χρωστάμε.
Το προαναφερόμενο άρθρο είναι του αείμνηστου δημοσιογράφου Νικολάου Συγγελάκη και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του Ηρακλείου με τίτλο: «ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΚΑ» στη στήλη: Από την Ζωήν. Η συγκεκριμένη εφημερίδα φυλάσσεται στο πλούσιο αρχείο της Βικελαίας μας, στο τμήμα εφημερίδων και περιοδικών.
Σας το παρουσιάζω όπως το βρήκα:
«Πρωί, πρωί εχτύπησε την πόρτα μου. Καλημέρα σας κύριε Γιάγκο, μου λέει. Καλώς την κυρία Μιχαλού, της απαντάω, τι με θέλετε;
-Μα ήλθα ξέρετε για κείνο το χρέος…
-Ποιο χρέος; Δε θυμάμαι να χρωστώ σε κανένα.
-Και όμως χρωστάτε σε μένα. Όλοι οι άνθρωποι μου χρωστούν. Σάββατο σήμερα εβγήκα για εισπράξεις. Άρχισα από τα μεγαλύτερα χρέη. Είστε ο πρώτος που επισκέπτομαι.
-!!!
-Ναι, μην εκπλήττεσαι και μη μου παριστάνεις το άγαλμα. Και συ και όλοι οι άνθρωποι, όπως είπα, μου χρωστάτε. Και άκουσε να δης.
Ο χοντρός εκεί κάτω, που φυσά και ιδρώνει και μερονυχτίς παλεύει για να φουσκώση ακόμη πιο πολύ το παραφουσκωμένο κομπόδεμά του, που θυμώνει και κοκκινίζει και βρίζει και βρίζεται και εξαπατά και εξαπατάται και κλέβει και κλέβεται και δέρνει και δέρνεται κι ακόμη θα σκότωνε αν του ήταν βολικό, πόσα μου χρωστά, αν θα σου πω ακόμη πως είναι κι έρμος κι άκληρος και ολομόναχος στον κόσμο; Τον λάκκο του; Όχι, γιατί ίσα που θα χωρέση τον ίδιο. Ολόκληρο το κομπόδεμα που θα μείνη βέβαια έξω.
Ο λιγνός εκεί πέρα που λιώνει στην καρέκλα του, σαν το κερί στην εικόνα, μπροστά σε μια κόλλα χαρτί, σπαταλώντας σε χίλιες μουντζούρες τη φλόγα της ψυχής του, που ξεζουμίζει το άμοιρο μυαλό του σαν την ελιά στο πιεστήριο για ν’ αραδιάση όλες τις τρέλλες και όλες τις βλακείες του κόσμου ή έστω και όλες τις γνωστικάδες και όλες τις ευφυΐες, μα πάντα μπροστά στα ζηλόφθονα και τ’ αγνώμονα μάτια των ανθρώπων, μόνο και μόνο για να τον πούνε σοφό, δε μου χρωστά και τούτος τα ίδια ίσως και περισσότερα, με τον χοντρό;
Και αυτή η φουσκωμένη χήνα, η κυρία του κυρίου υπουργού, η γυναίκα του εργοστασιάρχου, η συμβία του μπακάλη, η θυγατέρα του Στρατηγού, η κόρη του Τμηματάρχου, το κορίτσι του γιατρού, πόσα και πόσα λες να μου χρωστάνε και τούτες ως διαβαίνουν άφταστες και περήφανες, ανέγγιχτες κι ακατάδεχτες, σινάμενες και κουνάμενες με την τσάντα στον ώμο, τα μάτια στη γη και τη μύτη στον ουρανό; Χιλιάδες και χιλιάδες αμέτρητες χιλιάδες που κοστίζουν η βλακεία τους, η ηλιθιότης τους, η κουφιοκεφαλιά τους, σε μένα τις χρωστάνε.
Κι εκείνος ο άγιος άνθρωπος που δουλεύει για τους άλλους, που κάνει μετάνοιες μέρα και νύχτα, που δίδει τη μπουκιά από το στόμα του, που δεν κλέβει, δεν σκοτώνει δεν λέει ψέματα, που τον πατάνε και λέει ευχαριστώ, που έχει πάντα τις τσέπες αναποδογυρισμένες και το στομάχι άδειο για να χορτάση τους άλλους και να σώση ο ίδιος τη φτωχή ψυχή του, τι να λες πάνω-κάτω, ότι μου χρωστά και τούτος; Ούτε ολόκληρο το βασανισμένο κορμί του, ούτε ακέρια η κακομοιριασμένη ψυχή του δε θα έφταναν για να με πληρώσουν.
-Μα κυρία Μιχαλού…
-Σιωπή, μη με διακόπτεις. Αλλά ας είναι, λέγε επιτέλους τι θέλεις να πης.
-Να, ήθελα να πω ότι και ο χοντρός και ο λιγνός και ο άγιος και η υπουργίνα και η μπακάλαινα και το στρατηγόπουλο και όλοι οι άνθρωποι αυτά που κάνουν τα κάνουν για τι τους αρέσει να τα κάνουν, γιατί σ’ αυτά βρίσκουν χαρά κι ευχαρίστησι, γιατί αυτά νομίζουν ότι είναι ο προορισμός της ζωής και γιατί αφού το νομίζουν, έτσι είναι γι’ αυτούς.
Ζωή δίχως σκοπό, δίχως κίνητρο, δίχως ιδέα, δεν μπορεί να νοηθή, δεν μπορεί να υπάρξη. Αδιάφορο ότι το καλό του ενός είναι κακό για τον άλλο και το καλό του άλλου είναι κακό για τον ένα.
Εκατομμύρια των εκατομμυρίων ψυχές περπατάνε στον κόσμο, μα δεν βρίσκονται δυο με την ίδια, την ίδια απολύτως, γνώμη. Τώρα τι κάθεσαι και μου λες εσύ, κυρία Μιχαλού, που θέλεις να επιβάλης τη δική σου γνώμη. Εκτός αν και συ χρωστάς στην εαυτή σου. Άλλωστε, το είπε και ο ποιητής, ποιος ολίγο, ποιος πολύ, όλοι είμεθα τρελλοί!
-Ο ποιητής! Αυτός είναι που μου χρωστά τα περισσότερα απ’ όλους τους ανθρώπους, μεγάλους και μικρούς, νειούς και γερόντους. Πώς διάβολο να τον ξεχάσω. Χαίρετε, κύριε Γιάγκο, τρέχω να τον προφθάσω πριν πετάξη στη στρατόσφαιρα. Έκανε μια βαθειά υπόκλιση και κίνησε να φύγη. Ένα ερωτευμένο ζευγαράκι πέρασε μπροστά της.
Πλάι με πλάι, χέρι με χέρι, κεφάλι με κεφάλι, σφιχταγκαλιασμένοι με φλόγες στα μάτια, φλόγες στο κορμί, χτύπους στην καρδιά.
-Και αυτοί εδώ, πόσα σου χρωστάνε, της φώναξα, όπως έφευγε βιαστική.
-Αυτοί; Μα δεν τους γνωρίζω καθόλου. Είναι οι μόνοι άνθρωποι που δεν μου χρωστάνε στον κόσμον».
Κακό πράγμα το χρέος, το να χρωστάει κανείς ακόμα χειρότερο!
Κάποιοι το προσπερνούν, όπως ο μακαρίτης ο μπάρμπα Νίκος, συγχωριανός μου που έλεγε: «Δεν με νοιάζει εμένα το χρέος, αλλά με μάθανε ότι χρωστώ και δεν μου δανείζουν»…