Τα κυβερνητικά στελέχη δεν παύουν στιγμή να δηλώνουν με έμφαση και περισσή περηφάνια για το οικονομικό θαύμα της Ελλάδας. Ωστόσο, όμως, τα προσφάτως ανακοινωθέντα στοιχεία της Eurostat διαψεύδουν εκκωφαντικά όλα αυτά.

Η χώρα μας, μαζί με τη βόρεια γειτόνισσά μας, Βουλγαρία, είναι μακράν οι φτωχότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φτάνοντας κάπου στο 70% της αγοραστικής δύναμης του μέσου όρου της Ευρώπης, ενώ στις πρώτες θέσεις φιγουράρουν περήφανα το Λουξεμβούργο και ύστερα η Ιρλανδία, λόγω των γνωστών και θεαματικών της επιτευγμάτων τις τελευταίες δεκαετίες.

Το χειρότερο, όμως, είναι ότι, ενώ ισχύουν όλα αυτά, υπάρχει τρομακτική αύξηση σε κάποια μεγέθη, όπου στρέφεται αναγκαστικά μεγάλο ποσοστό του εισοδήματος του συνήθους ελληνικού νοικοκυριού. Αναφέρομαι στη συνεχιζόμενη άνοδο στις τιμές των κατοικιών και στα ενοίκια εις τα καθ’ ημάς, αν και το συγκεκριμένο αφορά σχεδόν όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πολλοί μεγαλύτεροι ηλικιακά, επαίρονται με στόμφο ότι παλιότερα τα πράγματα δεν ήταν έτσι, αλλά σαφώς καλύτερα, και ίσως να μην έχουν άδικο, αφού η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων πολιτών έφτανε κάποτε στο 90% του μέσου όρου της Ε.Ε.

Είχε μια εικόνα ζηλευτή από όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και ακόμα από την Πορτογαλία. Εδώ και δύο δεκαετίες όμως πολλά άλλαξαν, κι ενώ όλες εκείνες ανασκουμπώθηκαν και έφτασαν στη σημερινή τους κατάσταση, η δική μας χρεοκόπησε, καταγράφοντας απώλειες κάπου στο 25% του ΑΕΠ μας.

Οι αιτίες πολλές, αναλύθηκαν κατά κόρον, αλλά ουδείς φιλοτιμείται να εστιάσει σε αυτές και να διορθώσει πολλά από τα κακώς κείμενα, τις απίθανες παθογένειες του συστήματος, που ακόμη ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία, κάτι που έπραξαν οι προαναφερόμενες χώρες με επιτυχία.

Έτσι, λοιπόν, εδώ που φτάσαμε σήμερα, οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες δυσανασχετούν με την οικονομική τους κατάσταση, όπως φαίνεται ξεκάθαρα καθημερινά, τόσο στις δημοσκοπήσεις όσο και στα παντοδύναμα μέσα (αντι)κοινωνικής (απο)δικτύωσης.

Η ιστορία φυσικά έχει την απάντηση, με τα ατράνταχτα στοιχεία της που διαθέτει! Ρίχνοντας μια ματιά στην πορεία του δημόσιου χρέους της χώρας, παρατηρούμε ότι ο πρώην πρωθυπουργός Κων/νος Καραμανλής, ο οποίος τελευταία δεν χάνει ευκαιρία να κατακρίνει πολλές ενέργειες της Κυβέρνησης, εκτόξευσε τον αριθμό των προσλήψεων στο δημόσιο, αύξησε υπέρογκα τις δημόσιες δαπάνες, τα ελλείμματα και το χρέος.

Φυσικά, δεν ήταν ο μόνος που προχώρησε σε όλα αυτά. Και οι επόμενοι συνάδελφοί του έχουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης, για τους δικούς τους ο καθένας λόγους. Δεν είναι ώρα, ούτε χρειάζεται άλλωστε, να επαναλάβουμε τα ήδη γνωστά.

Η δυστυχία για τη χώρα είναι ότι όλοι οι πρώην πρωθυπουργοί εξακολουθούν να κατακρίνουν τη σημερινή Κυβέρνηση για τη συμπεριφορά της, αλλά χωρίς να ενθυμούνται τη δική τους!

Λογική, βεβαίως, φάνταζε και αναπόφευκτη η όδευσή μας στην σημερινή κατάσταση, στην οποία όμως ένα εξ’ ίσου μεγάλο μερίδιο ευθύνης αναλογεί και στους πολίτες, ασχέτως των γνωστών τους διαμαρτυριών.

Στα μη γενόμενα όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις όποιες εξαγγελίες διαχρονικά, οι πολυσυζητημένες και τόσο απαραίτητες για την ανάπτυξη μεταρρυθμίσεις, δεν έγιναν! Αρκετοί ωρύονται για την λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, αλλά δεν συναινούν στην όποια αυστηρή αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, χωρίς να συζητάμε φυσικά για απολύσεις!

Ποια είναι η κατάσταση στο χώρο της απονομής Δικαιοσύνης σήμερα, σύμφωνα με τους περισσότερους πολίτες; Αρκούντως γνωστή και ασχολίαστη περαιτέρω.

Πρόσφατα ήρθε στην επικαιρότητα μια απόφαση του Υπουργείου Υγείας, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες θα παραπέμπονται στους ειδικούς γιατρούς, μετά από αιτιολογημένη απόφαση του γενικού ή του οικογενειακού τους γιατρού, με την οποία ο γράφων συμφωνεί απόλυτα, λόγω της πολλών δεκαετιών ενασχόλησής του στο συγκεκριμένο αντικείμενο, και σύντομα θα δούμε την σωρεία των κοινωνικών αντιδράσεων.

Για να εστιάσουμε, λόγω έλλειψης χώρου, μόνο στο εν λόγω νομοσχέδιο, να πούμε απλώς ότι το κόστος της σημερινής υγείας θα εκτοξεύεται συνεχώς σε δυσθεώρητα ύψη και αυτό αναγκαστικά θα επιβαρύνει όλους, όσο και να εναντιώνονται μερικοί.

Όσοι έχουν στοιχειώδη γνώση για τα τεκταινόμενα, σε χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, κατανοούν καλύτερα σε τι αναφέρομαι. Είναι περιττό να τονίσω ή να υπενθυμίσω όλα αυτά και πολλά άλλα, χωρίς ίχνος κάλυψης των όποιων κυβερνητικών αστοχιών.

Στην Ελλάδα, όλοι, ασφαλισμένοι και μη, απολαμβάνουν υπηρεσίες που πολλοί κάτοικοι ανεπτυγμένων χωρών ούτε καν ονειρεύονται, αλλά όλα αυτά στερούν πόρους από άλλους τομείς.

Και ας μην αναφερθώ, για την ώρα, στο δημογραφικό πρόβλημα, που θα επηρεάσει αναμφίβολα και το κόστος στην υγεία, συν τοις άλλοις, ή στη φυγή νέων σε άλλες χώρες με καλύτερες συνθήκες εργασίας. Πολλά πράγματα δύσκολα θα αλλάξουν εις τα καθ’ ημάς. Αλλά σε αρκετά είναι απαραίτητη και η νοοτροπία μας!

Ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης είναι τέως διευθυντής Χειρουργικής και συγγραφέας