Η Μαριλού Φοντέν (Βιρζινί Εφιρά), διευθύντρια ενός οίκου ευγηρίας στο Παρίσι, αρνείται να αποδεχτεί την ψυχρή, διεκπεραιωτική αντιμετώπιση των ασθενών με Αλτσχάιμερ, επιμένοντας σε μια προσέγγιση που διατηρεί την αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη επαφή ακόμη κι όταν η μνήμη υποχωρεί. Η καθημερινότητά της αλλάζει όταν συναντά τη Μάρι (Τάο Οκαμότο), μια Γιαπωνέζα θεατρική συγγραφέα και σκηνοθέτιδα που πάσχει από καρκίνο και, μαζί με έναν συμπατριώτη της ηθοποιό, παρουσιάζει μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση.
Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε μια βαθιά ανθρώπινη σχέση, μέσα από την οποία ο Ριγιουσούκε Χαμαγκούτσι διερευνά τη φιλία, την απώλεια και τη δύναμη της τέχνης να μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη ζωή.
Η αφήγηση ξεδιπλώνεται με χαμηλόφωνη ένταση, δίνοντας χώρο στις σιωπές, στις μικρές χειρονομίες και στις συζητήσεις που σταδιακά αποκαλύπτουν τον εσωτερικό κόσμο των δύο γυναικών. Μια τυχαία συνάντηση σε ένα πάρκο λειτουργεί ως αφετηρία για μια απρόσμενη σύνδεση, η οποία αποκτά μεγαλύτερο βάθος καθώς η υγεία της Μάρι επιδεινώνεται και η Μαριλού έρχεται αντιμέτωπη με την εύθραυστη κατάσταση των ανθρώπων που φροντίζει.
Ο Χαμαγκούτσι αποφεύγει τις εύκολες δραματουργικές λύσεις και επιλέγει να προσεγγίσει την ασθένεια και τον θάνατο χωρίς μελοδραματισμούς. Το ενδιαφέρον του στρέφεται περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται την απώλεια και αναζητούν σημεία επαφής όταν η πραγματικότητα μοιάζει να τους απομακρύνει.
Όπως και στο βραβευμένο με Όσκαρ «Drive My Car», η τέχνη και το θέατρο αποτελούν βασικούς άξονες της αφήγησης, προσφέροντας στους ήρωες έναν τρόπο να εκφράσουν όσα δυσκολεύονται να αρθρώσουν στην καθημερινότητά τους.
Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης αποδεικνύει για ακόμη μία φορά την ικανότητά του να αντλεί ένταση από φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, να χτίζει σύνθετες συναισθηματικές καταστάσεις μέσα από τους διαλόγους και να παρατηρεί τους χαρακτήρες του χωρίς να τους κρίνει.
Η σκηνοθετική του προσέγγιση χαρακτηρίζεται από αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία, αφήνοντας την ιστορία να αναπτυχθεί με τον δικό της ρυθμό. Ωστόσο, η διάρκεια λειτουργεί κατά στιγμές εις βάρος της αφηγηματικής συνοχής, με ορισμένες σκηνές να παρατείνονται περισσότερο απ’ όσο απαιτεί η δραματουργία, περιορίζοντας την ένταση που έχει ήδη δημιουργηθεί.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι ερμηνείες της Βιρζινί Εφιρά και της Τάο Οκαμότο, οι οποίες τιμήθηκαν από κοινού με το βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών. Η Εφιρά απομακρύνεται από τη συνήθη εκφραστική αμεσότητά της και υιοθετεί έναν πιο εσωτερικό τρόπο ερμηνείας, αποδίδοντας με λεπτές αποχρώσεις τη σταδιακή συναισθηματική μεταμόρφωση της ηρωίδας της. Η Οκαμότο, αντίστοιχα, προσδίδει στη Μάρι μια διακριτική αξιοπρέπεια, αποφεύγοντας να περιορίσει τον χαρακτήρα της στην εμπειρία της ασθένειας.
Η μεταξύ τους χημεία αναπτύσσεται χωρίς επιτηδευμένες εξάρσεις, μέσα από βλέμματα, παύσεις και μικρές μεταβολές στη συμπεριφορά, που αποδεικνύονται συχνά πιο εκφραστικές από τις ίδιες τις λέξεις.
Με το «Έτσι ξαφνικά», ο Χαμαγκούτσι υπογράφει έναν στοχασμό πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και στην απρόβλεπτη φύση της ζωής. Η ταινία αντιμετωπίζει τη φιλία ως μια εμπειρία που μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, χωρίς να χρειάζεται να διαρκέσει για πάντα. Παρά τις αφηγηματικές κοιλιές της, διατηρεί μια γνήσια τρυφερότητα και αποφεύγει να μετατρέψει τη συγκίνηση σε αυτοσκοπό.
Αυτό που τελικά μένει δεν είναι τόσο η αναμέτρηση με το αναπόφευκτο τέλος όσο η αξία των στιγμών που προηγούνται: η συντροφικότητα, η κατανόηση και η τέχνη ως μέσα επικοινωνίας πέρα από τα όρια της γλώσσας και της μνήμης. Μια ταινία που αναζητά την ομορφιά όχι στην άρνηση της απώλειας, αλλά στην αποδοχή της ανθρώπινης ευθραυστότητας.
