Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931–1996) καταγόταν από εύπορη αστική οικογένεια της Θεσσαλονίκης, η οποία διατηρούσε κλωστοϋφαντουργική επιχείρηση. Παρά τις προσδοκίες να συνεχίσει την οικογενειακή δραστηριότητα, ο ίδιος δεν ακολούθησε αυτόν τον δρόμο, είτε επειδή δεν το επιδίωξε είτε επειδή δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της συγκεκριμένης εργασίας. Η αδυναμία του να συνδεθεί με τον επιχειρηματικό κόσμο οδήγησε τελικά στην απομάκρυνσή του από την οικογενειακή επιχείρηση, η οποία, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εισήλθε σε μια μακρά περίοδο οικονομικής και οργανωτικής παρακμής.
Ο καθηγητής φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Δάνης Κουμασίδης γράφει για τον ποιητή Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου
Το κυρίαρχο στην ποίηση του Ασλάνογλου είναι η εικόνα. Η εικόνα ως παράσταση αποτελεί μορφή γνώσης. Ο ίδιος την ονομάζει τοπολατρία και τα ποιήματα του ποιήματα απουσίας, ενώ κάποια στιγμή ισχυρίζεται και μια απουσία του ερωτικού! Το αντικείμενο του έρωτος στον Ασλάνογλου, παραμένει νεφελώδες, υπαινικτικό, ανεκπλήρωτο. Όταν το ανεκπλήρωτο παραμένει στην κατάσταση της επιθυμίας είναι βασανιστικό. Υπ’ αυτή την έννοια, ο ποιητής ανασυστήνει το ερωτικό μέσα από το φαντασιακό της απομόνωσης. Ο ίδιος σφύζει ενδεχομένως από την ανεκπλήρωτη ερωτική επιθυμία αλλά έχει συμβιβαστεί με την απουσία του και τον συνεπαγόμενο πόνο.
Το θαυμαστό στην περίπτωση αυτού του μυστηριώδους Θεσσαλονικιού είναι πως κατορθώνει σε πολλές περιπτώσεις να εικονοποιεί ή ακόμα και να τοπολατρεί, για να χρησιμοποιήσουμε τη δική του έκφραση, το συναίσθημα αβίαστα μέσω των λέξεων. Με τον ίδιο τρόπο που αναδεικνύει τον έρωτα και το πάθος ενώ ισχυρίζεται την απουσία τους. Άλλωστε και ο ίδιος αποτέλεσε κατά βάση μια απουσία, μια προσπάθεια να εικονοποιηθεί αυτή η απουσία μέσα από το Άλλο. Η εικόνα λοιπόν ως έρωτας. Ομολογώ πως πολλές φορές έχω αισθανθεί πως είδα μέσα από τα μάτια του την Περαία, την Επανομή ή το αεροδρόμιο Μίκρας…
Ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου σε πρώτο πρόσωπο
Έζησα πιστεύοντας στην απόλυτη ελευθερία της βούλησης. ‘Έζησα πιστεύοντας ότι μπορούμε τελικώς να κάνουμε ό,τι θέλουμε προκειμένου να ολοκληρώσουμε την προσωπικότητά μας μέσα σε ένα κοινωνικό δεδομένο. Βασικά, τώρα πια ξέρω ότι η άσκηση της ελευθερίας της βούλησης έχει να κάνει με μια αλυσίδα μικροκαταναγκασμών.
Δυστυχώς, η ελευθερία της βούλησης δεν περνάει μέσα από τις ιδανικότερες συνθήκες.
Οι ποιητές δεν θέλουν χώρο. Οι ποιητές είναι πουλιά που πετούν. Σπάνια ξεκουράζονται ακουμπώντας στη γη. Οι ποιητές παντού είναι ανεπιθύμητοι γιατί είναι ριζοσπάστες, αρνητές, υπενθυμίζουν την πλήξη που φέρουν όλοι όσοι έχουν αφεθεί στην καθημερινότητα.
Συχνά στα ποιήματά μου μπερδεύεται το “εγώ” με το “εσύ”. Στον προσεκτικό αναγνώστη αυτό φαίνεται καθαρά. Στα ποιήματά μου το “εγώ” και το “εσύ” είναι το ίδιο πρόσωπο. Αυτό είναι στοιχείο αυτιστικό. Μου το είπε ένας ψυχίατρος… αυτός το παρατήρησε, εγώ δεν το ήξερα.
Αποφεύγω τον κλειστό χώρο. Μ’ αρέσει να ζω έξω από το σπίτι… να περπατάω, να χαζεύω στους δρόμους. Μ’ αρέσει όπως γράφω και σ’ ένα μου ποίημα, το σεργιάνι. Γενικά όταν βρίσκομαι στο δρόμο πολλαπλασιάζομαι, ταυτίζομαι με τον έξω κόσμο. Ενώ όταν είμαι μόνος στο δωμάτιό μου, σε ένα οποιοδήποτε δωμάτιο, απομονώνομαι, χάνω την επαφή μου με τον κόσμο. Κα αν μείνω μέσα πάνω από 24 ώρες χάνω κάθε επαφή. Αν μείνω μέρες; Tα πράγματα χειροτερεύουν επικίνδυνα. Γι αυτό είμαι συνεχώς έξω, οι κλειστοί χώροι για μένα είναι απειλή. Ενώ μέσα στους θορύβους της πόλης νιώθω μια ασφάλεια. Με τρελαίνουν οι εναλλασσόμενες οπτικές παραστάσεις. Γι αυτό και τρώω πάντα έξω. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας είμαι έξω, γράφω έξω, διαβάζω έξω
Διακατέχομαι πολλές φορές από τον φόβο του θανάτου. Φοβάμαι τον θάνατο, φοβάμαι την ανυπαρξία, φοβάμαι την μετάβαση από την κατάσταση της ζωής στην κατάσταση του θανάτου. Αυτό είναι το πιο βασικό μου πρόβλημα με την ιδέα του θανάτου.
