Μια μέρα συζητούσαμε με τον Ταχτσή για το πώς πρέπει να μιλάμε, γράφει ο Αλέκος Φασιανός. Οι νεοέλληνες μπερδεύουμε διάφορα στυλ, ανάμεσα σε καθαρεύουσα και δημοτική, έτσι που να μη μπορούμε να εκφραστούμε καθαρά, γιατί άλλα μαθαίναμε στο σχολείο οι μισοί και άλλα οι άλλοι μισοί. Κι έτσι το συνονθύλευμα της γλώσσας συνοδεύεται από μορφασμούς και κινήσεις ελλείψει λέξεων. Ο Ταχτσής ήταν για μια ενιαία γλώσσα, αυτή τη γλώσσα που διαμορφώθηκε από την καθημερινότητα, από το λαό που λέμε. Ακόμη έλεγε ότι και οι λέξεις οι ξένες που μπήκαν στο λεξιλόγιο μας , όταν εκφράζουν μίαν έννοια που δεν εκφράζεται με ελληνική λέξη, να τις χρησιμοποιούμε. Εξ άλλου ο ίδιος μεταχειρίζεται τη λέξη «Ρέστα» για τίτλο βιβλίου, που είναι ξένη λέξη, κι ένα ποίημα του το περιγράφει «Αντίο». Σε ένα γράμμα του μου έλεγε ότι δεν πρέπει να λέμε «τομάτα» όπως μερικοί ξενομαθείς αλλά όπως έχει διαμορφωθεί από τους Έλληνες «ντομάτα».
Η γλώσσα που έγραψε, και ήταν η επανάσταση που έφερε στη λογοτεχνία, είναι η γλώσσα που είχε μάθει να μιλά, η γλώσσα που οι περισσότεροι Έλληνες μιλούν μεταξύ τους όταν συνομιλούν. Την άκουσε και την απέδωσε σε μας καθαρή και επεξεργασμένη. Έλεγε: μια γλώσσα πρέπει να μιλάμε, να μην είναι φτιαχτή άλλα αυθόρμητη. Μέσα από τα κείμενα του βγαίνει η αλήθεια, διδάσκεται η γνώση και η ορθή έκφραση στο λόγο. Ήταν ένα πνεύμα μοναδικό που συνέλαβε ακριβώς τη σημασία της υπάρξεως μας, την πραγματικότητα. Συνέλαβε την έκφραση του έρωτα, την απλή, τα μικρά πάθη τα καθημερινά μας. Αισθάνθηκε την Ελλάδα όπως είναι, μ΄ένα μάτι καθαρό, περιγράφοντας τη ζωή του ή τη ζωή των άλλων γύρω από αυτό που έζησε και είδε.
Κι έτσι δημιουργείται ο μύθος που βγαίνει από την πραγματικότητα και γίνεται ιδέα. Κι αυτή η ιδέα πλησιάζει τόσο πολύ την αλήθεια, που τελικά γίνεται μια άλλη πραγματικότητα, τόσο καθαρή, τόσο τέλεια που βλέποντας την θελουμε να της μοιάσουμε, να ταυτιστούμε με αυτήν, γιατί μας αποκαλύπτει την ψυχή μας. Και η ιδέα αυτή γίνεται παγκόσμια. Και γι΄αυτό ο κόσμος αγάπησε τόσο τον Ταχτσή.
*Από το αρχείο του Κώστα Φασουλά
