Το πορτρέτο του Κώστα Ουράνη

Ο Κωστας Ουράνης, γεννήθηκε το 1890 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς που κατάγονταν από το Λεωνίδιο Κυνουρίας και πέθανε το 1953 στην Αθήνα. Ψευδώνυμο του Κώστα Νιάρχου, σύζυγος της συγγραφέως και κριτικού Ελένης Νεγρεπόντη, γνωστής ως Άλκης Θρύλος. Την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Σαν όνειρο» την αποκήρυξε. Συνέχισε με την «Spleen» το 1912 και «Νοσταλγίες» το 1920.. Τον διακρίνει ένας διαβρωτικός λυρισμός και ένα κοσμοπολίτικο ύφος. Εμπνέεται από τη φύση, την ομορφιά, την γραφικότητα. Στα ταξιδιωτικά του, η στάση του είναι η στάση ενός αριστοκράτη του παλιού καιρού, που παρατηρεί χωρίς να γίνεται ένα με τον ξένο τόπο. Τα κείμενά του προσφέρουν την υποβολή, τη ρέμβη, την παραμυθία της φυγής.

Θα μπορούσαμε να τον πούμε, ως τελευταίο ρομαντικό των Γραμμάτων μας, επισημάνει  ο Μιχαήλ Περάνθης.  Γλιστρώντας πάνω απ’ τα κύματα της λύπης, που ήταν ολόκληρη ψυχική, αντιπαρέρχονταν την καθημερινότητα, ξέφυγε την πεζολογία των πρακτικών ημερών και μετατοπίζονταν σε μια περιοχή καμωμένη από το δικό του κλίμα, όπου η νοσταλγία του εύρισκε τροφή και η θλίψη του διέξοδο.

Αν διέφερε σε κάτι από τους ρομαντικούς, προσθέτει,. ήταν πως οι μετατοπίσεις, η φυγή του, ο αποδημητισμός του, δεν πραγματεύονταν μόνο στη φαντασία. Τα ζούσε, το ταξίδι και την αλλαγή. Η φυγή γίνονταν πραγματοποιημένο τραγούδι, μια ζώσα μεταρσίωση ανάμεσα στην ονειροπόληση που προηγείτο και στην νοσταλγία που ακολουθούσε.

Ο Ουράνης τοποθετείται ανάμεσα στους λεγόμενους παρακμιακούς ή νεορομαντικούς Έλληνες ποιητές του Μεσοπολέμου (Καρυωτάκης, Άγρας, Λαπαθιώτης, Κλέων Παράσχος και άλλοι) και καθοριστική ήταν η επίδραση που δέχτηκε από το Μπωντλαίρ. Το έργο του χαρακτηρίζεται από έντονες συμβολιστικές επιρροές με κυρίαρχο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, το μελαγχολικό τόνο, το αίσθημα της ανεκπλήρωτης ευτυχίας, της νοσταλγίας, της πλήξης και τη διάθεση φυγής, η οποία όμως υπονομεύεται από μια ρεμβαστική νωχελικότητα.

Ως ποιητής ο Ουράνης, με τη βαθιά και ουσιαστικά κοσμοπολίτικη παιδεία του, επηρεασμένος από τον Μπωντλαίρ και τους Γάλλους «ποιητές της παρακμής» (όπως αυτοχαρακτηρίζονταν πριν επικρατήσει ο όρος συμβολιστές), καλλιέργησε μια ποίηση χαμηλών τόνων, στην οποία επικρατούσαν τα αισθήματα της ανίας, της συγκρατημένης απελπισίας, της νοσταλγίας και της φυγής. Ωστόσο, οι καταστάσεις αυτές, κυρίαρχες στους γαλλικούς κυρίως λογοτεχνικούς κύκλους, στα τέλη του 19ου αιώνα, μεταφερμένες τώρα σε μια άλλη εποχή, την περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με μια διαφορετική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η οποία ευνοούσε ιδιαίτερα τα νέα εικονοκλαστικά αισθητικά κινήματα, έμοιαζαν να κατάγονται μάλλον από φιλολογικές επιρροές, παρά από εμπειρίες ζωής.

Ως ανταποκριτής και δημοσιογράφος ταξίδεψε σ’ όλο το κόσμο και μ’ αναφορά τα ταξίδια του έγραψε ταξιδιωτικά βιβλία. Παράλληλα αντιμετώπιζε προβλήματα με τη μόνιμα κλονισμένη υγεία του. Η κατάσταση του επιδεινώθηκε μετά τη κατοχή. Από τότε, χρειάστηκε να νοσηλευθεί κατά καιρούς στο σανατόριο Παπανικολάου, στα Μελίσσια Αττικής. Στο σανατόριο αυτό πέθανε στις 12 Ιουλίου 1953 από καρδιακή προσβολή.

Στον δεύτερο ενικό της οικειότητας είναι ο χαιρετισμός της Κικής Δημουλά προς τον ομότεχνό της.

«Σου απευθύνομαι. Και σίγουρα θα ενοχλείται η ισχυρογνώμων σιωπή σου που ανακατεύομαι στα προσωπικά σας. Αλλά την εκλαμβάνω σαν σημάδι πως υπάρχεις και θέλω να την κάνω να το ομολογήσει. Για το καλό και των δυο σας και για το δικό μου καλό προπάντων επειδή, σαν αισιόδοξα έντρομη που είμαι, καλλιεργώ ότι η απουσία μπορεί να είναι ένα τρικ της προσωρινότητας, μια χωρατατζού παραλλαγή της παρουσίας -ποιος είπε ότι δε χωράνε αστεία στον θάνατο. Σου απευθύνομαι άλλωστε μετά τη σφυγμομέτρηση που έδειξε η διαχρονικότητα της ποίησής σου να προηγείται της λησμοσύνης με μεγάλο ποσοστό. Αρα υπάρχεις».*