Μετράμε αντίστροφα!

Εκδήλωση για τα 80 χρόνια.

Δείτε το σχετικό video

Ο Κρητικός που με τη φωνή του κατήργησε την τυπογραφία…

Με επιβλητική φυσιογνωμία, στεντόρεια και καθαρή φωνή, αριστοκρατικό αέρα και έξοχες ερμηνείες, ήταν ένας ηθοποιός με σπάνιο ταλέντο και κορυφαία προσωπικότητα στο εγχώριο καλλιτεχνικό στερέωμα. Πρωταγωνιστής και θιασάρχης του θεάτρου, διανοητής της τέχνης και των γραμμάτων, είχε μια αξιοσημείωτη παρουσία και στον ελληνικό κινηματογράφο, κερδίζοντας το πλατύ κοινό αλλά και τον πιο απαιτητικό κριτικό.

Όπως εύστοχα αναφέρει στο αφιέρωμα της η Φίνος Φιλμ και προσυπόγραφε το ertnews, «ο Μάνος Κατράκης δεν ήταν απλώς ένας από τους κορυφαίους ηθοποιούς της χώρας, αλλά η αγέρωχη περπατησιά της. Κουβαλούσε στο λιπόσαρκο σώμα του, σμιλεμένο σαν χαρακτικό του Α. Τάσσου, τη βασανισμένη ιστορία του τόπου, τις περήφανες στιγμές της, μέσα από τις αθάνατες ερμηνείες του, αλλά και την περήφανη στάση ζωής του. Αδάμαστη προσωπικότητα, ο Μάνος Κατράκης δεν ήταν άγιος -το καλούπι έσπασε από έναν άλλο Κρητικό, τον αρχάγγελο Νίκο Ξυλούρη– αλλά ένας άνθρωπος με πάθη και αδυναμίες, ένα σύμβολο του ψηφιδωτού που συνθέτει την ευρύτερη ρωμιοσύνη».

Με τον έρωτα της ζωής του, Λίντα Άλμα

Η βιβλική του μορφή, το λεβέντικο παράστημα, τα μάτια που βγάζαν σπίθες, το ερμηνευτικό του μεγαλείο και αυτή η φωνή, από μόνη της συναρπαστική, μια μελωδική περιπέτεια, μια «Οδύσσεια» που πάντα θα μας επιστρέφει στις ρίζες μας, ήταν χαρίσματα υπερφυσικά, αδιανόητα πώς συμπυκνώθηκαν πάνω σε ένα ξυπόλυτο παιδί από το Καστέλλι Κισσάμου.

«Ο Κατράκης, με τη φωνή του -έγραψε ο Κ. Γεωργουσόπουλος-, κατάργησε την τυπογραφία. Ξανάκανε τη γλώσσα μουσική τής αγοράς λαού, έδωσε στη γλώσσα, που οι περιπέτειες τής αστικοποίησης και της κατανάλωσης την έκαναν εργαλείο συναλλαγής, τη διάσταση της ψυχικής επικοινωνίας που είχε πάντα στη συνείδηση του λαού μας. Την ουσίωσε.

Την πήρε από τα μάτια των αναγνωστών και την ακούμπησε στα αυτιά των ανθρώπων. Από τον λίχνο της μοναχικής παρηγοριάς μετέφερε τη νεοελληνική ποίηση στην Εκκλησία του Δήμου. Η φωνή του, ένα φυσικό προϊόν, που έγινε με το συναίσθημα, την εμπειρία και την καλλιέργεια, πολιτισμικό φαινόμενο, αποκατέστησε τη σχέση των ποιητών με τους φυσικούς τους αποδέκτες, το λαό. (…)».

«Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει!»

Από την εκπληκτική ταινία «Συνοικία στο όνειρο»

Γεννήθηκε στο Καστέλλι Κισσάμου στις 14 Αυγούστου του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του έμπορου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης.

Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια, η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα, καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο.

Από μικρός αναγκάστηκε να ενηλικιωθεί και να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του συχνά «έλειπε για δουλειές» και ο μεγαλύτερος αδελφός του είχε φύγει για την Αμερική.

«Εσείς τιμάτε τα 50 της καλλιτεχνικής μου δραστηριότητας. Σας ευχαριστώ. Εγώ όμως θέλω να σας πω ποιος είμαι. Θέλω να με γνωρίσετε σωστά. Θέλω να σας πω πως γεννήθηκα στην Κρήτη. Μεγάλωσα ξυπόλητο παιδί στις αμμουδιές της πατρίδας μου, πως έβαζα στ’ αυτιά μου τα κοχύλια της θάλασσας να ακούσω τη βουή του ωκεανού.

Δεν ήξερα να αποζητώ την ομορφιά, μα η ομορφιά ξεδιπλωνόταν ολόγυρά μου. Δεν ήξερα να αποζητώ τη λεβεντιά. Μα η λεβεντιά με συνέπαιρνε μέσα από τις ιστορίες του παππού μου.

Αφήστε να παινέψω την πατρίδα μου. Το αξίζει! Έγινα ηθοποιός όπως θα μπορούσα να γίνω και σιδηρουργός. Ήθελα να ξοδιάσω όσες δυνάμεις κρύβαν τα μπράτσα μου και η ψυχή μου…», θα πει ο μεγάλος καλλιτέχνης, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα της καρδιάς και απευθυνόμενος στους παρευρισκόμενους της τιμητικής εκδήλωσης που διοργανώθηκε στα 50χρονα της καλλιτεχνικής του πορείας, τον Μάρτιο του 1981, στο Παρίσι.

«Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο»

Μιλώντας σε συνέντευξή του στο περιοδικό «Πολιτιστική» για τον άνθρωπο Μάνο Κατράκη, έλεγε χαρακτηριστικά: «Τι να σας πω; Εγώ είμαι ένα απλό παιδί. Ξεκίνησα απ’ το άκρο δυτικό της Κρήτης: μας έφερε η μάνα μου στην Αθήνα για να μας κάνει ανθρώπους.

Πάρα πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και δυστυχίες και κατατρεγμοί, λόγω της καταγωγής μας, που ’μαστε απ’ την Κρήτη, και με τα βενιζελοβασιλικά που όποιοι ήτανε Κρητικοί ήτανε “κόκκινο πανί”. Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο, εδώ στην “Παλιά Ελλάδα”, που λέμε.

Και καταλαβαίνετε ότι οι δυσκολίες της ζωής ήτανε τεράστιες και για να σπουδάσει κανείς και για να βρει τον δρόμο του». Παρ’ όλα αυτά, ο Μάνος αρχίζει ν’ ασχολείται με πράγματα που του αρέσουν. Αρχικά παίζει ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο. Γρήγορα, όμως, διαπιστώνει πως η μεγάλη του αγάπη είναι το θέατρο.

Γιάννης Ρίτσος και Μίκης Θεοδωράκης, παράσταση στην Καλφάτου

«Στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα»

«Εγώ βέβαια -έλεγε στην ίδια συνέντευξη- δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Δεν ήξερα καλά-καλά τι θα πει θέατρο. Ξεκίνησα για μια πιο θετική δουλειά. Δηλαδή στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός.

Κάναμε ένα γαμπρό που ανακατευόταν με τις οικοδομές, ήθελε να με κάνει μηχανικό οικοδομών, πήγα στο μικρό Πολυτεχνείο, δεν το τελείωσα. Τελικά, τελείως συμπωματικά, βρέθηκα στο θέατρο.

Αυτά σας τα λέω τώρα με άλματα μεγάλα, τεράστια άλματα. Τελείως συμπωματικά βρέθηκα στο θέατρο, σ’ ένα χώρο που δεν είχα καμιά οικείωση και μπορώ να πω ότι ακόμα δεν την έχω. Θέλω να πω ότι η νοοτροπία του θεάτρου δεν μ’ έχει αιχμαλωτίσει, δεν μ’ έχει πάρει με το μέρος της εντελώς. Όπως είναι οι τρόποι που μεταχειρίζονται οι άνθρωποι στο θέατρο.

Όχι ότι είναι τρόποι ανεπίτρεπτοι, όχι, αλλά χρειάζεται κάποια ευελιξία, κάποια ανοχή πολλές φορές, ίσως, κάποια ένταξη σε κάποιο ρεύμα ή σε μια αυλή ενός ισχυρού θεατρικού παράγοντα».

«Υπήρξε μια αποκάλυψη.

Ο κ. Κατράκης γέμισε τη σκηνή»

Το ντεμπούτο του σε θεατρική σκηνή θα συμβεί μάλιστα πριν καν κλείσει τα 18 χρόνια της ζωής του, με τον θίασο «Οι Νέοι». Η υποκριτική του δεινότητα ενθουσίασε τον σκηνοθέτη Κώστα Λελούδα κι έτσι έναν μόλις χρόνο αργότερα, το 1928, θα κάνει και το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του ΄21».

Ο Μάνος Κατράκης, από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση στο θέατρο, φανέρωσε το υποκριτικό του ταλέντο και ανέβηκε γρήγορα την κλίμακα της θεατρικής ιεραρχίας, για να καταλάβει μια δεσπόζουσα θέση ανάμεσα στους κορυφαίους ηθοποιούς μας.

Με τη Μελίνα και τον Ντάσεν

Η κριτική τον αντιμετωπίζει με ενθουσιασμό από τις πρώτες του παραστάσεις. Για τον ρόλο του Χαρίδημου, στον «Ερωτόκριτο», ο Άλκης Θρύλος έγραψε: «Υπήρξε μια αποκάλυψη.

Ο κ. Κατράκης γέμισε τη σκηνή μόλις παρουσιάστηκε, χόρεψε με χάρη γοητευτική και μια εξαιρετική ευλυγισία και έπαιξε σαν δοκιμασμένος ηθοποιός». Ενώ ο Μιχαήλ Ροδάς τον χαρακτήρισε «λεβέντη στην όψη και στο κορμί», «ελπίδα του νεωτέρου μας θεάτρου, ένα καλλιτεχνικό αστέρι λαμπρό», για το οποίο πίστευε ότι «η Κρήτη που τον έβγαλε έπρεπε να υπερηφανεύεται».

Οι πρώτοι γάμοι

Ο νεαρότατος Κατράκης αμέσως θα ενταχθεί στον περίφημο «Θίασο της Ελευθέρας Σκηνής» της Μαρίκας Κοτοπούλη και του Μυράτ, όντας πια μόνιμο μέλος του. Το 1930 θα μετακινηθεί στο «Λαϊκό Θέατρο» και ήδη από το 1932 θα βρει τη νέα θεατρική του στέγη στο νεότευκτο Εθνικό Θέατρο (Βασιλικό Θέατρο τότε), όπου θα αφήσει ήδη παρακαταθήκη συγκλονιστικές ερμηνείες, όπως μας πληροφορούν οι κριτικοί θεάτρου της εποχής για τη σκηνική παρουσία του νεαρού Μάνου.

Μέχρι το ξέσπασμα του ελληνο-ιταλικού πολέμου, ο Κατράκης είχε ανέβει γρήγορα τα σκαλιά της θεατρικής ιεραρχίας και πλέον ήταν ένας καθιερωμένος ηθοποιός παρά το νεαρότατο της ηλικίας του.

Η δεκαετία του 1930 τού ανήκε καθοριστικά, καθώς καταξιώθηκε υποκριτικά, συνδέθηκε με αληθινή φιλία με πολλές προβεβλημένες προσωπικότητες του τόπου και έκανε και τον πρώτο του (σύντομο) γάμο με την ηθοποιό Άννα Λώρη.

Θα παντρευτούν στις 6 Σεπτεμβρίου του ΄34. Λόγω των αντιρρήσεων της μητέρας της, που προτιμούσε έναν πλούσιο της εποχής, το ζευγάρι αποφασίζει να «κλεφτεί», ενώ οι εφημερίδες της εποχής γράφουν: «Ο ηθοποιός κ. ΚΑΤΡΑΚΗΣ ΑΠΗΓΑΓΕ ΚΑΙ ΕΝΥΜΦΕΥΘΗ ΤΗΝ ΝΙΤΣΑΝ ΛΩΡΗ. Η μοιραία λέξις αρχή του ειδυλλίου-Γάμος ρεφενηδόν κ. παπάς βερεσέ-Διά να μη γίνη δεκτή η πρότασις γάμου ενός εκατομμυριούχου».

Παρά τον έρωτα και την τρέλα τους χωρίζουν τον επόμενο χρόνο μετά από παρεμβάσεις της πεθεράς…

Ταυτοχρόνως, εκδήλωσε τα αριστερά του αισθήματα, αυτά που θα του έφερναν ευθύς αμέσως τόσες σκοτεινές περιπέτειες…

«Ο γάμος του τέλειωσε σύντομα -γράφει ο Ν. Μουρατίδης- και γρήγορα ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή. Συμμετείχε στο μέτωπο και πολέμησε γενναία, αλλά δραματικά γεγονότα στιγμάτισαν την τότε ζωή του: ένας δεύτερος γάμος που κι αυτός δεν ορθοπόδησε, ο χαμός κατά τη γέννα των μοναδικών δίδυμων παιδιών του».

Δεύτερη σύζυγος του ήταν η Νένα Βρακοτσώλη.

«Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα-ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Πού να φτάσει να θρέψεις, μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο. Η γυναίκα μου τελικά έκανε αποβολή οκτώ μηνών, είχε δίδυμα. Αρχίσαμε να πουλάμε ό,τι είχαμε. Τελειώσανε και αυτά.

Τώρα…;», είχε αναφέρει ο ίδιος στη βιογραφία του με τίτλο «Μάνος Κατράκης – Στη ζωή, τη σκηνή και την οθόνη» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Με τους ποιητές Γιάννης Ρίτσο, Οδυσσέα Ελύτη και τον Μίκη

Το 1943, όταν ανέλαβε πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση του Κρατικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης.

Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει «δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών» οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, τον βοήθησε να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές.

«Σύντροφε Μάνο, κρητικόπουλο, Ερωτόκριτέ μας, άξιε γιε της Ρωμιοσύνης

Έρωτας είσαι και ομορφιά και λεβεντιά και αγάπη

στο μπόι σου παίρνει μέτρο η ανθρωπιά και η τέχνη

μες στη φωνή σου ακέριος ο λαός βρίσκει την πιο σωστή φωνή του

μες στη φωνή σου πέντε αηδόνια, τρεις αητοί κι ένα λιοντάρι

δένουν τη φιλία του κόσμου.

Σύντροφε Μάνο εσένανε σου πρέπουν αψηλόκορφοι ύμνοι

σαν τον πάππο σου τον ψηλορείτη…» έγραψε γι’ αυτόν ο μεγάλος ποιητής.

Ταυτόχρονα είχε τη δύναμη να εμψυχώνει όποιον σύντροφό του συναντούσε στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.

Ο ιππόδρομος

Μακρόνησος στα 1950

Όταν επιστρέφει στην Αθήνα, η χώρα είναι ακόμα βαριά πληγωμένη. Ο Μάνος Κατράκης δεν βρίσκει αμέσως τον δρόμο του. Δουλεύει ευκαιριακά, μα δεν σταματά να ελπίζει και να επιμένει.

«Ξέρεις ότι η Ελλάδα είχε γεμίσει τυχερά παιχνίδια την εποχή εκείνη. Όλα τα ψαρομάγαζα, όλες οι αγορές, παντού, όπου σύχναζε ο φτωχόκοσμος ήτανε γεμάτα ρουλέτες και “31”. Με κρατάνε που λες στη λέσχη και με βάζουνε να παίξω. Κέρδισα την πρώτη μέρα.

Μετά σηκώθηκα, πήγα σπίτι μου με το παραδάκι στην τσέπη. Γλυκάθηκα όμως, ξαναπήγα και κόλλησα κι εγώ στη λέσχη, όπως καταλαβαίνεις, αλλά μάλλον μου τα έτρωγε, παρά κέρδιζα.

Εκεί πέρα, αλλά και σε όλες τις λέσχες της εποχής, σύχναζαν κάθε είδους άνθρωποι. Μαυραγορίτες, προδότες, καταδότες, άνθρωποι της αντίστασης που εκτελούσαν κάποια αποστολή, άνθρωποι φτωχοί και πεινασμένοι που όλες τους τις ελπίδες τις είχαν αφημένες στη θεά τύχη.

Ακόμα και Γερμανοί μπαίνανε. Μια και η λέσχη δεν με σήκωνε, άρχισα να σκέφτομαι με ποιο τρόπο θα ενίσχυα τον μισθό μου που, όπως σου είπα, άντε να έφτανε για ένα πιάτο φαΐ. Και τη βρήκα. Ο Μάνος Κατράκης βρέθηκε να πουλάει ψάρια για τέσσερις μήνες». *Από το βιβλίο «ΚΑΤΡΑΚΗΣ. Η ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη όπως την αφηγήθηκε στον Αλέξη Κομνηνό», εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ.

Τη δεκαετία του ΄60, ο Μάνος Κατράκης γίνεται σταθερός θαμώνας του ιπποδρόμου, ένα από τα μεγάλα του πάθη, το ίδιο και ο Βασίλης Αυλωνίτης. Πηγαίνει από το πρωί, πολύ πριν ξεκινήσουν οι κούρσες για να δει από κοντά τα άλογα, τα οποία λάτρευε.

«Στον ιππόδρομο τον παρακινούσα κι εγώ να πηγαίνει, γιατί ήξερα ότι τον ξεκούραζε. Λάτρευε πολύ τα άλογα – στον στρατό ήταν στο ιππικό.

Κι όταν πήγαινε στον ιππόδρομο δεν πήγαινε τόσο για να παίξει, όσο για να βλέπει τ’ άλογα. Πολλές φορές κατέβαινε πρωί-πρωί και τα τάιζε, κι αυτά τον γνώριζαν», είχε πει στη συνέντευξή της η Λίντα Άλμα.

Ο μεγάλος έρωτας της ζωής του

«Από τη στιγμή που γνώρισα τον Μάνο, άρχισα να καταλαβαίνω διαφορετικά τη ζωή», είπε για εκείνον ο μεγάλος του έρωτας στην «Ελευθεροτυπία» το 1985, ένα χρόνο μετά τον θάνατό του.

Η Λίντα Άλμα, σημαντική χορεύτρια και ηθοποιός, τρίτη και τελευταία σύζυγος του σπουδαίου ηθοποιού Μάνου Κατράκη, συνοψίζει μάλλον αυτό που όλοι κάποτε αισθανθήκαμε βλέποντάς τον να παίζει.

Σαν το θέατρο, ολόκληρη η έννοια του ηθοποιού να άλλαζαν τελείως νόημα και να συμπυκνώνονταν σ’ εκείνη τη φωνή που κατάφερνε να δημιουργεί από ήχους εικόνες, που μας έκανε ταξίδια και μας χάριζε αυτές τις σπάνιες, τόσο πολύτιμες στιγμές που το δέρμα διαχωρίζεται από το τρίχωμά του.

«Η Λίντα αντικατέστησε ό,τι είναι δυνατόν να υπάρξει αγαπημένο σ’ έναν άνθρωπο. Μάνα. Πατέρα. Ερωμένη. Σύζυγο. Φιλενάδα. Θύμα. Τι να σου πω. Υπηρέτη. Αφέντη. Τι να σου πω. Δηλαδή δε νομίζω ότι βρίσκονται εύκολα τέτοιοι άνθρωποι.

Είναι ένα πλάσμα άλλου κόσμου! Εγώ της έδωσα μάλλον πίκρες. Όμως, τη λατρεύω», είχε πει σε κάποια συνέντευξή του.

Οι δυο τους γνωρίστηκαν το 1955 (παντρεύτηκαν όμως 24 χρόνια μετά, το 1979), όταν ο Κατράκης ίδρυε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο στο Πεδίο του Άρεως.

Ο Κατράκης έπαιξε σε πολλά θεατρικά έργα και σε πολλές ταινίες στον κινηματογράφο. Ξεχωρίζουν οι ερμηνείες του στον «Μαρίνο Κοντάρα» του Γιώργου Τζαβέλα (1948), στη «Συνοικία το όνειρο» του Αλέκου Αλεξανδράκη (1961) στην «Ηλέκτρα» του Μιχάλη Κακογιάννη (1962), στο «Ένας ντελικανής» του Μανόλη Σκουλούδη (1963).

Βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο για την ερμηνεία του στον ρόλο του Κρέοντα στην «Αντιγόνη» του Γ. Τζαβέλλα και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για τη συμμετοχή του στο «Συνοικία το όνειρο».

Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας «Ταξίδι στα Κύθηρα», με σκηνοθέτη το Θόδωρο Αγγελόπουλο, άφησε την τελευταία του πνοή, στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, χτυπημένος από καρκίνο των πνευμόνων.

«Αν ο Μάνος Κατράκης μεσουρανούσε στη θεατρική ζωή του τόπου μας, δεν το χρωστάει μονάχα στο λεβέντικο παράστημα και στο συναρπαστικό φωνητικό όργανο, μα στην απόλυτη ψυχική του αφοσίωση στην Τέχνη», τόνιζε ο κορυφαίος σκηνοθέτης και συγγραφέας Αλέξης Σολομός.

«Δίχως συμφεροντολογικά κίνητρα, δίχως συμβιβασμούς και αυτοθαυμασμούς, μας πρόσφερε παραστάσεις με πνευματικό μήνυμα, πατριωτικό αίσθημα και ανθρώπινη πνοή.

Όσο παράξενο κι αν φαίνεται, η “υποκριτική τέχνη” δε στηρίζεται στην υποκρισία, αλλά στην ψυχική ειλικρίνεια. Και την ειλικρίνεια αυτή – που χαρακτήριζε τον Κατράκη σαν ηθοποιό και σαν άνθρωπο – τη συνδυάζω με κάτι που μου είπε, όταν ετοιμάζαμε μια παράσταση: “Θα προτιμούσα να μην τονίσω τη φράση αυτή όπως τη θέλεις, γιατί, αν την πω έτσι, δε θα είμαι εγώ”»…

Με την αγαπημένη του μητέρα

«Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…».

Καταγεγραμμένος είναι ο διάλογός του με τη μάνα του ως δείγμα του χαρακτήρα και των δύο.

Η κυρα-Ειρήνη, όπως όλες οι μανάδες των κρατουμένων αγωνιστών, υπέφερε με τον εγκλεισμό του παιδιού της. Σε μια συνάντησή τους στην εξορία, ο Κατράκης δοκίμασε την ψυχική αντοχή της μάνας του:

–«Τι είναι, Μανόλη;»

–«Θες να ’ρθω στο σπίτι, μάνα;»

–«Πώς θα ’ρθεις;»

–«Ε… θα υπογράψω και θα ’ρθω.»

–«Ίντα να υπογράψεις;»

–«Δήλωση!»

–«Ίντα δήλωση;»

–«Ότι δεν είμαι αυτό που είμαι…»

–«Και δεν είσαι;»

–«Είμαι»

–«Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…».

Με την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, ο Μάνος Κατράκης έφυγε για το μέτωπο, αφού βεβαίως εκδιωχθεί κακήν κακώς από το Εθνικό για τα πολιτικά του φρονήματα.

Ο ηθοποιός ήταν άτυπα προστάτης οικογενείας, καθώς ο έμπορος πατέρας του έλειπε στο εξωτερικό, αν και πολέμησε γενναία στο μέτωπο, όταν και έλαβε χώρα ένα σοβαρό ατύχημα καβάλα στο άλογό του που λίγο έλειψε να του στερήσει τη ζωή.

Το άλογό του παραπάτησε και τον πλάκωσε, μένοντας καταπλακωμένος εκεί πολλές ώρες, μέχρι να τον εντοπίσουν περαστικοί στρατιώτες και να τον μεταφέρουν τραυματία στο Μέτσοβο.

Ο Κατράκης επιβίωσε από τις πολεμικές περιπέτειες, αν και για πολύ καιρό θεωρούνταν αγνοούμενος και οι δικοί του τον νόμιζαν νεκρό. Η μητέρα του ξαφνιάστηκε μάλιστα όταν τον είδε, καθώς τα κακά μαντάτα για τον χαμό του είχαν φτάσει και στα δικά της αυτιά.