Το πορτρέτο του Γιώργου Σουρή

Ο Γεώργιος Σουρης (1853-1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητικές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης». Γεννήθηκε στην  Ερμούπολη της Σύρου. Οι γονείς  του τον προόριζαν για το ιερατικό επάγγελμα, όμως οι ανησυχίες του νεαρού ποιητή, δεν ήταν δυνατό «να φυλακιστούν μέσα σ΄ένα μαύρο ράσο», όπως  αναφέρει ο ίδιος σε ένα σατιρικό ποίημα του.

Στις 2 Απριλίου 1883, σε ηλικία 30  ετών, έβγαλε το πρώτο φύλλο της εφημερίδας «Ρωμηος» που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Ο «Ρωμηος» κυκλοφόρησε ως τις 17 Νοεμβρίου 1918, λιγο πριν το θάνατο του Σουρη, για 36 χρόνια και 8 μήνες σε 1.444 συνολικά τεύχη και 2 παραρτήματα.

Ο Σουρης, παρατηρεί ο Ανδρέας Καραντωνης, σατίρισε, όλα τα ελαττώματα τα ατομικά και τα γενικά της ρωμιοσύνης, όλες τις κακές ή τις γελοίες πράξεις των πολίτικων, όλα τα κωμικά και παράδοξα της κοινωνικής ζωής, ολη μας την τότε αθλιότητα με χιλιάδες έξυπνους στίχους, όπου το καυστικό και το αγαθό στοιχείο εξίσου συμβάλουν για τη διάπλαση του ιδιότυπου σατιρικού ύφους του. Πίσω από τη αγαθή και καυστική συνάμα σάτιρα του, μαντεύει κανείς μια αγνή ελληνική καρδιά που πάσχει δυνατά για όλα τα δεινοπαθήματα της πατρίδας της.

Πολλοί προσπάθησαν να μιμηθούν το Σουρη. Κατάντησαν σε αθυροστομίες και σε ένα απρόσωπο κουτσομπολιό. Ο Σουρης ήταν ένα πρόσωπο. Είχε την ευθύνη του και την ιδιοτυπία του. Κι ένα πρόσωπο ανεπανάληπτο.

Ο Σουρης, επισημαίνει ο συγγραφέας και ακαδημαϊκός Πέτρος Χάρης, τα ειχε όλα μαζί με την ομοιοκαταληξία του. Είναι ο αρθρογράφος του καιρού του (κι ας ήταν σύγχρονοι του ο Γαβριηλίδης,  ο Καλαποθακης). Αλλά με μια υπεροχή: Εκείνοι  φλόγιζαν τις ελληνικές καρδιές  για τα μεγάλα ζητήματα, αυτός αρθρογραφούσε σε στίχους για όλα και πήδαγε από τα μεγάλα στα μικρά κι από τις ασήμαντες λεπτομέρειες στις σοβαρές πολίτικες ή κοινωνικές εκδηλώσεις. Έτσι ήταν αισθητός παντού και σε όλους. Και είσαι τόσο  αισθητός, μόνο όταν αφήσεις τα  υψηλά και τα σπουδαία και αποφασίσεις να πίνεις κάθε μέρα τον καφέ σου μαζι με τον οποιοδήποτε γνώριμο σου αλλά και με κάθε άγνωστο,. Κι αυτό ακριβώς ηταν ο Σουρής. Μια καθημερινή παρουσία που έμενε μακριά από τα αυστηρά καλλιτεχνικά κριτήρια, γιατί δε μπορούσε και δεν  έπρεπε να αναμετρηθεί με αυτά. Περισσότερο ένας αγωνιστής, παρά ένας ποιητής. Και καθώς με τον αγώνα του διασκέδαζε παρά ενοχλούσε, καθώς δεν απαιτούσε θυσίες, όπως οι θρησκευτικοί η κοινωνικοί κήρυκες, αλλά πρόσφερε απρόοπτες ομοιοκαταληξίες , που οπωσδήποτε αφυπνίζουν και είναι μια ευχάριστη παρένθεση  στη τυπική και μονότονη καθημερινή κουβέντα, ο Σουρης  γινόταν αμέσως φίλος με όλους, ευχάριστος και περιζήτητος , η ποίηση προσγειωμένη στις πιο  πρόχειρες και άμεσες ανάγκες.

Ο Σουρης αγαπήθηκε από όλους, ακόμα και από εκείνους που κέντρισε, από τον Ξενόπουλο, ως τον αυστηρό Γρυπαρη και από τον Παλαμά, ως  τον Νιρβάνα και το Σπύρο Μελά και αναγνωρίστηκε ως ο πρώτος και κορυφαίος νεοέλληνας  σατιρικός ποιητής.  Εκτιμώμενος από όλους προτάθηκε το 1908, για το βραβείο Νόμπελ, με τη πρόθυμη πρωτοβουλία και της Βουλής. Πέθανε στις  26 Αυγούστου 1919, σε  ηλικία 66 ετών και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.