Ήταν μια μεγάλη προσωπικότητα της ελληνικής μουσικής και του σύγχρονου Ελληνισμού, με τεράστια εθνική προσφορά.
Ο λόγος για τον συνθέτη, μουσικολόγο και καταξιωμένο ερευνητή της βυζαντινής μουσικής, Χριστόδουλο Χάλαρη, παιδί κρητικής οικογενείας μουσικών που γεννήθηκε στις 21 Νοεμβρίου 1946 στην Αθήνα.
Μεγάλωσε στην Κρήτη και έκανε μαθήματα βυζαντινής μουσικής με τον Απόστολο Βαλληνδρά. «Αν και δεν γεννήθηκα στην Κρήτη, έλεγε, οι μνήμες του Κρητικού πατέρα μου και μετά τα σχολικά χρόνια που είχα την τύχη να ζήσω στο μουσικά προνομιούχο αυτό νησί, επέδρασαν ουσιαστικά στην εξέλιξη της δουλειάς μου…».
Από το 1964 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι και σπούδασε μαθηματικά, κυβερνητική και μουσικό αυτοματισμό (École Pratique des Hautes Etudes).
Το 1969, επέστρεψε και άρχισε να ερευνά σε βάθος τη βυζαντινή μουσική. Στην École Pratique des Hautes Études, υπό την εποπτεία των Ιάνη Ξενάκη και Marc Barbut, εκπόνησε τη διατριβή «Δομική ανάλυση της Βυζαντινής Μουσικής». Από το 1970 είναι μέλος του παρισινού «Κέντρου Μαθηματικών Σπουδών Μουσικού Αυτοματισμού». Ίδρυσε την «Ορχήστρα παλαιών παραδοσιακών και πρωτότυπων Οργάνων» (κατασκευάζοντας πολλά από αυτά τα όργανα μόνος του) και παρουσίασε την «Κοσμική Βυζαντινή Μουσική».
Η 17μελής ορχήστρα του, μετονομασμένη σε «Ορχήστρα λεπτών οργάνων αρχαίου και βυζαντινού ρεπερτορίου», λειτούργησε για αρκετό διάστημα υπό την αιγίδα της Τράπεζας Μακεδονίας-Θράκης. Μάλιστα, υπήρξε τόσο ενδιαφέρον το εγχείρημα, ώστε το διεθνές ενημερωτικό δίκτυο CNN πραγματοποίησε αφιέρωμα.
Παράλληλα, ο Χριστόδουλος Χάλαρης, στη δεκαετία του 1980, δημιούργησε τη δισκογραφική εταιρεία “Οrata”, η οποία έχει στον κατάλογό της σημαντικά έργα της βυζαντινής περιόδου, που ηχογραφήθηκαν υπό την εποπτεία του και συνάντησαν διεθνή αποδοχή.
Ο ίδιος διέθεσε μεγάλο μέρος του χρόνου και των χρημάτων του για να ανακαλύψει και να αποκρυπτογραφήσει -ως έργο ζωής- χειρόγραφα μεσαιωνικής βυζαντινής μουσικής, που βρίσκονται στην κατοχή του.
«Ξεκινάω -έλεγε ο ίδιος σε συνέντευξη του στον Γεώργιο Πισσαλίδη- το 1968 χωρίς να έχω σαφή γνώση του αντικειμένου. Δεδομένου ότι αφορούσε τη Βυζαντινή Μουσική είχε προ πολλού αρκούντως πλαστογραφηθεί. Όπως είχε πλαστογραφηθεί σύμπασα η ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού. Ασχολούμαι κατά τύχη, κάνοντας ένα διδακτορικό στη Γαλλία ως μαθηματικός και ασχολούμαι με αναλύσεις μουσικών κειμένων.
Τότε, ανακαλύπτω ότι η βυζαντινή μουσική γραφή έχει αλγοριθμική υπόσταση, που σημαίνει ότι κάθε σύμβολο λειτουργεί σαν μικρό πρόγραμμα για υπολογιστή. Τότε, αρχίζω να θέτω ερωτήματα, όπως εάν ένας λαός έχει εφεύρει τους λογαρίθμους, που είναι η ουσία της κυβερνητικής, δεν πρέπει να είναι ένας μικρός πολιτισμός, πρέπει να είναι ένας σημαντικός πολιτισμός.
Όπως επίσης ότι αν ένας πολιτισμός θεώρησε αναγκαίο να συλλάβει και να κατασκευάσει ένα τέτοιο σύστημα καταγραφής μουσικών γεγονότων, σημαίνει ότι έχει σπουδαία μουσικά έργα να καταγράψει. Άρα και το ότι οι Βυζαντινοί ασχολήθηκαν αποκλειστικά και μόνο με θρησκευτικά έργα, για μένα έπαψε να ευσταθεί».
«Ο Χάλαρης -τονίζει ο Χαρίλαος Τρουβάς-, μέσα σε διάστημα τεσσάρων μόλις ετών, μας έδωσε το μεγαλύτερο μέρος του συνθετικού του έργου, με τους οριακούς και ηρωικούς του “Δροσουλίτες” να δεσπόζουν και μετά έκατσε κι αφοσιώθηκε στη μελέτη της αρχαίας ελληνικής και της Βυζαντινής Μουσικής. Και δε στάθηκε μόνο στη θεωρία -την οποία ευτυχώς πρόλαβε να εκδώσει σε τρεις τόμους- αλλά κατασκεύασε όργανα βυζαντινά και αρχαιοελληνικά, έφτιαξε ορχήστρα, ηχογράφησε μια πλειάδα δίσκων αρχαίας ελληνικής, βυζαντινής και παραδοσιακής μουσικής».
Μια πορεία συνδεδεμένη με το «αηδόνι» του Πόντου και τον «Αρχάγγελο» της Κρήτης
Το 1972, ο Νίκος Ξυλούρης θα γνωρίσει μέσω του παραγωγού, Μάνου Θεοφίλου, για πρώτη φορά τον κατά 10 χρόνια νεότερό του –άγνωστο τότε– συνθέτη, Χριστόδουλο Χάλαρη, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει για μικρό διάστημα από το Παρίσι, όπου διέμενε.
«Ο Χάλαρης -όπως αναφέρεται στον ιστότοπο του μεγάλου κρητικού καλλιτέχνη σε έρευνα, κείμενο και επιμέλεια δημοσίευσης του Θεμιστοκλή Παντελόπουλου- είχε ακούσει τη φωνή του Ξυλούρη μόνο σε κρητικά τραγούδια (πριν ηχογραφήσει το ΧΡΟΝΙΚΟ και τα ΡΙΖΙΤΙΚΑ) και έτσι τον είχε βάλει στο νου του για να ερμηνεύσει ένα τραγούδι που είχε συνθέσει για τον κύκλο τραγουδιών με γενικό τίτλο: «ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ».
Στον Νίκο όμως άρεσαν όλα όσα άκουσε από τον Χριστόδουλο (σπιτικές ηχογραφήσεις παιγμένες σε κιθάρα) και έτσι είπε στον Θεοφίλου ότι θα ήθελε να πει όλα τα τραγούδια για τον δίσκο.
Μπήκαν στο στούντιο τον Δεκέμβριο του 1972 και ηχογράφησαν μία εκτέλεση του «Φιλεντέμ» (διασκευής Νίκου Ξυλούρη και ενορχήστρωσης Χάλαρη) και το «Νανά νανά το γιούδι μου» που επρόκειτο να μπει στον επερχόμενο δίσκο ως πείραμα.
Σε αυτές τις πρώτες ηχογραφήσεις, εκτός του Ψαρονίκου (τραγούδι, λύρες) και του Χάλαρη (δωδεκάχορδη κιθάρα, αυτοσχέδια βιολόλυρα), έπαιξε ο Γιάννης Ξυλούρης (λαγούτο), ο Τάσος Διακογιώργης (σαντούρι) και ο αδερφός του Χριστόδουλου, Μηνάς Χάλαρης (κρουστά).
Τον Απρίλιο του 1973 ηχογραφήθηκαν και όλα τα κομμάτια για τον δίσκο «ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ», ο οποίος κυκλοφόρησε με καθυστέρηση, το φθινόπωρο του 1973. Ο Ξυλούρης τραγούδησε τελικά σε 6, η Δάφνη Ζούνη σε 4 και ο Χριστόδουλος Χάλαρης σε 2 τραγούδια, ενώ 1 κομμάτι είναι οργανική σύνθεση.
Ο «ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ» κατατασσόταν υφολογικά και μουσικολογικά στο ευρύτερο πλαίσιο «επιστροφής στις ρίζες» (μουσικό κίνημα από τις αρχές του ΄60 μέσω του οποίου εκφραζόταν η ανάγκη του λαού για επανασύνδεση με τη δημοτική μουσική).
Φυσικά, δεν θύμιζε σε τίποτα την προσέγγιση του Μίκη Θεοδωράκη, του Μάνου Χατζιδάκι, του Σταύρου Ξαρχάκου, του Γιάννη Μαρκόπουλου ή του Διονύση Σαββόπουλου.
Ήδη από το 1973, ο Χριστόδουλος Χάλαρης έχει κάνει σαφή την πρόθεσή του για μια ιδιοσυγκρασιακή μορφή ελληνικής μουσικής, με εμφανή στοιχεία ψυχεδέλειας. Πολλές φορές έχει βρεθεί ο «ΤΡΟΠΙΚΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ» -όπως εξάλλου και οι επόμενοι δίσκοι του: «ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ», «ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ», «ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ», «ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ»- σε δισκοπωλεία του εξωτερικού και σε mail-order, σε κατηγορίες όπως psych folk και prog folk, δηλαδή ψυχεδελικό και progressive φολκ – από την αγγλική λέξη folk που σημαίνει άνθρωποι, λαός.
Μετά την κυκλοφορία του «ΤΡΟΠΙΚΟΥ», Χάλαρης και Ξυλούρης ξεκίνησαν τις πρόβες για τον νέο κύκλο τραγουδιών με τον τίτλο «ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ», πάλι σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν τον Φεβρουάριο του 1974. Ο Νίκος Ξυλούρης τραγούδησε σε 4, η Δήμητρα Γαλάνη σε 5 και ο Χρύσανθος σε 1 τραγούδι.
Το συγκλονιστικό ντουέτο Ξυλούρης-Χρύσανθος
Το Νοέμβριο του 1974 κυκλοφορεί η «Ακολουθία», σε στίχους του Γιάννη Κακουλίδη. Βασικοί ερμηνευτές της «Ακολουθίας» ήταν ο Νίκος Ξυλούρης και η Δήμητρα Γαλάνη, ενώ συμμετείχαν ο Χριστόδουλος Χάλαρης σε ένα τραγούδι με τη Δήμητρα Γαλάνη, καθώς και ο Χρύσανθος.
«Στην “Ακολουθία” -σημειώνει ο Θανάσης Γιώγλος στο Όγδοο- καταγράφηκε ένα από τα σημαντικότερα (“συγκλονιστικό” θα το χαρακτήριζα), ντουέτα της ελληνικής δισκογραφίας. Αναφέρομαι στο δεύτερο τραγούδι του δίσκου “Του θάνατου παράγγειλα”, όπου, από μια καθαρή σύμπτωση, συνέπραξαν ο Νίκος Ξυλούρης με τον Χρύσανθο, ο οποίος βρέθηκε στα studio της Columbia για την ηχογράφηση του δικού του δίσκου “Τραγούδια του Πόντου”.
Ακούγοντας ο Χρύσανθος την προσπάθεια του Χάλαρη να συντονίσει μια χορωδία που επρόκειτο να τραγουδήσει και δυσκολευόταν να μπει σωστά στο μέρος που τραγούδησε τελικά ο Χρύσανθος, του επισήμανε πως δεν είναι σωστός ο τρόπος που προσπαθεί να τραγουδήσει η χορωδία και ζήτησε να δοκιμάσει να το πει εκείνος.
Όπως κι έγινε, για να καταγραφεί μια από τις σημαντικότερες στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας και να ξεκινήσει η συνεργασία ανάμεσα σε συνθέτη και ερμηνευτή, που, μέχρι το 1986, απέφερε μια σειρά από ξεχωριστές ηχογραφήσεις και δίσκους.
Λέγεται, μάλιστα, πως σε κάποιο διάλειμμα της ηχογράφησης, ο Νίκος Ξυλούρης αναρωτήθηκε: “Ίντα ’ναι τούτα; Όλο με τον χάρο με βάνετε και παλεύω”. Δυστυχώς, η παρατήρηση του Ξυλούρη αποδείχτηκε προφητική, αφού έξι χρόνια μετά έφυγε από τη ζωή στα σαράντα τέσσερά του χρόνια…
«Το μεγάλο όνειρο του Νίκου Ξυλούρη -συνεχίζει στην έρευνα του ο Παντελόπουλος- για ηχογράφηση δίσκου 33 στροφών με θέμα τον “Ερωτόκριτο” άρχισε να παίρνει “σάρκα και αίμα” το 1975, όταν ξεκίνησε τις πρόβες με τον Γιάννη Ξυλούρη και τον Χριστόδουλο Χάλαρη, πάνω σε μουσικά μοτίβα και ιδέες που στριφογυρίζαν στο μυαλό του για πολλά χρόνια.
Αποσπάσματα από τις οικιακές αυτές πρόβες παρουσιάστηκαν σε CD το 2003 από το Περιοδικό Μετρό, με τίτλο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ (ανέκδοτη ηχογράφηση).
Το φθινόπωρο του ίδιου έτους, ο Νίκος Ξυλούρης με τη Μαρίζα Κωχ ξεκίνησαν καθημερινό πρόγραμμα στο Καφεθέατρο “Αποσπερίδα” της οδού Σίνα 4 στην Αθήνα. Τη μουσική διεύθυνση είχε ο Χριστόδουλος Χάλαρης, ο οποίος συμμετείχε στην ορχήστρα. Παρουσιαζόταν ρεπερτόριο από τη μέχρι τότε δισκογραφία του Χάλαρη, αποσπάσματα από τον “Ερωτόκριτο”, καθώς και διάφορα άλλα παραδοσιακά τραγούδια.
Ο δίσκος “ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ” ηχογραφήθηκε το 1976. Σε αυτόν, ο Χριστόδουλος Χάλαρης επιστράτευσε όλη του την ενορχηστρωτική μαεστρία, δημιουργώντας έναν δίσκο πρωτάκουστης αισθητικής για τα δεδομένα της ελληνικής δισκογραφίας.
Ο Νίκος Ξυλούρης με τον Ψαρογιάννη και τον Χάλαρη εργάστηκαν πολύ σε κάθε λεπτομέρεια του υλικού και άφησαν μία σπουδαία παρακαταθήκη στην παγκόσμια μουσική.
Την επιλογή και επιμέλεια των στίχων του Ερωτόκριτου ανέλαβε ο Ερρίκος Θαλασσινός. Ο Ψαρονίκος τραγούδησε σε 10, ενώ η Τάνια Τσανακλίδου σε 8 τραγούδια.
Το καλοκαίρι του 1976, ο Χριστόδουλος Χάλαρης περιόδευσε στην Ελλάδα για συναυλίες, με τον Νίκο Ξυλούρη, την Τάνια Τσανακλίδου και τον Χρύσανθο, παρουσιάζοντας πρόγραμμα από όλη τη δισκογραφία του.
Το 1979, ο Χριστόδουλος Χάλαρης πραγματοποιούσε, στο “Δεύτερο Πρόγραμμα” της ΕΡΤ, σειρά ραδιοφωνικών εκπομπών με τίτλο “Καφενείο των Μουσικών”. Στον κύκλο εκπομπών για την κρητική μουσική κάλεσε στο στούντιο, τον Μάρτιο του 1979, τον Νίκο Ξυλούρη και τον Γιώργο Κουμιώτη, οι οποίοι έπαιξαν μουσική και μίλησαν.
Παρότι ο Νίκος ήταν ήδη άρρωστος, κατάφερε και έπαιξε και τραγούδησε με εξαιρετικό τρόπο, παρέα με τον παλιό του συνεργάτη Γιώργο Κουμιώτη, με τον οποίο είχε πραγματοποιήσει την πρώτη του studio ηχογράφηση, το 1958
Έναν μήνα αργότερα, ο Χριστόδουλος Χάλαρης ανέλαβε την επιμέλεια μιας σειράς ραδιοφωνικών εκπομπών, με τίτλο: «Το Θείο Δράμα σε πρώτο πρόσωπο» με την υποσημείωση: «Το Θείο Δράμα, όπως προκύπτει μέσα από τα κείμενα βυζαντινών υμνογράφων».
Ο Χριστόδουλος Χάλαρης είχε συλλέξει από τα “Ευαγγέλια” αποσπάσματα στα οποία ο Ιησούς μιλάει σε πρώτο πρόσωπο. Σε αυτές τις εκπομπές είχαν κληθεί συγκεκριμένοι τραγουδιστές να ψάλλουν ύμνους της Μεγάλης Εβδομάδας. Ο Ξυλούρης είχε κληθεί να ηχογραφήσει ύμνους για τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή.
Ήταν όμως ήδη άρρωστος και για αυτό δεν μπόρεσε τελικά να παραστεί στις ηχογραφήσεις που θα πραγματοποιούνταν την Κυριακή 15 Απριλίου 1979. Για τις ηχογραφήσεις της Μεγάλης Πέμπτης και της Μεγάλης Παρασκευής, τον αντικατέστησε ο Μανώλης Μητσιάς.
Τελευταία εργασία του Χριστόδουλου Χάλαρη, σχετική με τον Νίκο Ξυλούρη, ήταν η επιμέλεια της συλλογής “ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ” που κυκλοφόρησε το 1982. Ο Χάλαρης επέλεξε τις ηχογραφήσεις που υπάρχουν στον δίσκο, καθώς και τα αποσπάσματα από συνεντεύξεις του Ξυλούρη στην ΕΡΤ».
Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της Βυζαντινής Μουσικής
Από το 1986 και έπειτα, ο Χριστόδουλος Χάλαρης ασχολήθηκε επισταμένα με την καταγραφή, ενορχήστρωση και ηχογράφηση μουσικής με βυζαντινές καταβολές, από ψαλμούς και εκκλησιαστική μουσική, μέχρι παραδοσιακή μουσική της Ελλάδας και άλλα κοσμικά τραγούδια βυζαντινού τρόπου.
Έγραψε και μουσική για κινηματογραφικές ταινίες, όπως η «Διαδικασία» (1976) του Δήμου Θέου, «ο Μεγαλέξαντρος» (1980) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η «Προσοχή κίνδυνος» (1983) του Γιώργου Σταμπουλόπουλου, «η φωτογραφία» (1986) του Νίκου Παπατάκη κ.ά., μουσική για 8 αρχαία έργα (τραγωδίες και κωμωδίες) και για το μεσαιωνικό δράμα «Η θυσία του Αβραάμ». Τιμήθηκε για το έργο του «Ρωμανός ο Μελωδός» με το βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1978).
Το τρίτομο έργο του «Η ιστορία της αρχαίας ελληνικής και της Βυζαντινής Μουσικής» παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2018 και τεκμηριώνει τη σχέση της αρχαίας ελληνικής μουσικής με τη βυζαντινή και βασίζεται στη μακροχρόνια έρευνα και αφοσίωσή του στο αντικείμενο.
Σε αυτό το κύκνειο άσμα των 1.400 σελίδων, ο Χριστόδουλος Χάλαρης υποστηρίζει, χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, ότι αφενός μεν η Βυζαντινή Μουσική αποτελεί μετεξέλιξη της αρχαιοελληνικής και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτήν, αφετέρου δε ότι η Βυζαντινή Μουσική έχει λόγιο χαρακτήρα.
Το πρώτο αποδεικνύεται από τη σχεδόν ολοσχερή ταυτοποίηση των μουσικών κλιμάκων, με τους μικροτόνους και τα μικροδιαστήματά τους, αλλά και τη συγγενή ρυθμολογία, το δεύτερο από το ακαδημαϊκό υπόβαθρο και τη μορφική της έκθεση, που ορίζονται από τη συγκεκριμένη, σωζόμενη μουσική γραφή. Παρτιτούρες δηλαδή με αναγνωρίσιμη σημειογραφία, και επώνυμη συνήθως υπογραφή.
Θα φύγει το 2019 σε ηλικία μόλις 72 ετών. «Νομίζω -είχε πει σε συνέντευξη του- ότι ευτύχησα να κάνω μόνο ό,τι ήθελα, μόνο ό,τι μου άρεσε, μόνο ό,τι θεώρησα σημαντικό!
Το γεγονός αυτό το έχω πληρώσει πάρα πολύ ακριβά… το πλήρωσα μέχρι και με την υγεία μου. Δεν έχω τίποτα να εξαιρέσω ούτε υπάρχει κάτι που δεν θα το έκανα, αν ξαναζούσα».
