Το πορτρέτο της Μυρτιώτισσας

Η Μυρτιώτισσα, φιλολογικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου, γεννήθηκε το 1885, στο προάστιο της Κωνσταντινούπολης Μπεμπέκι.

Ο πατέρας της ήταν διπλωμάτης και, έξι χρόνια μετά τη γέννησή της, διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του. Μετά από παραμονή δύο χρόνων στο νησί, εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, όπου η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλ της Πλάκας. Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς το θέατρο και την ποίηση. Πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος και συνεργάστηκε με τη “Νέα Σκηνή” του Κωνσταντίνου Χριστομάνου ως ηθοποιός, παίζοντας κυρίως Σαιξπηρικά έργα. Μετά τη σύντομη διακοπή της ενασχόλησής της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της, συνέχισε τις δραματικές σπουδές στο Παρίσι (Κρατική Δραματική Σχολή), όπου εγκαταστάθηκε μετά το γάμο της με τον Σπύρο Παππά, με τον οποίο απέκτησε κι ένα γιο, το Γιώργο, που σταδιοδρόμησε στο ελληνικό θέατρο. Στην Ελλάδα επέστρεψε μετά από μερικά χρονιά, με το τέλος του βραχύβιου γάμου της, και εργάστηκε για έξι χρόνια ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών.

Καθοριστική για την ποιητική της έκφραση στάθηκε η γνωριμία και ο έρωτάς της με τον Λορέντζο Μαβίλη. Μετά το θάνατο του τελευταίου στη μάχη του Δρίσκου, το 1912, η Μυρτιώτισσα στράφηκε στην παλιά της αγάπη, την ποίηση, για να εκφράσει τον πόνο της. Το ποίημα της μάλιστα “Τί Άλλο Καλέ Μου”, πιθανολογείται πως γράφτηκε για εκείνον. Ανήκει στην ποιητική συλλογή της “Κίτρινες Φλόγες”, που εκδόθηκε πρώτη φορά το 1925, δεκατρία χρόνια μετά το θάνατο του Μαβίλη.

Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη ποιητική της συλλογή με τίτλο “Τραγούδια”. Απόδωσε στη νεοελληνική τη “Μήδεια” του Ευριπίδη, μετέφρασε τα ποιήματα της Κοντέσσας Αννα ντε Νοάιγ και εξέδωσε μία παιδική Ανθολογία. Μετά τον πρόωρο χαμό του γιου της εξέδωσε το βιβλίο “Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια” (1962).

Σημαντική για την ζωή της στάθηκε επίσης η βαθιά φιλία που τη συνέδεε με τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος υπήρξε καθοδηγητής της. Ο ίδιος ο Παλαμάς έσπευδε να προλογίζει μαγεμένος το κάθε της βιβλίο, που δείχνει από μόνο του τη μεγάλη σπουδαιότητα αυτής της γυναικείας τρυφερής λαλιάς.

Πέθανε στην Πλάκα το 1968, όπου έζησε απομονωμένη τα τελευταία της χρόνια. Την ίδια χρονιά ο Γιάννης Σπανός θα ανακαλύψει την μελωδικότητα των λόγων της και θα συμπεριλάβει από ένα σπαραχτικό ποίημα της τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη ανθολογία του, μα η μουσική ιστορία θα την τιμήσει το 1972.

Ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει χαρακτηριστικά:

“Μια δεδομένη στιγμή, άρρωστη στο νοσοκομείο, μου στέλνει το Σ’ Αγαπώ, το περίφημο ποίημά της, για να κάνω μουσική. Διαβάζοντας ότι πέθανε η Μυρτιώτισσα, μου ήρθε στο νου η παράλειψή μου… Θέλησα να γράψω μουσική εκ των υστέρων γι’ αυτό το ποίημά της, το τόσο γνωστό στις παλαιότερες γενιές. Για να το συμπεριλάβω όμως κάπου, έπρεπε να κάνω έναν ολόκληρο Ερωτικό. Kι’ έτσι, αποφάσισα να επιλέξω ποιήματα από τη Σαπφώ μέχρι τις μέρες μας, για να συμπεριληφθεί και το Σ’ αγαπώ της Μυρτιώτισσας.. Αν ανήκει σε κάποιον ο Μεγάλος Ερωτικός, δικαιωματικά ανήκει στη μνήμη της Μυρτιώτισσας”.