Η Κατερίνα Γώγου υπήρξε μια από τις ανυπότακτες φωνές της νεοελληνικής ποίησης. Με τα ποιήματά της μίλησε για την καταπίεση και τα εσωτερικά αδιέξοδα, χωρίς ωραιοποίηση, χωρίς φόβο και χωρίς φίλτρο.
Όπως αναφέρει ο Λεωνίδας Χρηστακης, η Κατερίνα, ήταν έξω από κάθε λογής εκδοτικά και καλλιτεχνία κυκλώματα και κλίκες, τα ποιήματα της όμως είχαν εκπληκτική απήχηση κυρίως στους νέους που αρνούνται να συμβιβαστούν με την παρακμή του μικροαστισμού που ισχυροποιείται και κυριαρχεί ολοκληρωτικά στη δεκαετία του ΄ 80. Ευαίσθητη, παθιασμένη, μα πάνω από όλα ασυμβίβαστη και ατίθαση ψυχή, βρίσκει το καταφύγιο της στα Εξάρχεια και στη «άγρια νεολαία» της πλατείας.
Μέσα σε ένα πολύστικτο αμάλγαμά ιδεολογιών, θέσεων, φιλοσοφικού μηδενισμού, γλωσσικών ανακατατάξεων, πολιτικών καιροσκοπισμών, πολιτικών διαψεύσεων, και χαμένων ευκαιριών εξακτινώθηκε ο ποιητικός λόγος της Κατερίνας Γωγου, επισημάνει ο Γ Μπαλούρδος σε κείμενο του για την ποιήτρια στο τεύχος 145 του περιοδικού Οδός Πανος. Μιας όμορφης και λεπτοκαμωμένης ηθοποιού, προσθέτει, που θέλησε να δονκιχωτήσει τη ζωή της ακολουθώντας μια άγρια και φοβερή πορεία, από ένα σημείο και έπειτα. Και όσο εξασθένιζαν τα αποθέματα του βίου της, τόσο εξεγειρόταν η συνείδηση της. Τόσο ο λόγος της μετατρέπονταν σε λαϊκή επαναστατική μπροσούρα. Τόσο περιχαρακώνονταν σε μια αγκαθωτή μοναξιά προσωπικών αδιεξόδων. Τόσο το πάθος της ζωής διολίσθαινε προς ένα ριζοσπαστικό μηδενισμό. Η Κατερινα Γωγου, κραυγάζει σαν μικρό παιδί μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο. Διαλαλεί τον τρόμο της, τις φοβίες της , τις πίκρες της, την απελπισία της, την αίσθηση αδυναμίας που νιώθει, τα επιβλητικά αδιέξοδα της, την ισχυρή τάση της για αυτονομία. Η Κατερίνα ξέρει, όπως και οι ελάχιστοι φίλοι της, ο Νικολας Ασιμος, ο Παυλος Σιδηρόπουλος, και άλλες ασυμβίβαστες υπάρξεις, που την περιτριγύριζαν, ότι αντί να ζήσει κανείς μια μίζερη και ανελεύθερη ζωή, μια ζωή κονσερβοποιημένης ευωχίας, καλυτέρα ο τραγικός υπαρξιακός αυτοεγκλεισμος της κάθε συνειδητής ύπαρξης.
Η Βιργινια Σπυράτου στο βιβλιο της για την Κατερινα Γωγου, γράφει για το πως μετατρέπει τη γλώσσα σε εργαλείο αντίστασης, όχι για να στολίσει την πραγματικότητα, αλλά για να τη διαλύσει και να την ξαναδείξει όπως είναι. Η ποιητική γλώσσα της Γωγου, υπογραμμίζει, δεν είναι ούτε ακαδημαϊκή ούτε διανοουμενίστικη, με την έννοια μιας υπερφίαλης αυθεντίας, αλλά άμεση, καθημερινή, εξαιρετικά ευαίσθητη και ικανή να μεταφέρει στον αναγνώστη, με τρομερή δύναμη εικόνες αγριότητας. Καταφέρνει να φέρει τον αναγνώστη κοντά σε αυτά που φοβάται, στην παρακμή, στην αποσύνθεση , στον εμπαιγμό, που τον αναγκάζει όχι μόνο να δει, αλλά και να μυρίσει , να ακούσει, να αγγίξει όλα αυτά από τα οποία η τηλεόραση και τα περιοδικά τον έχουν προστατέψει: Το φόβο, την ντροπή, τη δειλία του.
Σε συνέντευξη της στο περιοδικό Ταχυδρόμος, η Γώγου είχε πει ότι παιδί ήθελε να γίνει ψυχολόγος η ποιήτρια. Θεωρούσε ότι η ποίηση ειχε στον κόσμο την ίδια λειτουργία με τις προφητείες, ότι έχει ως σκοπό να ενώσει τους ανθρώπους να φέρει ένα μήνυμα από τον ουρανό στη γη, όπως ο Ερμής.
