Αν από το αρχαιοελληνικό ρήμα «διαβιβάζω» διαγράψετε σαν πλεονάζουσα τη μεσαία συλλαβή «βι» θα πάρετε το νεοελληνικό ρήμα «διαβάζω» που σημαίνει, ακριβώς, διαβιβάζω, δηλαδή μεταφέρω από το ένα μέρος στο άλλο. Επισημάνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Με άλλα λόγια, προσθέτει, το διάβασμα είναι μια πράξη μεταφοράς της γνώσης από εκείνον που την έχει, στον άλλο που δεν έχει, και που θα επιθυμούσε να την αποχτήσει. Κατά κάποιον τρόπο, όλοι εμείς οι αναγνώστες ανήκουμε στο.. σώμα των Διαβιβάσεων, με μια διαφορά ωστόσο από τους στρατιώτες διαβιβαστές: Η γνώση μας διαβιβάζεται από άλλους και η επικοινωνία σταματάει σε μας. Για να διαβιβάσουμε με τη σειρά μας , τη γνώση που αποκτήσαμε, μαζί με τις δίκες μας ενδεχομένως προσθήκες, πρέπει από αναγνώστες να γίνουμε συγγραφείς, καλλιτέχνες, ρήτορες, η απλώς συζητητές.
Αυτό σημαίνει πως η διαδικασία του διαβάσματος που σταματάει στο διάβασμα, χάνει το νόημα της , δηλαδή δεν είναι πια διαβίβαση της γνώσης, αφού το μήνυμα ή η πληροφορία θα χαθεί μαζί με μας αν δεν φροντίσουμε να διαβιβαστεί εμπλουτισμένη σε άλλους .
Εδώ η αλήθεια που ψάχνουμε με την ανάγνωση δεν είναι μια ατέρμονη διαδικασία αλλά μια οντότητα που υπάρχει κάπου και μας περιμένει εκεί απαθής να την πιάσουμε με την απόχη του μυαλού μας, σα να ήταν πεταλούδα. Όμως τέτοιες «ακίνητες» αλήθειες δεν υπάρχουν, παρα μόνο στα μυαλά των θεολόγων. Η αλήθεια δεν είναι πράγμα, δεν έχει διαστάσεις, δεν έχει βάρος, δεν έχει σχήμα. Ούτε, ακόμα, είναι οντότητα άυλη και πνευματική. Η αλήθεια είναι μια διαρκής αναζήτηση που δεν σταματάει ποτέ. Η αλήθεια συνεπώς είναι πάντα σχετική, και ο βαθμός της εγκυρότητας της εξαρτάται πάντα από τη νόηση και την παιδεία εκείνου που την ψάχνει, καθώς κι από το ιδεολογικό σύστημα στα πλαίσια του οποίου την ψάχνει.
Οι περισσότεροι άνθρωποι διαβάζουν για τους παρακάτω λόγους:
Για να αποχτήσουν ένα χρήσιμο στον βιοπορισμό τους δίπλωμα, και διακόπτουν το διάβασμα μόλις πετύχουν τον σκοπό τους. Εδώ το διάβασμα είναι ένα «αναγκαίο κακό» που μπορεί να γίνει μαρτύριο για τον σπουδαστή που πασχίζει να πάρει ένα δίπλωμα κι όχι να μάθει κάτι από αγάπη για τη μάθηση και προσωπικό ενδιαφέρον για τη γνώση. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο δάσκαλος εντέλλεται να παίξει ρόλο χωροφύλακα της γνώσης, και για αυτό συχνά αφήνει τη διδαχή και πιάνει τη μαγκούρα. Πρόκειται για μια τυπικά αστική αντίληψη περί γνώσεως νοούμενης σαν «χρήσιμο εργαλείο» στην πιο χυδαία εκδοχή. Είναι χρήσιμη η γνώση γιατί μ΄αυτήν θα βάλουμε λεφτά.
Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν για ν ‘ αποκτήσουν κοινωνικό κύρος, και διακόπτουν το διάβασμα μόλις το αποκτήσουν η το συνεχίζουν με «μέτρο» ίσα ίσα για να τροφοδοτούν το κύρος τους και για να μη βρεθούν ξαφνικά ντεμοντέ κι ακόμη για να υποβοηθούν τον κακό τους ύπνο. Έχουμε εδώ ….μια ιατρική χρήση του βιβλίου καθόλου αξιοκαταφρόνητη καθαυτή : Είναι προτιμότερο, όταν έχεις αϋπνίες να «παίρνεις» μερικές σελίδες «Νόρας» παρά μερικά χαπάκια Βάλιουμ. Βέβαια, σε μια τέτοια υπναγωγική κατάσταση, ούτε λόγος να γίνεται για ανάγνωση. Άλλωστε τα καλά αναγνώσματα λειτουργούν σαν διεγερτικά και όχι σαν υπνωτικά . Βιβλίο που είναι δυνατό να διαβαστεί στο κρεββάτι, είναι ένα μη – βιβλίο, και ο αναγνώστης που διαβάζει στο κρεββάτι είναι, απλά, ένας νυσταγμένος άνθρωπος που θα ήταν προτιμότερο να μετράει προβατάκια, κατά την παλιά καλή συνταγή της γιαγιάς που φέρνει ύπνο βολικό, παρά σελίδες συμπεκυκνωμένης ανοησίας που, δυστυχώς δεν ξεχνιούνται με τον ξύπνιο : Πάντα κάτι μένει από τα κρεββατικά αναγνώσματα κι αυτό μας κάνει να κοιμόμαστε κι όταν από την οριζόντια βρεθούμε στην όρθια στάση. Πάντως δεν είναι και τόσο βλαβερό να διαβάζουμε στο κρεββάτι αναγνώσματα που γράφτηκαν γι’ αυτόν ακριβώς το σκοπό. Να φέρνουν ύπνο.
Απομένει μια τελευταία κατηγορία αναγνωστών, επισημάνει ο Βασίλης Ραφαηλίδης. Είναι αυτοί που διαβάζουν από μια υπαρξιακή ανάγκη, που θέλουν οπωσδήποτε να ικανοποιήσουν κάποιες ουσιαστικές περιέργειες τους και να βρουν απαντήσεις- που εκ των προτέρων ξέρουν πως δεν θα τις βρουν τελικά- σε μερικά πρωταρχικά και βασανιστικά ερωτήματα σχετικά με τον κόσμο μέσα στον οποίον βρέθηκαν τυχαία πεταγμένοι με μια γέννηση για την οποία δεν φέρουν καμία ευθύνη. Μ ΄άλλα λόγια είναι αυτοί που δεν αρκούνται στο γεγονός πως γεννήθηκαν άνθρωποι και που προσπαθούν να γίνουν άνθρωποι, προτάσσοντας έτσι την ύπαρξη στην ανθρώπινη «ουσία» τους, όπως θα έλεγε ο Σαρτρ.
Από το αρχείο του Κώστα Φασουλά
