«Θα τη συντρίψω διότι µαστροπεύει τας γυναίκας»
Το πορτραίτο της

«Θα τη συντρίψω διότι µαστροπεύει τας γυναίκας. Έχω και μάννα και αδελφήν άγαμον», διεκήρυσσε λαύρος ο διευθυντής της εφηµερίδας «Επιθεώρησις» εν έτει 1887.

Αντικείμενο του αποτροπιασμού και των απειλών του ήταν μια νεαρή γυναίκα, μια Κρητικιά που τόλμησε να κάνει κάτι ανήκουστο για την εποχή, που ήθελε το «αδύναμο φύλο» να πρωτοστατεί, και όχι μόνο στα του οίκου του και στους παραδοσιακούς ρόλους της μητέρας και της νοικοκυράς.

Η Καλλιρόη Παρρέν είχε το «θράσος» στις 9 Μαρτίου 1887 να εκδόσει το πρώτο φύλλο της περίφηµης εβδοµαδιαίας «Εφηµερίδος των Κυριών», της πρώτης ελληνικής γυναικείας εφηµερίδας, γραµµένης αποκλειστικά από γυναίκες συντάκτριες που είχαν αποκτήσει µόρφωση στο εξωτερικό.

Μάλιστα, τα δύο πρώτα φύλλα τα έφτιαξε εντελώς µόνη της η Καλλιρόη, υπογράφοντας ως «Εύα Πρενάρ».

«Η Ελληνίς δύναται να αναλάβη τον της αναπτύξεώς της αγώνα μόνη, χωρίς τη συνδρομήν του ανδρός. Διότι ούτος αδιαφορεί και εν τω εγωισμώ του εν επιθυμεί και θέλει, την δουλικήν υποταγήν της γυναικός εις τα νεύματά του…», έγραφε στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας η Ελληνίδα εκδότρια…

Το πρώτο εκείνο ηρωικό φύλλο διαβάστηκε σχεδόν από τους πάντες (πούλησε 10.000 αντίτυπα σε έναν αθηναϊκό πληθυσµό µόνον 65.000 ανθρώπων, αρκετοί από τους οποίους ήσαν αναλφάβητοι), αλλά κόστισε στην «βλάσφηµη» και «αναρχική» κυρία «Πρενάρ» µία βροχή υβριστικών, ειρωνικών, ακόµη και απειλητικών σχολίων από τους δηµοσιογράφους της εποχής, όπως καλή ώρα ο εν λόγω διευθυντής.

Η Καλλιρόη Σιγανού σε νεαρή ηλικία

Στις πολεμικές αντιδράσεις προστέθηκε από την αρχή ο λόγος του Εμμανουήλ Ροΐδη, ο οποίος αρεσκόταν στις υποτιμητικές εκτιμήσεις για τον ρόλο της γυναίκας, υποστηρίζοντας πως οι κυρίες που εξασκούν ανδρικά επαγγέλματα (όπως αυτά του γιατρού, του δικηγόρου και του δημοσιογράφου) αγγίζουν τα όρια της γελοιότητας και ότι μόνο δύο δουλειές αρμόζουν στις γυναίκες: η νοικοκυρά και η εταίρα.

Η Παρρέν «δεν μασούσε τα λόγια της» και του απαντούσε από τις στήλες της εφημερίδας ότι δεν έχει ιδέα από γυναίκες, χαρακτηρίζοντάς τον «ξοφλημένο φύλακα άγγελο του παλαιού καθεστώτος αλλά και σωστό αναχρονισμό!».

Με τη βοήθεια όµως κάποιων λιγοστών υποστηρικτών της, ανάμεσα στους οποίους ήσαν ο ποιητής Κωστής Παλαµάς και ο συγγραφέας Γρηγόρης Ξενόπουλος, η Καλλιρόη Παρρέν κατόρθωσε να επιβάλει τον διεκδικητικό λόγο της, να αποκαλύψει από το τρίτο φύλλο της εφηµερίδας την πραγµατική της ταυτότητα και να συγκεντρώσει γύρω της τις λίγες γυναίκες της εποχής που µπορούσαν να αντέξουν το εξωφρενικό για τα δεδοµένα της τότε καθυστερηµένης Ελλάδας όραµα της γυναικείας χειραφέτησης.

Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψε γι’ αυτήν: «Η συντροφιά σου είναι πολύτιμη. Το ήθος σου, η τόλμη σου και η γραφή σου θαύμα.

Εύγε σου, δέσποινα τής φιλαλληλίας και τής προόδου. Στηρίζω τους αγώνες σου, των γυναικών τους αγώνες με όλη μου τη δύναμη», ενώ ο Βλάσσης Γαβριηλίδης τη θεωρούσε «κοινωνική δύναμη για την αλλαγή τού καθεστώτος σχετικά με τη θέση τής γυναίκας στην ελληνική κοινωνία».

Αν και την χλεύασαν, τη λοιδόρησαν, την κακολόγησαν και την εξύβρισαν, η εφηµερίδα εκδιδόταν έκτοτε κάθε εβδοµάδα επί 31 συνεχή χρόνια και σταµάτησε µόνον όταν το 1918 η εκδότρια εξορίστηκε για περίπου 10 µήνες στην Ύδρα, λόγω των πολιτικών της φρονηµάτων.

Έτσι, η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια διεκδικεί και τον τίτλο της πρώτης Ελληνίδας δημοσιογράφου, εκδότριας και διευθύντριας.

Στόχος της εφημερίδας ήταν να εισαγάγει και στην Ελλάδα τους φεμινιστικούς προβληματισμούς που ήδη απασχολούσαν τις γυναίκες των δυτικοευρωπαϊκών κρατών και να αφυπνίσει τις συνειδήσεις των γυναικών της τότε εποχής.

Στο γραφείο της

Από τον Πλάτανο Αμαρίου

Ἡ Καλλιρρόη Παρρέν, παρὰ τὸ ξενικό της ἐπώνυμο, ἦταν ἀκραιφνὴς Ἑλληνίδα, καταγόμενη ἀπὸ τὸ γένος Σιγανοῦ καὶ ἀπὸ τὸ «ξακουσμένο νησὶ τῆς Κρήτης», ὅπως μὲ ὑπερηφάνεια δήλωνε ἡ ἴδια στὸ Διεθνὲς Συνέδριο τοῦ Παρισιοῦ τὸ ἔτος 1889.

Η Καλλιρρόη Παρρέν γεννήθηκε το 1861 στον Πλάτανο Αμαρίου του Ρεθύμνου. Σε ηλικία έξι χρόνων, ο πατέρας της Στυλιανός Σιγανός την πήρε από την Τουρκοκρατούμενη Κρήτη για να εγκατασταθούν στην Αθήνα. Έγινε πρόεδρος της Επιτροπής Κρητών Προσφύγων στην Αθήνα και φρόντισε η κόρη του να λάβει επιμελημένη μόρφωση…

Σπούδασε στη Σχολή Σουρμελή και στη Γαλλική Σχολή Καλογραιών στον Πειραιά και αποφοίτησε από το Αρσάκειο με δίπλωμα δασκάλας το 1878. Αμέσως ανέλαβε τη διεύθυνση του Παρθεναγωγείου της ελληνικής Κοινότητας στην Οδησσό, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα παντρεύτηκε τον Ιωάννη Παρρέν, γαλλοαγγλικής καταγωγής δημοσιογράφο από την Κωνσταντινούπολη, πρώτο γενικό διευθυντή του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ).

Η δημοσιογραφία και η στήριξη του συζύγου

Έχοντας την υποστήριξη του συζύγου της, ο οποίος την ενθάρρυνε στους αγώνες της, αποφασίζει να ακολουθήσει το επάγγελμα της δημοσιογραφίας και τότε ξεκινά για εκείνη μια νέα δυναμική διαδρομή.

Η πρώτη Ελληνίδα φεμινίστρια διεκδικεί και τον τίτλο της πρώτης Ελληνίδας δημοσιογράφου, εκδότριας και διευθύντριας όταν το 1887 άρχισε να εκδίδει την εβδομαδιαία εφημερίδα «Εφημερίς των Κυριών». Συντάκτριες αποκλιεστικά γυναίκες, οι οποίες απευθυνόταν σε γυναίκες κυρίως της Αθήνας και του Πειραιά.

Η Καλλιρόη, στην οποία ο Παλαµάς είχε αφιερώσει και ένα ποίηµά του («Χαίρε γυναίκα της Αθήνας, Μαρία, Ελένη, Εύα. Να η ώρα σου. Τα ωραία σου φτερά δοκίµασε και ανέβα και καθώς είσαι ανάλαφρη και πια δεν είσαι σκλάβα προς τη µελλούµενη άγια γη πρωτύτερα εσύ τράβα και ετοίµασε τη νέα ζωή, µιας νέας χαράς υφάντρα και ύστερα αγκάλιασε, ύψωσε και φέρε εκεί τον άντρα…») εκπροσώπησε την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα την Ελλάδα σε διεθνή Συνέδρια Γυναικών στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Σικάγο (1888, 1889, 1893, 1896, 1900).

Πίστευε ότι «το µεγαλείο της Ελλάδος έγκειτο στο µεγαλείο των θυγατέρων της». Προς χάρη των γυναικών λοιπόν, ίδρυσε το 1893 την «Ένωση υπέρ της Χειραφετήσεως της Γυναίκας», καθώς και διάφορα κοινωφελή ιδρύματα για την ανακούφιση των απόρων γυναικών και τη βελτίωση του εκπαιδευτικού επιπέδου των γυναικών: το 1890 ίδρυσε το «Κυριακάτικο Σχολείο», στο οποίο διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή οι εργάτριες και οι υπηρέτριες, το 1895 µμαζί µε την Ναταλία Σούτσου το «Άσυλο της Αγίας Αικατερίνης», στο οποίο έβρισκαν προστασία οι ανύπαντρες µητέρες και οι κακοποιηµένες εργάτριες, το 1896 το «Άσυλο Ανιάτων Γυναικών», το 1896 την «Μεγάλη Ένωση των Ελληνίδων», το 1898 τον «Πατριωτικό Σύνδεσµο», µετέπειτα ΠΙΚΠΑ.

Το 1895, µάλιστα, απευθύνθηκε στον τότε πρωθυπουργό Χ. Τρικούπη, ζητώντας την κατοχύρωση των πολιτικών δικαιωµάτων των γυναικών.

Το 1911 δημιούργησε το Λύκειο Ελληνίδων

Υγιής φεμινισμός

Η Καλλιρόη Παρρέν αγωνίστηκε κατά της αµάθειας και των προλήψεων, εκφράζοντας έναν υγιή φεµινισµό που ζητούσε ισοτιµία των δύο φύλων και όχι αναστροφή ρόλων. Δεν αµφισβήτησε ποτέ τον οικογενειακό θεσµό.

Εκείνο που ζητούσε ήταν η άρση του κοινωνικού αποκλεισµού των γυναικών και η κατοχύρωση του δικαιώµατος να µορφώνονται και να µπορούν µετά να χρησιµοποιήσουν επαγγελµατικά τη µόρφωσή τους. Το 1911 ίδρυσε επίσης το «Λύκειο Ελληνίδων», για την πνευµατική εξύψωση των Ελληνίδων, το οποίο έγινε εστία έρευνας και διάδοσης του νεοελληνικού λαϊκού πολιτισµού και το 1912 ίδρυσε το «Πατριωτικό Ίδρυµα».

Μετά από δικά της διαβήματα, η Κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη επέτρεψε τη φοίτηση των γυναικών στο Πανεπιστήμιο και το Πολυτεχνείο, όταν πλέον αυτό είχε γενικευθεί στην Ευρώπη.

Το 1921 διοργάνωσε το δεύτερο γυναικείο συνέδριο στην Ελλάδα (το πρώτο είχε γίνει στην Ακρόπολη, στις 24 Μαΐου 1898, υπό την προεδρία της Καλλιρρόης Κεχαγιά) και έπεισε τον τότε πρωθυπουργό Δ. Γούναρη να τοποθετηθεί προσωπικά υπέρ την χορήγησης ψήφου στις γυναίκες (που άργησε βέβαια πολύ να χορηγηθεί: δόθηκε το 1930 για δηµοτικές µόνον εκλογές και για όσες γυναίκες ήσαν πάνω από 30 ετών και µόλις στις 28 Μαϊου 1952 για εθνικές εκλογές µε πλήρες δικαίωµα «εκλέγειν και εκλέγεσθαι»).

Το κανονικό δικαίωµα ψήφου των γυναικών δεν πρόλαβε να το δει η Καλλιρόη Παρρέν, αφού πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 16 Ιανουαρίου 1940 στην Αθήνα, σε ηλικία 79 ετών. Κηδεύτηκε δηµοσία δαπάνη στο 1ο Νεκροταφείο, όπου πέντε δεκαετίες αργότερα, στις 6 Ιουνίου 1992, έγιναν από τον Δήµο Αθηναίων τα αποκαλυπτήρια µιας προτοµής της. Η πνευματική διαθήκη της Καλλιρρόης Παρρέν φανερώνεται στα παρακάτω λόγια της: «[…] είμαι ευτυχής και ήσυχη πλέον μπορώ να αναπαυθώ, εφ’ όσον αισθάνομαι ότι αφήνω μίαν ανθηράν βλάστησιν της σποράς, την οποίαν εμείς, αι ολίγαι πρωτοπόροι, εσπείραμεν εις την τότε άγονον και πετρώδη γην και είμαι βεβαία ότι από σας, καλαί μου συνεργάτιδες, θα δημιουργηθή η τελεία γυναίκα της αύριον […]»

Η πολυγραφότατη Καλλιρρόη Παρρέν άφησε πίσω της, ως κληρονομιά, ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, με σημαντικότερα έργα της την «Ιστορία της γυναικός» χωρισμένη σε τρεις τόμους, «Η χειραφετημένη» που δημοσιεύτηκε το 1900 και αργότερα μεταφράστηκε και παρουσιάστηκε στα γαλλικά στη «Journal de débats» το 1907, «Το νέον συμβόλαιον» (1902), το οποίο δημοσιεύθηκε και στα γαλλικά στη «Revue littéraire» και τέλος το τρίπρακτο δράμα «Η νέα γυναίκα», το οποίο παίχτηκε από τη Μαρίκα Κοτοπούλη το 1907.

Σκίτσο της νεαρής Καλλιρόης Σιγανού Παρρέν

Η δημοσιογράφος δίνει συνέντευξη

Ακολουθεί συνέντευξη στην Ειρήνη την Αθηναία, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εστία, 21 και 22 Απριλίου 1930 (αποσπάσματα):

Η κυρία Καλλιρρόη Παρρέν υπήρξεν η πρωτοπόρος της εποχής της. Εις αυτήν οφείλεται η αρχή κάθε γυναικείας δράσεως εις την Ελλάδα. Είναι η πρώτη εργαζομένη γυναίκα, η πρώτη συστηματική δημοσιογράφος, η πρώτη που διεκδίκησε σοβαρά τα δικαιώματα των ομοφύλων της. Την εχαρακτήριζαν ανέκαθεν πνεύμα μαχητικόν και ανήσυχον.

– Πότε εβγάλατε την εφημερίδα σας;

Εις τας 8 Μαρτίου του 1887. Πραγματικώς, η «Εφημερίς των Κυριών», από της πρώτης στιγμής της εκδόσεώς της, είχε μεγάλην επιτυχίαν. Και διά την ύλην της, αλλά και διά το περίεργον του πράγματος, να εκδίδεται από μίαν γυναίκα… Το πρώτον της φύλλον, ανετυπώθη τρεις φορές εντός της ίδιας ημέρας και το βράδυ είχον και αι έξ χιλιάδας φύλλα εξαντληθή…

Το γραφείον μου, ενθυμούμαι, ήτο έως αργά πολιορκημένον από τους μικρούς που επωλούσαν την εφημερίδα μου και δεν εννοούσαν να φύγουν… Τόσην δε εντύπωσιν έκαμεν η έκδοσίς της εις τον κόσμον, ώστε ήρχοντο άγνωστοι άνθρωποι και ζητούσαν τον «διευθυντήν», διά να εξακριβώσουν εάν πράγματι η εφημερίς εξεδίδετο από γυναίκα…

Και όταν τους έλεγα, ότι ήμουν εγώ ο διευθυντής, πολλοί από αυτούς δεν με επίστευαν και επήγαιναν διά να ερωτήσουν εις το τυπογραφείον… Αυτό ήτο το επίμαχον ζήτημα!…

Η περίφημη «Εφημερίς των Κυριών»

Η «Εφημερίς των Κυριών» εξεδόθη ανελλιπώς επί τριάντα έτη. Και μόνον όταν με εξώρισαν ως βασιλόφρονα εις την Ύδραν έπαυσεν η έκδοσίς της. Και ξέρετε διατί με εξώρισαν; Εγώ δεν ήμουν ποτέ ιδιαιτέρως συνδεδεμένη με την Αυλήν, ούτε υπήρξα κόλαξ των εστεμμένων εις την ζωήν μου. Εστηρίχθην πάντοτε εις τας ιδικάς μου δυνάμεις. Αλλά μεταξύ παλαιών φύλλων της εφημερίδος μου, που είχαν πωληθή χονδρικώς, ευρέθη και ένα με τη φωτογραφίαν του Κάιζερ! Αυτό ήτο η αφορμή της εξορίας μου!

Δεν μου επέτρεψαν δε να έλθω εις τας Αθήνας, ούτε όταν εκινδύνευεν η μητέρα μου. Και απέθανεν, χωρίς να την ιδώ!… Το αδίκημα αυτό με έκαμε να χάσω τον ενθουσιασμό μου και να μη έχω διάθεσιν διά τίποτε επί αρκετόν καιρόν.

– Πόσα γυναικεία συνέδρια έχετε παρακολουθήσει;

– Αρκετά.

– Σας έστειλε το κράτος;

Η κυρία Παρρέν ξαφνίζεται και χαμογελά.

– Τι λέτε κυρία μου!… Ουδέποτε εστάλην από μέρους του κράτους ή οιασδήποτε οργανώσεως. Ουδέποτε ενισχύθην οικονομικώς εις ό,τι επιχείρησα. Πάντοτε εταξίδευσα και αντεπροσώπευσα την Ελλάδα με ιδικά μου έξοδα. Και είμαι υπερήφανη διά τούτο!…

Εξέδωσε το βιβλίο «Το ταξίδι της Σουηδίας», το 1912. Επίσης, Το «Ταξίδι εις την Αμερικήν» και τα «Ταξίδια των Συνεδρίων».

– Ποια άλλα έργα σας έχετε εκδώσει;

– Την «Χειραφετημένην», την «Μάγισσαν» και το «Νέον Συμβόλαιον». Είναι μια τριλογία, εις την οποίαν παρουσιάζω την γυναίκα εις τα τρία κυριώτερα, κατ’ εμέ, στάδιά της. Έχω επίσης συγγράψει το «Άσπρο Τριαντάφυλλο», το «Μαραμένο Κρίνο», τον «Δεσπότην», το «Σχολείον της Ασπασίας» και μερικάς ιστορικάς μονογραφίας.

– Θεατρικά;

– Την «Ασπασίαν» και την «Νέαν γυναίκα».

Υπενθυμίζω εις την κυρίαν Παρρέν το τραγουδάκι:

«Εγώ είμαι η Νέα Γυναίκα

Που θα καπνίζω

Και θα ψηφίζω…»

– Όσον αφορά την ψήφον στην πολιτική, δεν νομίζω να είναι κατωτέρα των άλλων γυναικών η Ελληνίς. Είμαι όμως, βεβαία, ότι η πολιτική θα την χαλάση. Είναι ακόμη στεναί αι αντιλήψεις εις την Ελλάδα και η επέμβασις της γυναίκας εις την πολιτικήν θα την αδικούσε μάλλον.

Ώστε επί του παρόντος, ας ασκηθή εις το αστικόν μέρος της νομοθεσίας (σσ. την ψήφο στις δημοτικές εκλογές), έως την ώραν που θα ημπορέση να αποδώση περισσότερα από σήμερα.

Η προτομή της στο νεκροταφείο

– Ποιες θεωρείτε καλύτερες από της γυναίκες που γράφουν; Εξαιρούνται αι… παρούσαι, βέβαια, κυρία Παρρέν.

– Προκειμένου να μιλήση κανείς δι’ αυτό το ζήτημα, πρέπει να γνωρίζη τα βιβλία που εξεδόθησαν. Και εγώ δεν παρακολουθώ πολύ τώρα τελευταία. Πάντως, η κυρία Δεντρινού έχει πολλάς γνώσεις, κατέγινεν εις την φιλολογίαν των Ιονίων Νήσων και έχει κάμη σχετικά διαλέξεις.

Και η κυρία Μινώττου γνωρίζει την ιστορίαν των Ιονίων Νήσων. Τα αναμνηστικά λευκώματα που εξέδωκεν είνε πολύ καλή εργασία. Εις το διήγημα, η μόνη που είχαμε ήτο η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου. Αλλά και τα ηθογραφικά σκίτσα της κυρίας Δίπλα Μαλάμου τα ευρίσκω εξαίρετα.

Η κυρία Παναγιωτάτου έχει επιστημονικήν και λογοτεχνικήν εργασίαν πρώτης τάξεως. Έπειτα η Μυρτιώτισσα… Τα παιδικά της ιδίως ποιήματα, είναι ωραιότατα. Η κυρία Χατζημιχάλη είνε πολύ καλή εις τα σχετικά με την λαϊκήν μας τέχνην. Η κυρία Ταρσούλη επίσης είνε μία γυναίκα με πολλά καλλιτεχνικά προσόντα… Είμαι βεβαία, ότι και άλλαι υπάρχουν, που δεν τας ενθυμούμαι αυτή τη στιγμήν.

– Τι γράφετε τώρα;

– Τας εντυπώσεις μου από την ζωήν μου ως δημοσιογράφου και ως γυναικός.