«Διαβάζοντας Οδυσσέα Ελύτη είναι σαν να κοιτάς αιγαιοπελαγίτικο τοίχο το καταμεσήμερο. Θαμπώνεσαι. Κατεβάζεις τα μάτια. Ποτέ δεν μπόρεσα να αντικρίσω ώρα πολύ το φωτόδεντρο.
Αντέχω το κείμενο σε μικρές δόσεις. Κάθε λίγο αναστέλλω. Αλλάζω βλέμμα. Η συμπύκνωση της ουσίας, η ευφορία των στιγμών ζαλίζει σαν το πολύ οξυγόνο. Στα πεζά αλχημεία παράξενη.
Ενώ ο λόγος είναι απλός, στρωτός, ευθύς, χωρίς ποιητικές αντιστροφές και κοσμητικά επίθετα, ξαφνικά όλο και μεταστοιχειώνεται σε ποίηση. Η ανάσα σου κόβεται από την ευτυχία της σωστής λέξης […]», έγραφε ο Νίκος Δήμου για τον ποιητή του Αιγαίου που μετέτρεψε το φως, τη θάλασσα και την ελληνική γλώσσα σε ποιητικό σύμπαν.
Ως εξέχον μέλος της «γενιάς του ΄30», συνδύασε τη μοντέρνα ευρωπαϊκή ποίηση με την ελληνική παράδοση, δημιουργώντας ένα μοναδικό ύφος που του χάρισε διεθνή αναγνώριση και το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.
Το «ταξίδι του στο φως» ξεκίνησε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο. Η οικογένεια του Οδυσσέα Ελύτη ήταν μία εύπορη και δραστήρια οικογένεια με καταγωγή από τη Λέσβο. Το πραγματικό επώνυμο του ποιητή ήταν Αλεπουδέλης.
Ο πατέρας του ήταν ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης, επιχειρηματίας από τη Λέσβο. Το 1895 εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο, όπου ίδρυσε μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας της εποχής.
Η οικογενειακή επιχείρηση εξελίχθηκε σε μία από τις καλύτερες σαπωνοποιίες στην Ελλάδα, γνωστής για τα εμβληματικά σαπούνια Μασσαλίας με σήμα την άγκυρα, που εξακολουθούν να κυκλοφορούν.
Το εργοστάσιο είναι γνωστό ως «Αθηνά» και βρισκόταν κοντά στο λιμάνι του Ηρακλείου, στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το υπεραστικό ΚΤΕΛ. Το βιομηχανικό συγκρότημα σώζεται και είναι χαρακτηρισμένο διατηρητέο.
Η οικογένεια Αλεπουδέλη είχε σημαντική οικονομική επιφάνεια και ανήκε στην ανερχόμενη αστική τάξη των αρχών του 20ού αιώνα. Το σπίτι της οικογένειας βρισκόταν στη συμβολή οδών Αριάδνης και Πασιφάης.
Μητέρα του ήταν η Μαρία Βρανά, επίσης με καταγωγή από τη Λέσβο. Παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Αλεπουδέλη στο Ηράκλειο και απέκτησαν έξι παιδιά.
Ο Οδυσσέας ήταν το μικρότερο από τα έξι παιδιά της οικογένειας. Είχε τέσσερις αδελφούς και μία αδελφή, τη Μυρσίνη Αλεπουδέλη. Η Μυρσίνη πέθανε το 1918 σε ηλικία μόλις 20 ετών, γεγονός που σημάδεψε την οικογένεια.
Η οικογένεια Αλεπουδέλη έζησε στο Ηράκλειο μέχρι το 1914. Με το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης μετέφερε την επιχείρησή του στον Πειραιά και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί μεγάλωσε ο μελλοντικός ποιητής.
Στην Αθήνα
Ο μικρός Οδυσσέας Αλεπουδέλης ξεκινάει τη φοίτησή του στο ιδιωτικό σχολείο Μακρή, έχοντας ως δασκάλους τον Ι.Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ιωάννη Θ. Κακριδή. Διαβάζει ασταμάτητα ό,τι πέσει στα χέρια του και ξοδεύει όλο του το χαρτζιλίκι σε λογοτεχνικά περιοδικά και βιβλία.
Τον χειμώνα περνάει αμέτρητες ώρες στο νεοκλασικό όπου εξελίσσονται σκηνές που φέρνουν εύλογα στον νου εικόνες από τον «Τρελαντώνη» της Πηνελόπης Δέλτα, ενώ το καλοκαίρι επισκέπτεται μαζί με την οικογένεια τα γειτονικά νησιά.
Σε ηλικία μόλις 16 ετών έρχεται σε επαφή με την ποίηση του Καβάφη, λίγο αργότερα διαβάζει Λόρκα και Ελιάρ και στέλνει με ψευδώνυμο τα πρώτα του ποιήματα σε περιοδικά της εποχής.
Σημαντικό ρόλο στην πορεία του θα παίξει η γνωριμία του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τη λογοτεχνική παρέα των Σεφέρη, Θεοτοκά, Κατσίμπαλη και Καραντώνη, που εξέδιδε το πρωτοποριακό περιοδικό Νέα Γράμματα αλλά και τον Νίκο Γκάτσο με τον οποίο συνδέθηκε με μακρόχρονη και στενή φιλία.
Η οικογένεια ήταν έντονα υποστηρικτική προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Εξαιτίας των πολιτικών του πεποιθήσεων, ο Παναγιώτης Αλεπουδέλης αντιμετώπισε διώξεις και φυλάκιση κατά την περίοδο των πολιτικών συγκρούσεων της εποχής. Μάλιστα, το 1924 σ’ ένα ταξίδι με την οικογένειά του θα γνωρίσει στη Λωζάνη τον Βενιζέλο που αποτελούσε το πολιτικό ίνδαλμα της οικογένειάς του.
Το 1925, θα χάσει τον πατέρα του. Δύο χρόνια αργότερα θα αρρώσταινε και ο ίδιος σοβαρά από μια σπάνια αδενοπάθεια που θα τον απέτρεπε από τη σωματική άσκηση – τότε ήταν που πρόβαλε ως σανίδα σωτηρίας η λογοτεχνία.
Μαζί και η ανάγκη και η φιλοδοξία να αναζητήσει τον έπαινο του Δήμου και των σοφιστών, γράφοντας, δημοσιεύοντας, κάνοντας την ποίηση άμεση προτεραιότητά του.
Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου του 1940 υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ως ανθυπολοχαγός. Οι εμπειρίες του από τον πόλεμο επηρέασαν βαθιά το έργο του και αποτυπώθηκαν σε ποιήματα που εξυμνούν την ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
«Άξιον Εστί» μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας
Στην κατεχόμενη Αθήνα έγραψε τον «Ήλιο τον πρώτο» και τα πρώτα σημαντικά πεζά του. Από το 1948 ως το 1951 πραγματοποίησε διάφορα ταξίδια στη δυτική Ευρώπη, με ορμητήριο το Παρίσι, όπου, μέσα στο εχθρικό γι’ αυτόν κλίμα της υπαρξιακής στράτευσης, στερεώθηκαν οι δικές του πεποιθήσεις, αυτές που διακηρύσσονται στο «Άξιον Εστί», που κυκλοφορεί το 1959.
Είναι μια κορυφαία στιγμή της ελληνικής λογοτεχνίας. Ο ποιητής καταδύεται στις ρίζες του ελληνικού μύθου και αντλεί υλικό και μορφές, εικόνες και ήχους, επιτυγχάνοντας μια δραματική σύνθεση, στην οποία το λυρικό «εγώ» ταυτίζεται με το επικό «εμείς» και η σύγχρονη γραφή συνδυάζεται με μια περιουσία, αρχαία, βυζαντινή και νεότερη.
Το έργο αυτό του Ελύτη θα γνωρίσει πλατιά αναγνώριση και θα γίνει «κτήμα του Λαού», όταν θα μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη το 1964.
«Μία από τις κορυφαίες δημιουργίες του υπήρξε -όπως τονίζουν οι ειδικοί- το ποίημα “Άξιον Εστί” (1959), έργο με το οποίο ο Ελύτης διεκδίκησε θέση στην εθνική λογοτεχνία, προσφέροντας ταυτόχρονα μία “συλλογική μυθολογία” και ένα “εθνικό έργο”.
Η λογοτεχνική κριτική υπογράμμισε την αισθητική αξία του, καθώς και την τεχνική του αρτιότητα. Η γλώσσα του επαινέθηκε για την κλασική ακρίβεια της φράσης, ενώ η αυστηρή δόμησή του χαρακτηρίστηκε ως άθλος που “δεν αφήνει να διαφανεί πουθενά ο παραμικρός βιασμός της αυθόρμητης έκφρασης”».
Το 1969 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου, ανάμεσα στο σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία» που εξήγγειλε η επανάσταση του Μάη και τη δυσφορία για την απριλιανή δικτατορία στην Ελλάδα, έγραψε τα ποιήματα «Το φωτόδεντρο», «Το μονόγραμμα», «Ο ήλιος ο ηλιάτορας», «Τα ρω του έρωτα».
Στην Αθήνα επέστρεψε το 1971. Την περίοδο αυτή και ως τη βράβευσή του το 1979 από τη Σουηδική Ακαδημία με το Βραβείο Νόμπελ έγραψε πεζά κείμενα για τον Θεόφιλο («Ο ζωγράφος Θεόφιλος», 1973), τον Παπαδιαμάντη («Η μαγεία του Παπαδιαμάντη», 1974), τον Εμπειρίκο («Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο», 1979) και το «σκηνικό ποίημα» «Η Μαρία Νεφέλη» (1978).
Πριν και ύστερα από το διεθνές βραβείο, ανακηρύχτηκε διδάκτορας από διάφορα πανεπιστήμια, όπως της Θεσσαλονίκης (1975), του Παρισίου (Σορβόννη, 1980) και του Λονδίνου (1981).
Άλλα έργα του: «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας» (1945), «Καλοσύνη στις λυκοποριές» (1947), «Αλβανιάδα» (1962), «Ετεροθαλή» (1974), το «Σηματολόγιον» (1977), «Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας» (1982), το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» (1984), μια σύνθεση-μετάφραση των σωζόμενων αποσπασμάτων της Σαπφώς, με τίτλο: «Σαπφώ, ανασύνθεση και απόδοση» (1984), «Αποκάλυψη του Ιωάννη» (1985), και «Ο μικρός ναυτίλος» (1985), κ.ά.
Το Νόμπελ
Το 1979, η Σουηδική Ακαδημία τίμησε για δεύτερη φορά έναν Έλληνα ποιητή, τον Οδυσσέα Ελύτη, απονέμοντάς του το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
«Η είδηση της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Ελύτη -τονίζει σε άρθρο της η “Κ”- προκάλεσε μεγάλο ενθουσιασμό στους Έλληνες. Τόσο η πολιτειακή και πολιτική ηγεσίας της χώρας όσο και ο ελληνικός Τύπος συνεχάρησαν τον ποιητή για την απονομή του Νόμπελ.
Στο κύριο άρθρο της στις 19 Οκτωβρίου, μία ημέρα έπειτα από την ανακοίνωση της απονομής του βραβείου στον Ελύτη, η «Καθημερινή» έγραψε τα εξής:
«Το Νόμπελ Λογοτεχνίας για το 1979 απονεμήθηκε στον Ελύτη από τη Σουηδική Ακαδημία για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση περιγράφει με αισθησιακή δύναμη και υψηλή πνευματική διορατικότητα τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για την ελευθερία και τη δημιουργία».
Στην ανακοίνωσή της, η Σουηδική Ακαδημία ανέφερε ότι «η θάλασσα και τα νησιά, τα ζώα και τα φυτά τους, τα απαλά βότσαλα και οι ακρογιαλιές, ο αφρός των κυμάτων, οι μαύροι θαλασσινοί αχινοί… είναι στοιχεία που επαναλαμβάνονται συνεχώς στο έργο του. Aισθησιασμός και φως αναβλύζουν από την ποίηση του Ελύτη.
Ο αισθητός κόσμος είναι έντονα ζωντανός στο έργο του, πλούσιος σε φρεσκάδα και με καταπληκτικές εμπειρίες».
Συνεχίζοντας, τόνισε ότι «το έργο του Ελύτη, μολονότι δεν είναι πολιτικό με τη στενή έννοια του όρου, αποτελεί μια “γραφή ετοιμότητας”, που στοχεύει στην υπεράσπιση της ηθικής ακεραιότητας και εμπνέεται από την αντίληψη της μοναδικότητας του ανθρώπου, που του δίνει δύναμη για να αντιμετωπίσει τις δοκιμασίες της υπάρξεως».
Το ενδιαφέρον, όμως, της Σουηδικής Ακαδημίας κέντρισε και το ψευδώνυμο του Ελύτη (το πραγματικό του επώνυμο ήταν Αλεπουδέλης). Όπως ανέφερε, το ψευδώνυμό του «αντανακλά μια σύνθεση ιδεών της ελληνικής σκέψεως, όπως το όνομα της ίδιας της χώρας του, Ελλάδα, της Ελπίδας, της Ελευθερίας και της Ελένης, το όνομα της γυναίκας που συμβολίζει την ομορφιά και τη γοητεία».
Η απονομή του Βραβείου Νόμπελ πραγματοποιήθηκε λίγους μήνες αργότερα, στις 10 Δεκεμβρίου 1979.
Τα άπταιστα γαλλικά του και το περιεχόμενο του λόγου του, που αναφέρονταν στην τέχνη της ποίησης, εντυπωσίασαν το κοινό.
«Μου εδόθηκε -είπε μεταξύ άλλων στον λόγο του- αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές.
Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας.
Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως να αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις.
Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Nα τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση».
[…]
Η επιστροφή στο Ηράκλειο
Ο Οδυσσέας Ελύτης θα επιστρέψει στο Ηράκλειο το 1979 και θ’ ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης. Σύμφωνα με τον πρώην αντιδήμαρχο Κώστα Σχιζάκη, ο Ελύτης δεν υπήρξε δημότης Ηρακλείου. 3-4 χρονών μετακόμισε η οικογένειά του στον Πειραιά κι ύστερα στην Αθήνα όπου και ενεγράφη ως δημότης.
Ελάχιστους μήνες πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ, του επροτάθη από τον Δήμο Ηρακλείου να εγγραφεί και εις τα εδώ μητρώα όπου και εδέχθη.
Στην τελετή, που έγινε στη Βασιλική του Αγίου Μάρκου, παρέστησαν πλήθος Ηρακλειωτών, ο τότε πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής, Νεκτάριος, η δήμαρχος Αρχανών Μαρία Πλουμίδου, ο δήμαρχος Ηρακλείου, Μανόλης Καρέλλης κ.ά.
«Με την ευκαιρία αυτή -όπως αναφέρει ο κ. Σχιζάκης- είχε τυπωθεί κι ένας τόμος ειδικός για την περίπτωση, με αποσπάσματα από τις ποιητικές συλλογές του Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο έχω, αλλά δεν ξέρω πού, ώστε να σας δώσω περισσότερες πληροφορίες.
Θα σας πω όμως ότι την εξαιρετική έμπνευση αυτή την είχε και την πρότεινε στον δήμαρχο ο ακούραστος και πάντα γελαστός αλλά και ενήμερος περί τα του πολιτισμού Μηνάς Νικηφοράκης και βέβαια την άρπαξε αμέσως ο ευφυέστατος ανιψιός.
Ελάχιστο χρόνο μετά, το ίδιο έτος, επροσκαλείτο και ο ίδιος ως δήμαρχος της γενέθλιας πόλης να παραστεί στην τελετή της απονομής του Νόμπελ στη Σουηδία».
Μάλιστα, το 1979, ο Δήμος Ηρακλείου θα εκδόσει αναμνηστικό μετάλλιο προς τιμή του μεγάλου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη για το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979.
Θα «φύγει» στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα. Σε μια από τις συνεντεύξεις του στον Γιώργο Κ. Πηλιχό είχε πει: «Σαν φορέας ενός ειδικού πολιτισμού και μιας ένδοξης γλώσσας, έκλεισα τα εξήντα μου χρόνια και από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μόνο καταστροφές έχουνε δει τα μάτια μου. Και θαυμαστές αντιδράσεις, που όλες τους πήγαν χαμένες από τα ίδια μας τα χέρια. Δεν ξέρω. Θα ήθελα να κοιμηθώ μια μέρα και να ξυπνήσω σε έναν αιώνα όπου και τα πουλιά ακόμη να κελαηδούν ελληνικά και νικητήρια».
Πώς επέλεξε το ψευδώνυμο «Ελύτης»
Επέλεξε το ψευδώνυμο «Ελύτης», που παραπέμπει στο ελληνικό τοπίο, τη θάλασσα και τα νησιά, τρία στοιχεία που συνέθεταν τη βάση της ποίησής του. Το όνομα αυτό αντικατοπτρίζει τη βαθιά σύνδεσή του με την Ελλάδα και την επιθυμία του να εκπροσωπήσει τους ανθρώπους και τον τόπο που τον γέννησε και τον ενέπνευσε.
«Χρειάστηκε να πάρω μια απόφαση για το τι όνομα θα έβαζα σαν υπογραφή. Ήθελα να υπάρχει κάποιο ψευδώνυμο.
Επειδή πάντοτε οι λέξεις που άρχιζαν από “ελ” μού ασκούσαν μια μαγεία, είτε διότι ήταν η Ελλάδα είτε ήταν η ελπίδα είτε μια Ελένη που ίσως ήμουν τότε ερωτευμένος, η ελευθερία, όλες αυτές οι λέξεις που αρχίζουν από “ελ”, σκέφτηκα το αρχίσω έτσι», εξήγησε ο ίδιος. «Κατόπιν ήταν το γράμμα “υ” που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Άλλωστε νομίζω και οι Γάλλοι για να το λένε “i grec” θα πει ότι είναι ελληνικό. Έβαλα μετά το “ελ” το “υ”, δεν χρειαζόταν λοιπόν παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο πιο αρχαιοπρεπής, αν θέλετε, “ύτης”. Ενώ έψαχνα στην αρχή να βάλω κάτι, μεταξύ του “ελ” και του “της” έβαλα το “υ” και βγήκε το Ελύτης», πρόσθεσε.
