H μοναδική συνέντευξη που έδωσε η μητέρα του Αλέξη Καλοκαιρινού, Λουίζα – Μαρίνα Δαμιανάκη – Καλοκαιρινού έρχεται στο φως με αφορμή τον θάνατό της σήμερα σε ηλικία 94 ετών. Η συνέντευξη δόθηκε στον ιστορικό ερευνητή Ανδρέα Καλοκαιρινό, εγγονό της και αναρτήθηκε στο istorima στις 10 Ιουλίου 2021 και η αφήγηση συνέντευξη αφορά στην περιγραφή μεγαλοαστικών σπιτιών της πόλης του Ηρακλείου, πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσα από τις αναμνήσεις της Λουίζας.
Η Λουίζα περιγράφει τα παιδικά χρόνια της στο πατρικό της στην οδό Σμύρνης, αναφέρεται στο παιδικό παιχνίδι ένα επιτραπέζιο πιάνο από έβενο με τα αρχικά της, το μαγαζί του πατέρα της Δαμιανάκη στ’ Ακτάρικα, το σπίτι που μπήκε νύφη του Καλοκαιρινού και σήμερα στεγάζεται το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης και άλλες λεπτομέρειες από το αστικό Ηράκλειο μιας άλλης εποχής.
Πατήστε τον παρακάτω σύνδεσμο για να ακούσετε ολόκληρη τη συνέντευξη της Λουίζας Δαμιανάκη – Καλοκαιρινού:
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΛΟΥΙΖΑΣ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟΥ
Η Λουίζα Καλοκαιρινού περιγράφει την σχέση της με τον πατέρα της αλλά και τον στιγματισμό της σε μικρή ηλικία. Τέλος, δίνονται πληροφορίες για το εμπόριο παιχνιδιών και τα ταξίδια στο εξωτερικό, την περίοδο πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και το γεγονός ότι δωρίσαν το κτήριο που στεγάζει σήμερα το Ιστορικό Μουσείο Κρήτη.
Παρατίθεται αυτούσια η συνέντευξη:
Είμαι ο Ανδρέας Καλοκαιρινός, είμαι Ερευνητής στο Ιstorima, είναι Σάββατο, 10 Ιουλίου 2021. Θέλεις να μας πεις το όνομά σου;
Λ.Κ.
Είμαι η Λουίζα Καλοκαιρινού.
Α.Κ.
Ωραία, μπορούμε να ξεκινήσουμε αν θέλεις, με την καταγωγή και την οικογένειά σου;
Λ.Κ.
Ναι.
Α.Κ.
Θέλεις να μας πεις για τους γονείς σου;
Λ.Κ.
Οι γονείς μου ήταν ο Μανώλης ο Δαμιανάκης, Πελαγία ήταν η γυναίκα του.
Α.Κ.
Και από πού ήταν; Ποια ήταν η καταγωγή τους;
Λ.Κ.
Ο πατέρας μου ήταν από την Γαλιά και η μητέρα μου από τα Βορίζια.
Α.Κ.
Ωραία, θέλεις να μας πεις λίγο παραπάνω για το πατέρα σου, κατ’ αρχάς;
Λ.Κ.
Ο πατέρας μου επήγε στον πόλεμο εθελοντής. Ήταν πολύ μικρός, νομίζω 18 χρόνων, όχι περισσότερο. Ήταν, απ’ ό,τι κατάλαβα κι εγώ, ένα παλικάρι. Μας είχε διηγηθεί ένα περιστατικό, τώρα δεν θυμάμαι αν το θυμάμαι από τον ίδιο ή από τη μητέρα μου. Εν πάση περιπτώσει, είναι ένα γεγονός αυτό. Όταν ήταν στο Μιχαλίτσι Φρούραρχος, κάποια στιγμή κλέψανε την κόρη ενός αγά, ξέρω ‘γώ, κάποιου μεγάλου αξιωματικού και αυτός που την έκλεψε, την παρέσυρε μαζί του στα βουνά, πουθενά δεν βρισκότανε. Το έμαθε ο πατέρα μου, ο οποίος ξεκίνησε με δικούς του ανθρώπους, στρατιώτες και επήγε, γύρισε όλα τα βουνά. Κάποια στιγμή, βρήκε την κοπέλα, έγινε μία πάλη με τον Τούρκο αυτόν που την είχε κλέψει και την πήρε. Κατάφερε να την κλέψει δηλαδή, να την πάρει από αυτόν, την έβαλε στο άλογό του και κατηφορίσανε. Πήγανε προς την πόλη και… Στο σπίτι του πατέρα της, όπου περίμενε εναγωνίως αυτός. Έγινε μεγάλο γλέντι και μεγάλη ιστορία. Γιατί αυτό ήταν ένα περιστατικό πολύ σπουδαίο. Πολλοί είχαν αποπειραθεί να φέρουν την κοπέλα, κανείς δεν την είχε βρει και το κατάφερε ο πατέρας μου. Ο πατέρας της κοπέλας του είπε: «Πες μου τι θέλεις να σου δώσω; Γιατί είναι μεγάλο αγαθό, αυτό που κατάφερες να μου φέρεις το παιδί μου πίσω». Εκείνος βέβαια, φυσικά και αρνήθηκε και είπε: «Εγώ δεν θέλω απολύτως τίποτα, σου την παραδίδω μόνο και φεύγω». Και πραγματικά έφυγε, κιόλας. Και τότε, ο πατέρας της κοπέλας δεν ήξερε πώς αλλιώς μπορούσε να του ανταποδώσει και του χάρισε ένα άλογο σπάνιας ράτσας. Το οποίο ο πατέρας μου έστειλε, πραγματικά, εδώ στον πατέρα του και το φροντίζανε μέχρι τα βαθιά του γεράματα, θυμάμαι ότι ζούσε το άλογο αυτό. Αυτά είχα να πω. Διάφορα τέτοια περιστατικά, που δεν τα θυμάμαι και καλά και δεν υπάρχει λόγος να τα αναφέρω περισσότερο. Ίσως αυτό ήταν που μου έκανε κι εμένα εντύπωση στα παιδικά μου χρόνια και το αναφέρω.
Α.Κ.
Ο πατέρας σου, Μανώλης, οπότε, τι δουλειά έκανε;
Λ.Κ.
Ο πατέρας μου ήτανε έμπορος. Όταν γύρισε από το Μιχαλίτσι, ο πατέρας του ήταν πάρα πολύ πλούσιος, εννοώ τα χρόνια εκείνα φυσικά. Είχε χτίσει το σχολειό, είχε χτίσει μια εκκλησία στο χωριό του. Οπότε, θεωρείτο ότι ήταν ο προύχοντας του χωριού. Και του άνοιξε ένα μαγαζί, εδώ στο Ηράκλειο και με χρήματα της μητέρας μου, η οποία ήταν μοναχόπαιδο και πολύ πλούσια, τον πατέρα της τον είχαν σκοτώσει και την είχε μεγαλώσει η γιαγιά της. Είχε πολύ μεγάλη περιουσία και με τα χρήματα της μητέρας μου, άνοιξε άλλο ένα μαγαζί ο πατέρας μου. Αυτό που ήταν μέχρι τελευταία στα Αχτάρικα. Μέσα σε αυτό το μαγαζί, το οποίο ήταν τεράστιο, στην κυριολεξία. Ήταν ένας τεράστιος χώρος, όπως μπαίναμε μέσα, είχε διαδρόμους, είχε ισόγειο, είχε ανώγειο, κατώγειο, ξέρω ’γώ, πάνω όροφο είχε. Ένας πολύ μεγάλος χώρος. Και είχε τα πάντα μέσα. Από μπαχαρικά μέχρι —τι να πω τώρα;— εσώρουχα. Της εποχής εκείνης φυσικά. Τα πάντα θυμάμαι να υπάρχουν εκεί μέσα. Και προπαντός, πάρα πολύ ωραία παιχνίδια. Γι[00:05:00]ατί ταξίδευε πάρα πολύ συχνά στην Αυστρία, όπου έκανε αυτές τις εισαγωγές. Και μου είχε φέρει κι εμένα ένα πολύ ωραίο παιχνίδι, παιχνίδι το λέω τώρα. Ήταν ένα πιάνο επιτραπέζιο από έβενο που επάνω ήταν σκαλισμένο το όνομά μου, τα αρχικά μάλλον του ονόματός μου: Λουίζα Δαμιανάκη, Λ.Δ. Και το πιάνο αυτό το είχα μέχρι τελευταία στο γραφείο μου, γιατί μ’ άρεσε να παίζω κιόλας. Είχα μια εξαιρετική σχέση με τον πατέρα μου, πάρα πολύ καλή. Θυμάμαι ότι κάτω από την σκάλα του σπιτιού μας, που ήταν, που ήταν πολύ μεγάλο, μου είχε φτιάξει ο πατέρας μου ένα σπιτάκι. Και μέσα βέβαια εκεί υπήρχαν όλα τα παιχνίδια, τα οποία ήταν εκλεκτά. Διότι ο ίδιος έκανε εισαγωγές από την Αυστρία. Και θυμάμαι ότι ήταν κάτω από την σκάλα το δωμάτιο αυτό και είχε διάφορα έπιπλα. Από πολυθρόνες, μικρές βέβαια, τραπεζάκια και διάφορα άλλα παιχνίδια παιδικά και μία πόρτα, η οποία δεν ήταν πόρτα αλλά ήταν μια κουρτίνα, την οποία την είχε φτιάξει η μητέρα μου και μέσα εκεί πέρα κρυβόμουνα εγώ και έπαιζα. Και κάθε βράδυ, όταν γύριζε από το κατάστημα, από μαγαζί του, ο πατέρας μου, χτυπούσε τάχα μου, την πόρτα: «Τακ, τακ. Η δεσποινίδα Ελοΐζα Δαμιανάκη είναι εκεί, παρακαλώ;». Και απαντούσα, βέβαια, εγώ ότι είμαι μέσα κι ερχότανε κι άρχιζε το παιχνίδι. Πολύ τέτοιες ωραίες στιγμές θυμάμαι με τον πατέρα μου. Κάθε μεσημέρι που γύριζε από το μαγαζί… πολύ κοντά στο σπίτι μας ήταν ένας στύλος της Δ.Ε.Η. σιδερένιος και εκεί πέρα πήγαινα και στεκόμουνα και τον περίμενα να γυρίσει από το μαγαζί, κάθε μεσημέρι. Και με σήκωνε στην αγκαλιά του και τότε ήταν που με αποκαλούσε: «Λουιζάκι μου». Με σήκωνε στην αγκαλιά του και με σήκωνε ψηλά, ψηλά, ψηλά: «Πάλι ο στύλος σού έφερε το μαντολάτο». Κι έπαιρνα το μαντολάτο και γελαστοί και τραγουδώντας γυρίζαμε στο σπίτι.
Α.Κ.
Το σπίτι αυτό που ανέφερες, πού ήταν;
Λ.Κ.
Στην Σμύρνης.
Α.Κ.
Οπότε αυτό ήταν το πατρικό σου.
Λ.Κ.
Το πατρικό μου σπίτι. Εκεί δηλαδή, που γεννήθηκα εγώ. Εκεί που γεννήθηκα εγώ. Ήταν ένα μεγάλο σπίτι, πάρα πολύ ωραίο με μία τεράστια αυλή και ένα πολύ ωραίο παρτέρι. Που υπήρχαν μέσα μπροστά, ένα ωραίο αμπέρι που μύριζε καταπληκτικά. Στην γωνία ήταν μια τριανταφυλλιά που ήταν εκατονταφυλλιά κοκκινόμαυρη. Αυτό ήταν ένα πολύ μεγάλο παρτέρι και είχε διάφορα λουλούδια, τα οποία αγαπούσε πολύ η μητέρα μου και τα πρόσεχε. Το σπίτι ήταν πολύ μεγάλο, όπως έχω πει. Μια πολύ μεγάλη αυλή, με πολύ ωραία λουλούδια, δεξιά και αριστερά. Το σπίτι ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο.
Α.Κ.
Υπήρχαν άλλα κτίσματα βοηθητικά στην αυλή ή ήταν το κυρίως σπίτι μόνο;
Λ.Κ.
Ναι, υπήρχε το… Όπως μπαίναμε, αριστερά ήταν το δωμάτιο του αδερφού μου. Ένα μεγάλο δωμάτιο, ήταν αριστερά. Απέναντι ήταν το λουτρό. Πιο πέρα ήταν ένα άλλο παρτέρι, που υπήρχε στη μέση μια μπανανιά, μια πολύ μεγάλη μπανανιά. Και δίπλα ήταν σε αυτόν, ήταν πάλι, ένας ωραίος χώρος με διάφορα λουλούδια που είχε φτιάξει η μητέρα μου. Πιο πέρα ήταν το πλυσταριό και μετά το πλυσταριό ήτανε, βγαίναμε πάλι έξω στην αυλή, μπαίναμε στην κουζίνα. Στην οποία κουζίνα, μπαίναμε και από την τραπεζαρία και από την αυλή.
Α.Κ.
Αυτό ήταν το ισόγειο. Είχε, ήτανε όλο…
Λ.Κ.
Το σπίτι ήταν ισόγειο. Όχι, αυτό ήταν το ισόγειο του σπιτιού. Ήταν ένας μεγάλος χώρος, πολύ μεγάλος χώρος που ήτανε, τον λέγαμε —έτσι άκουγα να το λένε— τζαμαρία. Συνήθως τρώγαμε εκεί. Το καλοκαίρι μάλλον. Γιατί το χειμώνα, μετά την τζαμαρία, ήταν ένας άλλος χώρος που ήταν μία σαλοτραπεζαρία, έτσι την ‘λέγαν τότε. Και από εκεί, υπήρχε μια πόρτα [00:10:00]που πηγαίναμε στην κουζίνα. Ένα πράγμα χαρακτηριστικό, που θυμάμαι όμως είναι ότι σε ένα ραφάκι της κουζίνας υπήρχε ένα κουτί, αυτό που υπάρχει πάντα και σήμερα. Δεν θυμάμαι πώς το λένε όμως. Με αυτό κάνουν κρέμες. Δεν θυμάμαι ακριβώς τώρα. Το ίδιο το λένε και τώρα. Ήταν μια μεγάλη κουζίνα με την ηλεκτρική κουζίνα, με τα ράφια της, τα ντουλάπια της. Εγώ φαίνεται ότι ήμουν πολύ μικροκαμωμένο παιδί και μια φορά με χάσανε, δεν στο ανέφερα αυτό. Μια φορά με χάσανε και ήμουνα, με βρήκανε κάτω από το ντουλάπι της κουζίνας.
Α.Κ.
Αλλά είπες… Αναφέρθηκες και σε ηλεκτρική κουζίνας και είπες και για στύλο της Δ.Ε.Η. έξω από το σπίτι. Για τι περίοδο μιλάμε; Τι χρονολογίες είναι;
Λ.Κ.
Λίγο πριν απ’ τον πόλεμο και μετά τον πόλεμο.
Α.Κ.
Ωραία, και μες στο σπίτι, σε σχέση με τις δουλειές του σπιτιού… Δηλαδή είπες ότι η κουζίνα ήταν ηλεκτρική. Θυμάσαι άλλες πρακτικές; Δηλαδή, το σιδέρωμα, το πλύσιμο, πώς γινόταν;
Λ.Κ.
Ναι, το σιδέρωμα γινόταν με κάρβουνο. Είχανε ένα σίδερο βαρύ, το οποίο μου έχει δωρίσει η Στυλιανή, κάπου εδώ είναι. Και θυμάμαι ότι έβαζε το κάρβουνο μέσα και θυμάμαι το χέρι της να κάνει πάνω-κάτω, έτσι-έτσι. Να μπαίνει ο αέρας λίγο μέσα, να αρπάξει το κάρβουνο για να σιδερώσει ακόμα κι ένα μαντηλάκι. Δεν υπήρχαν ηλεκτρικά. Ή τουλάχιστον εμείς την εποχή αυτή που θυμάμαι τώρα που μιλώ, δεν θυμάμαι να υπήρχε. Μετά θυμάμαι. Μετά θυμάμαι το ηλεκτρικό σίδερο. Αλλά θυμάμαι και αυτή την εικόνα, έχω ακόμα από την Στυλιανή να προσπαθεί να ανάψει το…
Α.Κ.
Και για το πλύσιμο;
Λ.Κ.
Το πλύσιμο γινότανε στο πλυσταριό με την στάχτη. Δε μπορώ να περιγράψω ακριβώς τον τρόπο, γιατί δεν τον ξέρω. Θυμάμαι μόνο ότι σε ένα ψηλό μέρος βάζανε τα σεντόνια καθαρά, σαπουνισμένα. Ή μάλλον… δεν θυμάμαι ακριβώς πώς το κάνανε. Βάζανε κάπου εκεί, στην στάχτη και ρίχνανε τα καυτά νερά. Τα οποία πέφτανε μέσα στη γούρνα και απολυμαίνανε, κατά κάποιον τρόπο, τα σεντόνια.
Α.Κ.
Και ποιος ασχολιόταν με αυτή την διαδικασία;
Λ.Κ.
Με αυτή την διαδικασία ασχολιόταν η Καλίτσα. Ήταν μία μεγάλη γυναίκα, η οποία έμενε στην Ξύλινη Τάμπια, κάπου, μάλλον κοντά στο σπίτι μας. Κοντά. Σχετικά κοντά. Και ερχότανε κάθε μέρα και βοηθούμε την Στυλιάνη κι έκανε πάντα το πλύσιμο αυτή. Το πλύσιμο δεν το έκανε ποτέ η Στυλιανή, το έκανε η Καλίτσα. Όπως και τα ψώνια τα έκανε ο Μήτσος. Ήταν ένα παιδί από τα Ανώγεια, το οποίο είχε πάρει ο πατέρας μου, παραγιό τον λέγανε τότε, έτσι τους λέγανε, «παραγιός» λέγανε τα παιδιά που εργάζονταν στο σπίτι. Και τον είχε για τα ψώνια του σπιτιού. Όταν τελειώνανε τα ψώνια, πήγαινε στο μαγαζί και βοηθούσε τον πατέρα μου σε ό,τι χρειαζότανε.
Α.Κ.
Η Στυλιανή ποια ήταν;
Λ.Κ.
Η Στυλιανή ήταν αυτή, αυτή η γυναίκα που είχαμε πάρει στο σπίτι μας, από τα 12 της χρόνια. Αυτή με μεγάλωσε εμένα. Την είχαμε όλα τα χρόνια.
Α.Κ.
Οπότε όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι που ανέφερες, οι τρεις δηλαδή, έμεναν μαζί σας στο σπίτι;
Λ.Κ.
Ναι, βέβαια. Όχι. Η Καλίτσα, όχι. Η Καλίτσα έμενε στο σπίτι της αλλά ερχόταν, κάθε μέρα όμως στο σπίτι. Κάθε μέρα. Ο Μήτσος έμενε και η Στυλιανή, βεβαίως, έμενε.
Α.Κ.
Και η Στυλιανή τι καθήκοντα, τι δουλειές είχε στο σπίτι;
Λ.Κ.
Στο να κρατάει το σπίτι καθαρό. Καθαρό και… στο μαγείρεμα. Που νομίζω ότι το έκανε η μητέρα μου. Της άρεσε. Και το μαγείρεμα και τη ζαχαροπλαστική. Της άρεσε και τα έκανε αυτά μόνη της. Θυμάμαι τα ωραία φορμάκια που έκανε η μητέρα μου. Βοηθούσε στο σπίτι… Όπως υπήρχε, άλλη μια γυναίκα τότε, η οποία ήταν παραδουλεύτρα, όπως τις ‘λεγαν τότε. Και βοηθούσε κι αυτή στο σπίτι. Αλλά μέσα στο σπίτι έμενε η Στυλιανή και ο Μήτσος. Οι άλλοι ήταν εξωτερικοί.
Α.Κ.
Και η Στυλιανή, πώς είχε… Θυμάσαι; Όχι θυμάσαι, σου έχουν αφηγηθεί το πώς είχε, ας πούμε, προσληφθεί; Γιατί είπες ότι έμενε μαζί σας από την ηλικία των 12. Δηλαδή, αρκετά μικρή ηλικία,[00:15:00] ίσως. Θυμάσαι το πώς προέκυψε και έμεινε μαζί σας;
Λ.Κ.
Αυτή, η Στυλιανή, ήταν από το ίδιο χωριό που ήταν ο πατέρας μου. Ήταν πολλά παιδιά στο σπίτι τους. Ήταν πάρα πολύ φτωχοί όλοι τους. Δηλαδή φτωχοί στην κυριολεξία όμως. Και την είχε πάρει ο πατέρας μου και την έφερε στο σπίτι. Και τότε ήταν πολύ μικρό κοριτσάκι. Υπήρχε και η Καλλιόπη, τώρα την θυμάμαι και αυτήν. Άλλη μια κοπέλα, δηλαδή, η οποία κρατούσε το σπίτι καθαρό. Η Στυλιανή βοηθούσε, ήταν μικρή τότε. Πότε παντρεύτηκε η Στυλιανή με ρώτησες; Δεν σε ενδιαφέρει.
Α.Κ.
Μπορείς να μας πεις, αν θες. Ναι.
Λ.Κ.
Είναι θλιβερή ιστορία. Δεν θέλω να την πω.
Α.Κ.
Εντάξει. Εννοείται, όχι. Οπότε, υπήρχαν ταυτόχρονα —απ’ ό,τι κατάλαβα— τουλάχιστον πέντε εργαζόμενοι…
Λ.Κ.
Ναι, ναι.
Α.Κ.
Και στο σπίτι είχατε επίσης στον κήπο, υπήρχαν, είχατε και ζώα; Ή ήταν μόνο τα φυτά που ανέφερες;
Λ.Κ.
Ναι. Υπήρχαν κοτούλες, τις οποίες αγαπούσε πολύ η μητέρα μου και στο βάθος του περιβολιού αυτού, υπήρχε ένα δωμάτιο μεγάλο, που ήταν η αποθήκη και δίπλα στο δωμάτιο ήταν το κοτέτσι, τώρα το θυμήθηκα.
Α.Κ.
Και ποιος φρόντιζε τις κότες αυτές;
Λ.Κ.
Η Στυλιανή με τη μαμά μου. Η μαμά μου, η οποία τις αγαπούσε πολύ. Μα, όταν λέμε κότες, εννοούμε τέσσερις-πέντε κότες, όχι κανένα σπουδαίο κοτέτσι, προς Θεού.
Α.Κ.
Και θυμάσαι καθόλου και την γειτονιά του σπιτιού; Δηλαδή το σπίτι ήταν στης Σμύρνης, το οποίο είναι στο κέντρο του Ηρακλείου. Θυμάσαι καθόλου την όψη της γειτονιάς; Δηλαδή, αν τα σπίτια, πώς ήταν τα σπίτια, αν υπήρχαν κάποιες υπηρεσίες;
Λ.Κ.
Δίπλα ακριβώς στο σπίτι μας ήταν υπήρχε το μπακάλικο, όπως το λέγανε. Ο μπακάλης, πώς τον ‘λεγαν τον μπακάλη; Γιώργος ήταν ένα από τα παιδιά του. Δεν θυμάμαι. Το μπακάλικο τι ήτανε; Ό,τι είναι σήμερα το σούπερ μάρκετ. Είχε δηλαδή… Τότε μόνο μπακάλικα υπήρχανε. Και φρούτα έφερνε και διάφορα λαχανικά. Η γειτονιά… Ποια ήταν η γειτονιά; Απέναντι από το σπίτι μας ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο σπίτι, ενός Αμερικάνου, όπως τον λέγανε. Και αυτός είχε μια κόρη, την οποία πάντρεψε ο πατέρας μου με ένα φίλο του στην Αθήνα. Η οποία πέθανε πριν 2-3 χρόνια μόνο. Η οποία με λάτρευε και την λάτρευα κι εγώ. Την ‘λέγαν Βάσω. Ήταν πολύ ωραίο το σπίτι της και ήταν και πολύ ευκατάστατο κορίτσι, ένα μοναχόπαιδο. Τέλος πάντων, είχε πολλά. Και περιουσία και όλα τα καλά. Σπίτια, εξοχικά. Δεν τα θυμάμαι κι εγώ ακριβώς όλα.
Α.Κ.
Και παίζατε στην γειτονιά; Δηλαδή θυμάσαι τον εαυτό σου να παίζει με άλλα παιδιά γύρω από το σπίτι; Ή στον δρόμο της Σμύρνης;
Λ.Κ.
Να το πω; Δεν είναι ευχάριστο. Εγώ είχα έναν στραβισμό, πολύ έντονο. Όταν πήγαινα να βγω έξω, να παίξω με τα άλλα παιδιά, τα παιδιά φωνάζανε: «Να η στραβή, να η αλλήθωρη!». Και θυμάμαι ότι η μητέρα μου… Το θυμάμαι αυτό, σαν να είναι τώρα. Μου φορούσε κάτι μαύρα φορεματάκια και με πήγαινε στις εκκλησίες, σε εξωκλήσια και εκεί έβγαζα το φόρεμα και το άφηνε εκεί κι έβαζα ένα άλλο. Ήταν ένα τάμα το οποίο έκανε η μητέρα μου: «Θεέ μου, κάνε καλά το παιδί μου κι εγώ θα το φέρω στην χάρη σου να προσκυνήσει», κάπως έτσι γινόταν η ιστορία. Δεν θυμάμαι να έπαιζα πάρα πολύ με παιδιά και ήταν αφορμή αυτό ακριβώς. Είχα όμως ένα μεγάλο άλογο που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από την Γερμανία. Πολύ μεγάλο άλογο, το οποίο έβαζα στη μέση της αυλής, γιατί τραγουδούσα και πολύ καλά. Και καβαλίκευα το άλογο κι έκανα «κούνια μπέλα» τραγουδώντας. Και από απέναντι, η Βάσω έβγαινε στη βεράντα, στη βεράντα της και μου έλεγε: «Έρχομαι Λουιζάκι μου. Έρχομαι Λουιζάκι μου να παίξουμε». Ερχόταν και μου έβαφε τα νύχια μου και μου έδινε καφεδάκι και έπινα. Από τότε μου άρεσε ο καφές. Ναι. Αυτά με την παιδική μου ηλικία.
Α.Κ.
Και μετά πού έμενες; Μετά από αυτό το σπίτι;
Λ.Κ.
Μετά από αυτό το σπίτι, [00:20:00]ήρθε ο πόλεμος. Το σπίτι το χαλάσανε… Έπεσε μία βόμβα και χάλασε το μισό σπίτι. Πήγαμε σε ένα άλλο σπίτι. Και τελείωσα το Λύκειο, τελείωσα το Λύκειο, το σχολειό και μετά παντρεύτηκα. Στην τελευταία τάξη δηλαδή παντρεύτηκα. Μετά το σχολείο παντρεύτηκα αμέσως.
Α.Κ.
Πότε ήταν αυτό; Θυμάσαι την χρονολογία;
Λ.Κ.
Βέβαια! Ήταν το ’49. Με συγχωρείς, το ’50, λάθος. ’50. Το ’50, το ’51 παντρεύτηκα. Το ’51 παντρεύτηκα και έμεινα… Παντρεύτηκα τον Ανδρέα κι έμεινα… Από αίσθημα βέβαια τον παντρεύτηκα. Μεγάλο έρωτα! Και μετά τον γάμο μας, μείναμε στο Βατικανό, όπου έμενε τότε η μητέρα του.
Α.Κ.
Όταν λες «Βατικανό»;
Λ.Κ.
Εννοώ το Μουσείο. Το σημερινό Μουσείο. Το λέγαμε τότε Βατικανό, επειδή ήταν ένα μεγάλο σπίτι, το λέγαμε Βατικανό.
Α.Κ.
Το Ιστορικό Μουσείο;
Λ.Κ.
Το Ιστορικό. Το Ιστορικό Μουσείο.
Α.Κ.
Κι εσύ, οπότε μετά τον γάμο, είπες ότι έμεινες εκεί;
Λ.Κ.
Εκεί έμεινα. Βέβαια. Μετά τον γάμο, έμεινα 7 μήνες, όπου μαζί με τον παππού σου, μαζί με τον Ανδρέα, τον με άντρα μου, γυρίζαμε όλη την Κρήτη, μαζεύοντας διάφορα υλικά. Από κεντήματα, κουβέρτες, πατανίες, όπως τις ‘λέγαν τότε, κιλίμια, όπως τα ‘λέγαν τότε. Ό,τι βρίσκαμε, ό,τι νομίζαμε ότι μπορούσε… Διότι, η μητέρα, του, η θετή του μητέρα, πώς να το πούμε; Ο πατέρας του πάνω στην διαθήκη, είχε πει: «Αν ο Ανδρέας θέλει, να το κάνει μουσείο. Αν θέλει». Αλλά βεβαίως, ο Ανδρέας ήθελε. Και μείναμε εφτά μήνες εκεί, μαζέψαμε υλικό και αρχίσαμε να κάνουμε το Μουσείο αυτό, το Ιστορικό.
Α.Κ.
Την διαδικασία αυτή την θυμάσαι; Δηλαδή πώς πηγαίνατε στα χωριά;
Λ.Κ.
Στα χωριά πώς πηγαίναμε; O άντρας μου είχε ένα τζιπ, ένα τζιπ. Και με το τζιπ αυτό, ιδιωτικό, το είχε αγοράσει. Με αυτό το τζιπ γυρίζαμε όλη την Κρήτη και όπου νομίζαμε ότι μπορούσαμε να βρούμε και τα αγοράζαμε, τα φέρναμε πίσω. Αυτή την δουλειά την κάναμε 7 μήνες. Ώσπου μαζεύτηκε το πρώτο υλικό. Δεν θυμάμαι τώρα πολλά πράγματα, από εκεί και μετά να πω.
Α.Κ.
Και τότε μένατε στο κτήριο που είναι το σημερινό Ιστορικό Μουσείο;
Λ.Κ.
Στο Ιστορικό Μουσείο. Μείναμε εφτά μήνες εκεί. Εφτά μήνες. Πού έμενα να πω;
Α.Κ.
Αν θυμάσαι, να περιγράψεις το κτήριο. Το πώς ήταν ως σπίτι.
Λ.Κ.
Ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο σπίτι. Θυμάμαι ότι ήταν ο κήπος, όπως είναι και τώρα, με τα σκαλοπάτια, όπως είναι και τώρα. Και έμπαινες δεξιά, ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο που έμενε η μητέρα του άνδρα μου. Δίπλα ήτανε ένα γραφείο, το γραφείο του πατέρα του άνδρα μου. Απέναντι ήταν μια μεγάλη, πολύ μεγάλη σαλοτραπεζαρία που τρώγαμε και καθόμουνα με την μητέρα του άντρα μου και παίζαμε Κουμ Καν, διάφορα τέτοια παιχνίδια. Από εκεί υπήρχε μια πόρτα κι ένας διάδρομος. Απέναντι ήταν μια μεγάλη κουζίνα, πολύ μεγάλη κουζίνα. Δίπλα ήταν το λουτρό και η σκάλα που πήγαινε επάνω. Όπου ήταν ένας μεγάλος χώρος, που δεν άνοιξε ποτέ, ποτέ δεν άνοιξε. Τώρα είναι μια συλλογή εκεί, μία. Κι εκεί ήταν άλλα τρία δωμάτια. Ήταν ένα δωμάτιο μεγάλο, όπου ήταν το γραφείο του άντρα μου. Απέναντι ήταν ένα δωμάτιο κλειστό. Παραδίπλα ήταν ένα δωμάτιο που έμενα εγώ με τον άντρα μου κι απέναντι έμενε ο αδερφός του άντρα μου. Και ήταν και το μπαλκόνι. Ένα ωραίο μπαλκόνι, το οποίο υπάρχει ακόμα και σήμερα.
Α.Κ.
Ο χώρος που δεν άνοιξε, που ανέφερες, τι ήταν;
Λ.Κ.
Ο χώρος που δεν άνοιξε ήταν μια αίθουσα την οποία προόριζε ο πατέρας του άντρα μου για δεξιώσεις. Με ξένους, με υπουργούς, με… Ποτέ δεν την έκανε όμως. Απ’ ότι μου έχει πει ο άντρας μου, δεν άνοιξε ποτέ η αίθουσα αυτή. Γενικά το σπίτι ήταν πάρα πολύ ωραίο. Τα ταβάνια τα ζωγραφισμένα, νομίζω ότι υπάρχουν και σήμερα το ίδιο. [00:25:00]Με τους τοίχους… Ήταν ένα καταπληκτικό σπίτι.
Α.Κ.
Ο πατέρας του άντρα σου τι ιδιότητα είχε; Τι δουλειά έκανε;
Λ.Κ.
Είχε μία τεράστια περιουσία, τεράστια περιουσία και ήταν και πρόξενος των Άγγλων. Και η ζωή του ήταν, όπως ήταν του Άγγλου τιτλούχου εκείνη την εποχή, ας πούμε. Να πω την ώρα που σηκωνότανε το πρωί στις 3 η ώρα; Για να πάρει το breakfast; Όχι, δεν χρειάζεται.
Α.Κ.
Βέβαια μπορείς να πεις. Εννοώ, μπορείς να εξηγήσεις τι εννοείς ότι ήταν «Η ζωή ενός Άγγλου». Αυτό που ανέφερες.
Λ.Κ.
Α, ναι. Ζούσε μια ζωή, νομίζω, όπως την ζούσανε εκείνη την εποχή οι Άγγλοι. Δεν ξέρω σήμερα, δεν μπορώ να ξέρω. Σηκωνότανε στις 3 η ώρα το πρωί, όπου έπαιρνε το μπάνιο του, ήταν έτοιμο το μπάνιο, με τα νερά τα ζεστά. Έπαιρνε το μπάνιο του και του ετοίμαζε το προσωπικό, η μαγείρισσα και η καμαριέρα του, το πρωινό του. Το οποίο ήταν ένα τέλειο αγγλικό πρωινό. Με τα αυγά, τις σάλτσες, ξέρω ’γώ τα διάφορα… Δεν τα τρώμε εμείς σήμερα και δεν τα ξέρω κι εγώ. Εκεί ζούσε ως την ώρα που ξημέρωνε ο Θεός τη μέρα και ερχόταν η άμαξα να τον πάρει να πάει στις περιουσίες του. Οι οποίες ήταν τεράστιες, στην κυριολεξία τεράστιες. Να πω και μια λεπτομέρεια, ότι μόνο από τα αυγά που του φέρναν κάθε Σάββατο μπορούσε να ζήσει μια οικογένεια πλούσια; Δε βαριέσαι. Άσ’ το αυτό.
Α.Κ.
Και το σπίτι αυτό πώς κατέληξε να γίνει μουσείο;
Λ.Κ.
Στην διαθήκη του, ο πατέρας του, είχε αφήσει τον όρο: «Εάν θέλει ο Ανδρέας, να το κάνει μουσείο». Εκείνος βεβαίως και ήθελε. Και γιατί το ήθελε ο ίδιος αλλά και γιατί ήξερε πως ήταν η επιθυμία του πατέρα του. Και άρχισε να γίνεται μουσείο, το οποίο κράτησε βέβαια αρκετά χρόνια ώσπου να τελειοποιηθεί. Αφού ακόμα και σήμερα δέχεται… Έτσι δεν είναι;
Α.Κ.
Ωραία, θέλω να σε ρωτήσω κάτι που είπες προηγουμένως, αρκετά πριν, σε σχέση με τον πατέρα σου. Δηλαδή, ο πατέρας σου ήταν ένας έμπορος της περιόδου πριν…
Λ.Κ.
Έμπορος! Αλλά πάρα πολύ γνωστός έμπορος. Ίσως ήταν και ο μοναδικός έμπορος, την εποχή εκείνη, εννοώ. Ο μοναδικός, μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Αλλά την εποχή εκείνη, ήταν ο πρώτος φαίνεται. Και σίγουρα ήταν ο πρώτος που έφερνε παιχνίδια και που έκανε εισαγωγές από την Γερμανία.
Α.Κ.
Αυτό ήθελα να σε ρωτήσω. Επειδή είχες αναφέρει και την Αυστρία και την Γερμανία. Εκείνος ταξίδευε συχνά;
Λ.Κ.
Πολύ συχνά. Πολύ συχνά ταξίδευε και στη Γερμανία… Ταξίδευε φαίνεται, απ’ ό,τι θυμάμαι κι εγώ, ειδικά για παιχνίδια. Που ήταν ονομαστά τα παιχνίδια του. Δηλαδή, την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν άλλα παιχνίδια τέτοια, όπως υπήρχαν την εποχή εκείνη. Θυμάμαι ότι είχε και πάρα πολλούς φίλους… Το πώς βγήκα Λουίζα πρέπει να το αναφέρω;
Α.Κ.
Αν θέλεις, βέβαια.
Λ.Κ.
Ναι… Εγώ ήμουν το τρίτο παιδί της οικογένειας και φαίνεται ότι μου είχε κάποια αδυναμία ο πατέρας μου. Είχε, λοιπόν, ένα φίλο στην Αθήνα, πολύ φίλο και συνεργάτη του, ο οποίος έκανε κι αυτός την ίδια δουλειά, ήταν κι αυτός έμπορος, εισαγωγέας ξέρω ‘γώ, πηγαίνανε και μαζί στην Γερμανία, στην Αυστρία… Κάμανε λοιπόν και οι δύο περιέργως από ένα κοριτσάκι. Εγώ ήμουνα το παιδί του Μανώλη του Δαμιανάκη και το άλλο κοριτσάκι ήταν του φίλου του. Είπανε, λοιπόν, να μας βγάλουν με τα ίδια ονόματα. Ψάχνανε ονόματα, ψάχνανε και στο τέλος ρίξανε το Μαρκέλλα. «Μαρκέλλα θα το βγάλουμε. Μαρκέλλα θα το βγάλω εγώ, θα το βγάλεις κι εσύ Μαρκέλλα». Και βγάλανε και τα δύο κοριτσάκια Μαρκέλλα, κι εμένα και το άλλο κοριτσάκι Μαρκέλλα. Κακή, όμως τύχη, η Μαρκέλλα πέθανε πριν βαφτιστεί. Ο πατέρας μου το θεώρησε πρόληψη και δεν δέχτηκε, επ’ ουδενί λόγο, να με βγάλει Μαρκέλλα. Εγώ, θυμάμαι ότι πήγαινα Τρίτη-Τετάρτη Δημοτικού και λέγανε: «Πώς σε λένε κοριτσάκι μου;». Κι έλεγα: «Μαρκέλλα», δεν έλεγα Λουίζα. Γιατί αυτό το όνομα μου είχε κολλήσει απάνω μου, να στο πω έτσι. Και μετά άρχισε πάλι να ψάχνει [00:30:00]εγκυκλοπαίδειες, από δω κι από κει και βρήκε το Λουίζα. «Α, θα το βγάλω Λουίζα». Τότε δεν υπήρχαν Λουίζες στο Ηράκλειο, ίσως ήμουν η μοναδική φαίνεται. Και με έβγαλε Λουίζα, έτσι πήρα το όνομα Λουίζα. Αλλά ακόμα και τώρα μου αρέσει το Μαρκέλλα.
Α.Κ.
Ήθελα να σε ρωτήσω προηγουμένως, σε σχέση μ’ αυτά τα ταξίδια, αν εσύ είχες καθόλου εικόνα το πώς γινόταν το ταξίδι. Δηλαδή μιλάμε για περίοδο πριν τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ένας—
Λ.Κ.
Με το αεροπλάνο!—
Α.Κ.
έμπορος φεύγει από το Ηράκλειο, για να φτάσει στην Αυστρία.
Λ.Κ.
Και θυμάμαι ότι σε ένα ταξίδι που είχε πάρει την αδερφή μου μαζί, όταν προσγειωνόταν το αεροπλάνο, άρπαξε φωτιά. Δεν θυμάμαι όμως… Αλλά θυμάμαι την ώρα που έφτανε, που προσγειωνότανε, ότι άρπαξε φωτιά το αεροπλάνο. Τότε υπήρχαν εκείνα τα Dakota, πώς τα λέγανε; Dakota, θαρρώ, τα λέγανε. Ήταν τα δικινητήρια τότε. Πριν τον πόλεμο βέβαια, ήταν τα δικινητήρια. Με αεροπλάνο πηγαινοερχότανε. Εκείνος πηγαινοερχότανε και από εδώ με αεροπλάνο και από την Αθήνα στην Γερμανία. Πήγαινε και με τον φίλο του πολύ συχνά.
Α.Κ.
Αυτές ήταν ιδιωτικές πτήσεις δηλαδή; Αν θυμάσαι ή αν ξέρεις;
Λ.Κ.
Όχι, δεν θα ήταν ιδιωτικές. Όχι! Όχι, υπήρχαν τα… Πώς τα λέγανε; Ξεχνώ αυτή την στιγμή. Δεν το θυμάμαι τώρα, αλλά θα το θυμηθώ όμως. Θα το θυμηθώ γιατί πρέπει. Ναι, αξίζει, δηλαδή, να το θυμηθώ. Όχι, δεν ήταν ιδιωτικές. Όπως είναι και τώρα. Πληρώνανε κανονικά. Ναι.
Α.Κ.
Εσύ είχες ταξιδέψει καθόλου ως παιδί εκτός Κρήτης;
Λ.Κ.
Όχι, δεν πρόλαβα. Ήρθε μετά ο πόλεμος, πήγε ο πατέρας μου στον πόλεμο ξανά. Όχι, δεν πρόλαβα.
Α.Κ.
Και σε σχέση με τα παιχνίδια, που ανέφερες, για την ποικιλία τους. Μπορείς να αναφέρεις έστω ως είδη, τι είδους παιχνίδια υπήρχανε και τι υλικά ήτανε; Αυτά ήταν παιχνίδια τα οποία ήταν κατασκευασμένα στην Γερμανία κι εκείνος πήγαινε εκεί…
Λ.Κ.
Τότε υπήρχαν πολλά κουρδιστά παιχνίδια. Που τα κουρδίζανε και πηγαίνανε. Και θυμάμαι κάτι τερατάκια, κάτι τερατάκια μικρά, τα οποία φοβόμουνα κιόλας αλλά είχα κι 2-3 όμως. Όλα τα παιχνίδια θυμάμαι. Φυσικά δεν υπήρχαν τα Meccano παιχνίδια που υπάρχουν σήμερα και όλα τα άλλα… Όχι, σήμερα υπάρχουν άλλα παιχνίδια που είναι και επιμορφωτικά στο κάτω-κάτω της γραφής. Δεν θυμάμαι το είδος. Δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι, όμως, ότι υπήρχαν πολλά κουρδιστά, τα οποία κουρδίζαμε με κουρδιστήρι δηλαδή και τα πηγαίναμε. Και πολλές κούκλες. Κούκλες καταπληκτικές βέβαια κούκλες. Θυμάμαι την δική μου την κούκλα, την Τζοβάνα, την οποία έχω ακόμα.
Α.Κ.
Από τι υλικό ήταν αυτές οι κούκλες;
Λ.Κ.
Από τι υλικό ήτανε; Δεν ξέρω πώς το λένε.
Α.Κ.
Εννοώ αν ήταν πλαστικές, πορσελάνινες;
Λ.Κ.
Και πορσελάνινες υπήρχαν, και πορσελάνινες και πλαστικές. Αλλά δεν ήταν πλαστικό, όπως είναι το σημερινό πλαστικό. Όχι θα σου τη δείξω. Θα σου δείξω στο σπίτι.
Α.Κ.
Ωραία, δεν ξέρω αν θες να προσθέσεις κάτι άλλο για τώρα;
Λ.Κ.
Όχι.
Α.Κ.
Οπότε, ευχαριστώ πολύ και τελειώνουμε, για την ώρα, εδώ την συνέντευξη.
