Μίχαλος Σταυρακάκης – Νιδιώτης:   Ο άνθρωπος που έμεινε στην ιστορία μέσα από τα τραγούδια του!
Ήταν μια τιμητική βραδιά στην Καρκαδιώτισσα, με πλήθος κόσμου στην πλατεία, όπου μίλησαν για τη ζωή και το έργο τού Μίχαλου Σταυρακάκη

Υπάρχουν άνθρωποι που περνούν από τη ζωή και αφήνουν πίσω τους ένα όνομα.

Υπάρχουν κι εκείνοι που αφήνουν πίσω τους κάτι πολύ μεγαλύτερο: Ένα παράδειγμα ζωής. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο Μίχαλος Σταυρακάκης – Νιδιώτης. Γεννημένος το 1928 στα Ανώγεια. Μεγάλωσε στον Ψηλορείτη και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στη Νίδα, βοσκός ανάμεσα στα πρόβατα, στα βράχια, στα δέντρα και στις κορφές του βουνού.

Τον χειμώνα κατέβαινε στην Καρκαδιώτισσα, το δεύτερο χωριό του, εκεί ήταν ο κόσμος του. Εκεί έμαθε τη ζωή. Χωρίς να έχει πάει σχολείο, χωρίς τυπική μόρφωση, έγινε ποιητής. Γιατί ο Μίχαλος είχε ένα χάρισμα που δεν διδάσκεται: Είχε μέσα του τον λόγο. Έγραψε ποίηση, λογοτεχνία, μαντινάδες, κοινωνικά θέματα και οι στίχοι του δεν ήταν λόγια φτιαχτά.

Ήταν βγαλμένα από την ψυχή του, από το βουνό, από τους ανθρώπους, από τους αγώνες και τις αγωνίες μιας ολόκληρης εποχής. Ανάμεσα στα σπουδαία τραγούδια που έγραψε είναι η «Χαϊμαλίνα» και το συγκλονιστικό «Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου» που τα μελοποίησε ο μουσικοσυνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, όπως και άλλα τραγούδια που έγιναν δίσκοι και αγαπήθηκαν από τον κόσμο και άντεξαν στον χρόνο.

Τραγούδια που ακόμα και σήμερα τραγουδιούνται από μουσικά σχήματα σε όλη την Ελλάδα. Και δεν είναι τυχαίο. Γιατί ο Μίχαλος δεν έγραφε απλώς τραγούδια. Έγραφε αυτό που πίστευε. Ήταν βαθιά ιδεολόγος, αριστερός, άνθρωπος του ΚΚΕ, πιστός στις ιδέες του. Και πλήρωσε για τα φρονήματά του.

Κυνηγήθηκε στα δύσκολα χρόνια, ιδιαίτερα στην περίοδο της Δικτατορίας, όμως δεν λύγισε. Δεν έκανε πίσω. Δεν πρόδωσε αυτά που πίστευε. Κράτησε όρθιο το ανάστημά του. Πίστευε στην ελευθερία, στη δημοκρατία, στη Δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη. Πίστευε στον λαό και στον άνθρωπο. Και το πιο σημαντικό:

Δεν αγωνίστηκε ποτέ για τον εαυτό του. Η χαρά του ήταν να βλέπει τους άλλους να προοδεύουν. Να βοηθά τον διπλανό του. Να μην υποφέρουν οι άνθρωποι. Να υπάρχει Δικαιοσύνη. Να υπάρχει ανθρωπιά. Ίσως γι’ αυτό κι όσοι τον γνώρισαν, όποια γνώμη κι αν είχαν για τις πολιτικές του ιδέες, δύσκολα θα βρουν κάτι άλλο να πουν για εκείνον παρά μόνο καλά λόγια. Γιατί πάνω απ’ όλα ήταν Άνθρωπος.

Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη λέξη που μπορεί να γραφτεί δίπλα στο όνομά του. Δεν είχε ανάγκη από τίτλους. Δεν κυνήγησε δόξα. Δεν θεωρούσε το εαυτό του σπουδαίο. Η σεμνότητά του ήταν σχεδόν μεγαλύτερη από το ταλέντο του, κι όμως ήταν σπουδαίος. Ένας αγωνιστής της ζωής.

Ένας ποιητής του Ψηλορείτη. Ένας άνθρωπος που έκανε το βουνό σχολείο, τη ζωή ποίηση και την ιδεολογία πράξη. Κι αν σήμερα μπορούμε να τον αποκαλέσουμε «λαϊκό ήρωα της ζωής και της ανθρωπιάς», δεν είναι επειδή ο ίδιος θα δεχόταν ποτέ ένα τέτοιο τίτλο. Είναι ακριβώς επειδή δεν το ζήτησε ποτέ.

Ο Μίχαλος Σταυρακάκης υπήρξε, για όσους είχαν την τύχη να τον γνωρίσουν, μια σπάνια και μοναδική μορφή. Ένας άνθρωπος που δύσκολα συγκρίνεται με άλλον. Και ίσως τελικά η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του να βρίσκεται σε εκείνους τους στίχους του:

«Χέρια που δεν αρπάξανε ξένο ψωμί να φάνε,

αυτά κρατούνε την τιμή όσο βαριά και να ’ναι».

«Στο μετερίζι τσ’ ανθρωπιάς και στης τιμής το χρέος,

εκειά θα στέκω ν’ απαντώ κι ας είμαι ο τελευταίος».

Όπως και: «Προσκυνώ τη χάρη σου λαέ μου…».

Γιατί αυτά τα λόγια δεν τα έγραψε κάποιος που κοιτούσε τον λαό από μακριά. Τα έγραψε ένας άνθρωπος που έζησε μαζί του, αγωνίστηκε γι’ αυτόν και τον αγάπησε. Και γι’ αυτό ο Μίχαλος δεν έμεινε μόνο στη μνήμη των ανθρώπων. Έγινε τραγούδι.

Κι όσο θα τραγουδιούνται οι στίχοι του, όσο θα ακούγεται η φωνή του λαού μέσα από τα τραγούδια του, όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θυμούνται τη σεμνότητα, την πίστη και την ανθρωπιά του, ο Μίχαλος ο Νιδιώτης θα παραμένει εκεί, ψηλά στον Ψηλορείτη, όπως έζησε: Όρθιος, ατόφιος και μοναδικός.